τοβιβλίο.net

Select Page

Οι έμποροι των εθνών, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Οι έμποροι των εθνών, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται την περίοδο 1199-1207, εποχή της Δ΄ Σταυροφορίας και της πρώτης άλωσης της Κωνσταντινούπολης. Το Αιγαίο είναι σε αναβρασμό, μιας και Βενετοί και Γενοβέζοι έχουν βάλει στο στόχαστρο την κατάκτηση των Κυκλάδων και όχι μόνο. Ταυτόχρονα, «έμποροι των εθνών» κουρσεύουν πόλεις και πλοία με σκοπό την αιχμαλωσία ανθρώπων που θα τους φέρουν αμύθητα πλούτη από το δουλεμπόριο στο οποίο επιδίδονται. Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, εκτός από διηγήματα, έγραψε και τρία μυθιστορήματα, διαπρέποντας και σε αυτό το είδος και φέρνοντας ρηξικέλευθες προτάσεις πάνω στη δομή, τους χαρακτήρες και την αφήγηση.

Ένα εξ αυτών, «Οι έμποροι των εθνών», δημοσιεύτηκαν μετά τη «Μετανάστι» και πριν τη «Γυφτοπούλα» στο περιοδικό «Μη χάνεσαι» του Βλάση Γαβριηλίδη την περίοδο Νοεμβρίου 1882-Φλεβάρη 1883. Κεντρική ιδέα του βιβλίου είναι η απαγωγή της αρχοντοπούλας Αυγούστας, παγιδευμένης σε βαλτωμένο γάμο, από τον γοητευτικό τυχοδιώκτη Βενετό Μάρκο Σανούτο και οι επακόλουθες συνέπειες στη ζωή όλων των χαρακτήρων του μυθιστορήματος. Τρεις είναι οι πρωταγωνιστές: Αυγούστα, Μάρκος Σανούτος και Ιωάννης Μούχρας, γύρω τους όμως περνάνε εξίσου γοητευτικοί και σημαντικοί δευτεραγωνιστές, όπως ο πειρατής Μιρχάν, ο πληρωμένος ληστής και απατεώνας Σκιάχτης, η ταβερνιάρισσα Κοκκινού κ. ά., που όλοι μαζί συγκροτούν ένα εξαιρετικό, τεκμηριωμένο, συναρπαστικό και απόλυτα ρεαλιστικό κοινωνικό μυθιστόρημα.

Η αφήγηση, χωρισμένη σε Προοίμιον, Πρώτο και Δεύτερο μέρος και Επίλογο, δίνεται με ανατροπές και ευρηματικότητα. Στο κάθε μέρος έχουμε μια μεγάλη σειρά γεγονότων, εξελίξεων και αλλαγών όμως στο επόμενο δεν υπάρχει η χρονική συνέχεια, παρά μόνο ένα κενό που αναπληρώνεται μέσα από την αφήγηση. Αποτέλεσμα των ανωτέρω είναι να έχουμε συχνότατη χρήση του πρωθύστερου και όχι γραμμική εξιστόρηση (κάτι που συναντάμε σε πολλά άλλα μυθιστορήματα της εποχής όπως ο «Πατούχας» του Ιωάννη Κονδυλάκη), που σε συνδυασμό με την κορύφωση της αγωνίας και τα συναρπαστικά γεγονότα που παρατίθενται σχεδόν καταιγιστικά να κορυφώνεται η αγωνία και ο αναγνώστης να μην παίρνει ανάσα. Πολλές φορές ο συγγραφέας προτιμά να σταματά την πλοκή σε καίριο σημείο και να την προχωράει σε μεταγενέστερη χρονική περίοδο, οπότε μέσα από τα λεγόμενα των χαρακτήρων να ζωντανεύει το παρελθόν που δεν καταγράφηκε στη σειρά του. Το κείμενο δεν ξεφεύγει από τη νομοτέλεια και ανταποκρίνεται πλήρως στις προσδοκίες του αναγνώστη που νιώθει ότι οι πράξεις που διαδραματίζονται θα έχουν και συνέπειες.

Το μυθιστόρημα έχει πάρα πολλές πρωτοτυπίες και πραγματολογικά στοιχεία. Πρώτ’ απ’ όλα ζωντανεύει με ενάργεια τον τρόπο σκέψης και δράσης της βενετικής ναυτικής δύναμης, που ήθελε να κατακτήσει το Αιγαίο χωρίς όμως να ξοδέψει δραχμή, γι’ αυτό και στηρίχτηκε σε μισθοφόρους και τυχοδιώκτες σαν τον Σανούτο. Επίσης, το μοναστήρι όπου κλείνεται η Αυγούστα είναι στην Πάτμο κι έτσι ο αναγνώστης βλέπει πως το νησί στην ουσία το διοικούσαν οι μοναχοί και οι ιερωμένοι του, έχοντας απίστευτη δύναμη και εξουσία στα χέρια τους. Τέλος, η διοίκηση της Βενετίας, ο τρόπος που σκεφτόταν και κινούνταν η ανώτερη τάξη, οι άρχοντες και οι ευγενείς, ζωντανεύει με γλαφυρό και τεκμηριωμένο τρόπο.

Οι χαρακτήρες πάλλονται από συναίσθημα και ρεαλισμό. Ο Σανούτος είναι ο ευγενής της εποχής, κακομαθημένος, έχει ανάγκη από χρήματα που ποτέ δεν έχει, είναι γυναικάς, απάγει την Αυγούστα από καπρίτσιο και άποψη, μιας και τη βλέπει ως άλλη μια κατάκτησή του, κι όχι από αγάπη. Δεν τιμά το σπίτι που τον φιλοξενεί και τον σωτήρα του, Ιωάννη Μούχρα, που τον βοήθησε να ξεφύγει από τα χέρια πειρατών που τον είχαν αιχμαλωτίσει, κι αυτή η στάση ζωής θα του στοιχίσει τελικά πολύ, μιας και τα αρνητικά γνωρίσματά του τα διακρίνει ακόμη κι ο πιστός του Μιρχάν. Οι περιγραφές της Νάξου και της Πάτμου είναι εξαιρετικές και δείχνουν συγγραφέα που έχει μελετήσει πολύ καλά πριν καταγράψει το παραμικρό κι αυτό το προτέρημα γίνεται ακόμη πιο ζωντανό όταν η δράση μεταφέρεται στη Βενετία και ο αναγνώστης νιώθει πως κυριολεκτικά περπατάει ανάμεσα στα κανάλια κι επιβαίνει στις γόνδολες.

Η Αυγούστα, που είναι το βασικό κίνητρο και η αφορμή για όσα διαδραματίζονται στο μυθιστόρημα, δε σκιαγραφείται στην αρχή σχεδόν καθόλου παρά μόνο ως μια πλούσια γυναίκα, σεμνή, παντρεμένη με άνθρωπο που δεν τον έχει ερωτευτεί αλλά σέβεται, υπακούει, εκτιμά. Αυτοί οι γάμοι κρατάνε για χρόνια, αρκεί να μην μπει πειρασμός ανάμεσά τους. Εδώ η Αυγούστα γοητεύεται από την παρουσία του Σανούτου. Στη συνέχεια μεταφερόμαστε στη Βενετία εφτά χρόνια αργότερα, όταν πια η Αυγούστα έχει εγκαταλείψει τον τυχοδιώκτη, και στο τέλος υπάρχει ένα παιχνίδισμα του Παπαδιαμάντη με τον αναγνώστη, που κρύβει την ταυτότητα της Αυγούστας πίσω από τη μοναχή Αγάπη. Έτσι, παρ’ όλο που γνωρίζουμε τι συνέβη στις ζωές των ερωτικών αντίζηλων Σανούτου και Μούχρα, πρέπει να φτάσουμε σχεδόν στο τέλος του μυθιστορήματος για να μας συστηθεί επιτέλους λίγο καλύτερα η γυναίκα, μόνο και μόνο για να την αποχαιρετίσουμε μ’ ένα απροσδόκητο και φριχτό τέλος. Το γεγονός ότι κλείνεται σε μοναστήρι όταν διαπιστώνει πως ο απαγωγέας της δεν είναι αυτός που περίμενε ενώ ταυτόχρονα είναι ανήκουστο να επιστρέψει στον νόμιμο σύζυγό της, αποτελούσε κοινό τόπο για τον Μεσαίωνα και καταγράφτηκε σε πολλά έργα της εποχής («Ηννόησεν ότι εκείνος ήτο άπιστος, ότι δεν την ηγάπα, ότι εφέρετο πανταχόσε. Τότε δεν ηδύνατο να μένη παρ’ αυτώ, δεν ηδύνατο ωσαύτως να επανέλθη προς τον σύζυγόν της. Πού να καταφύγη; Πάσαι αι θύραι ήσαν κεκλεισμέναι προς αυτήν. Υπήρχε κατ’ εκείνους τους χρόνους μία πύλη, ευρύχωρος, πανδέγμων, εν κοίλον αμέτρητον. Ήτο το μοναστήριον», 9ο κεφάλαιο Β΄ μέρους).

Τέλος, ο Ιωάννης Μούχρος έχει μεγάλο ρόλο στο βιβλίο αλλά περισσότερο δρα και πράττει παρά δείχνει τον εσωτερικό του κόσμο, τα αισθήματα και τις αντιλήψεις του. Δεν είναι απόλυτα καλός χαρακτήρας, μιας και μας παρατίθεται μια σειρά από γνωρίσματα που δείχνουν τη σκοτεινή πλευρά του: κυνηγάει τους πειρατές όχι για να σώσει το νησί του από τη λεηλασία αλλά για να μην του κάνουν ζημιά με το δουλεμπόριο που ο ίδιος διαπράττει, για να μη χάσει τα δικά του κέρδη από την προσοδοφόρο επιχείρηση δηλαδή. Δε μας εξηγείται πώς και γιατί συμπεριφέρεται έτσι στη γυναίκα του παρά μόνο ως συμπέρασμα της στάσης του και όπως το αναφέρει η Αυγούστα. Ναι, φυσικά και ακολουθεί τον αντίζηλό του ως τη Βενετία, όταν επιτέλους καταφέρνει να τον εντοπίσει εκεί, όμως δεν πηγαίνει για να φέρει πίσω τη γυναίκα του, τουλάχιστον όχι από αγνό έρωτα για κείνη. Ίσως από πείσμα, ίσως από εκδίκηση… Κι άλλωστε το γεγονός πως από μόνος του φέρνει στο σπίτι του έναν άλλον άντρα, γοητευτικό και με τους τρόπους του, δείχνει είτε πως ήταν αθώος (που το αποκλείω) είτε πως είχε δεύτερες σκέψεις (γιατί αν δεν ισχύει τίποτε από αυτά, τότε ξεκάθαρα ο Παπαδιαμάντης κάνει μια ανατρεπτική παρέμβαση απλώς για να προχωρήσει τον μύθο παραπέρα).

Μου έκανε μεγάλη εντύπωση το γεγονός πως σε πολλά σημεία ο συγγραφέας παρασυρόταν από την ένταση των αισθημάτων του για τα όσα εξιστορούσε ή έβρισκε ευκαιρία να παραλληλίσει τα δρώμενα που αφηγούνταν με την εποχή και την κοινωνία στις οποίες ο ίδιος ζούσε και που, φευ, τα γνωρίσματά τους αυτά είναι διαχρονικά και μας χαρίζουν ανατριχίλες για τη σύμπτωση ακόμη και τώρα. Για παράδειγμα, όταν πια φτάνουμε στο 9ο κεφάλαιο του Β΄ μέρους, με αφορμή τα παιχνίδια της μοίρας, αρχίζει να εξακοντίζει βέλη τήδε κακείσε: «Δεν είναι ταύτα μυστήρια; Αλλ’ όχι, δεν είναι μυστήρια. Είναι η αιωνία τάσις της ανθρωπίνης καρδίας εις το ναγαπά παν το μισητόν. Μη ανακράξητε κατά της βλασφημίας ταύτης, δεν είναι βλασφημία. Είναι αλήθεια». Στη συνέχεια πάλι παρασύρεται, αφήνοντας τον εαυτό του σε μια σειρά χρηστικών ηθικών συμβουλών: «Επέστη ο καιρός της αυτολατρείας, και πάσαι αι άλλαι θρησκείαι κατηργήθησαν. Αρκεί να τρέφη τα πάθη του έκαστος…».

Τις ίδιες σκέψεις αναλύει και νωρίτερα, στο κεφάλαιο 3 του Β΄ μέρους: «Το πεπρωμένον άρα παρεσκεύασε την συνάντησιν ταύτην»; Κι αμέσως ο συγγραφέας αναπτύσσει τις σκέψεις του («Επεθύμουν να ήτο δυνατόν να είπω, άνευ λυρισμού, τας περί τούτου σκέψεις μου») για το αν ήταν σωστό να υπάρξει αυτή η σύμπτωση που θα πυροδοτήσει σημαντικές εξελίξεις ή πόσο καλύτερα θα ήταν να είχαν γίνει χίλια δυο άλλα πράγματα αντ’ αυτής της συνάντησης: «Δεν ήτο καλλίτερον να μη επανίδωσιν αλλήλους ποτέ, δεν ήτο αιρετώτερον να μη είχον ποτέ ιδεί αλλήλους;». «Του αφηγουμένου τοιαύτας σκηνάς κινδυνεύει να παραλυθεί η γλώσσα ή να συντριβή ο κάλαμος»! Μάλιστα, η ένταση με την οποία εκφέρει τις απόψεις του γίνεται όλο και μεγαλύτερη και διολισθαίνει σε συμβουλές ηθικής, υπό τον φόβο του Θεού και άρα προς αποφυγή της ύβρεως ή της προπέτειας: «Κατοπτρίζεσθε μάλλον εν τοις σφάλμασι του πλησίον και ευλόγως πράττετε»! Και τελικά στην 8η παράγραφο από την αρχή της πρωτόγνωρης αυτής έκρηξης, καταλήγει: «Αλλ’ αρκούντως επλανήθημεν εν τω κενώ, ας βαδίσωμεν ήδη επί του λιθοστρώτου».

Δεισιδαιμονίες, χριστιανική και συζυγική ηθική, διαφορές ανάμεσα στην επιτήδεια και τη σεμνή γυναίκα και γενικότερα κάποιες απόψεις του Παπαδιαμάντη για τη θέση και τον ρόλο της γυναίκας στην κοινωνία, απόψεις για τον μοναχισμό και την ασκητική κ. ά. είναι όλα σε αυτές τις σελίδες και πότε αντικατοπτρίζονται στις πράξεις των χαρακτήρων, πότε τις κατονομάζει ο ίδιος ο γράφων. Στο κεφάλαιο 8 του Α΄ μέρους φρίττει κι ο ίδιος από την τραγικότητα των γεγονότων αλλά νιώθει πως δεν μπορεί να κάνει αλλιώς: «Ήτο δε όλως απαίσιον και αντιπαθές θέαμα, όπερ θα επροτίμων να μη είχον διηγηθή εις τους αναγνώστας του διηγήματος τούτου. Δυστυχώς τα χρονικά το αναφέρουσιν ως ιστορικόν και εκ της Βενετικής πινακοθήκης του ΙΓ΄ αιώνος επόμενον ήτο να μη απή η εικών αύτη».

Ειδικά ως προς την εκκλησία, με αφορμή την επιθυμία των Βενετών να κυριαρχήσουν στα νησιά του Αιγαίου, ο συγγραφέας εκφράζεται σχεδόν υποτιμητικά απέναντι στην κυριαρχία της (κεφάλαιο 6 Β΄ μέρους): «Ει δ’ άλλως επιβάλλετε εις τους βαθυπώγωνας τούτους τράγους της Ανατολής να μνημονευώσι τον Πάπαν εν ταις τελεταίς αυτών. Αν όμως δεν συναινώσι, καταλύσατε την αλλόκοτον ταύτην δημοκρατίαν των ράσων, την φυτρώσασαν παραδόξως εις τα κράσπεδα του Αιγαίου πελάγους». Στο 10ο κεφάλαιο του Β΄ μέρους παραδόξως, είναι μονομερώς επικριτικός ακόμη και για το modus vivendi των νησιών: «Πάσαι σχεδόν αι νήσοι του Αιγαίου είχον υποταχθή. Άλλως δε ουδέν καλλίτερον εζήτουν ή να εύρωσι τινα, εις ον να υποταχθώσιν. Ως φαίνεται, η δουλεία είναι πάντοτε προτιμωτέρα της αναρχίας, όπως η λέπτρα είναι προτιμωτέρα της πανώλους». Και στη συνέχεια παραθέτει ευσύνοπτα τα ιστορικά γεγονότα της Φραγκοκρατίας, κατά την οποία διαδραματίζεται το μυθιστόρημα, χωρίς να παραλείπει ένα υποδόριο χιούμορ: «Ώστε οι τέσσαρες ούτοι αρχιποίμενες ήρκουν ίνα ποιμαίνωσιν ουχί μόνο τα πρόβατα και τα ερίφια αλλά και τας όρνιθας και τας χήνας προσέτι»!

Παρ’ όλ’ αυτά, η οργή του για την ασυδοσία των πολιτικών και για τον δόλο που ασκείται προς επίτευξη στόχων στρατηγικής, οικονομικής και πολιτικής σημασίας πάλι ξεχύνεται, στο 6ο κεφάλαιο του Β΄ μέρους, όπου περιγράφει ειρωνικά και υποτιμητικά την ταυτότητα της Βενετίας ως Πολιτείας: «Η Βενετία προσηγόρευε εαυτήν Πολιτείαν, και είχεν υιούς τυράννους. Τοις έδιδε το χρίσμα της και τους έπεμπεν ίνα κατακυριεύσωσι της γης». Και αμέσως στρέφεται στην πολιτική και τους κακούς χειρισμούς: «Η γενεαλογία της πολιτικής είναι συνεχής και γνησία κατά τους προγόνους. Η αργία εγέννησε την πενίαν. Η πενία έτεκε την πείναν. Η πείνα παρήγαγε την όρεξιν. Η όρεξις εγέννησε την αυθαιρεσίαν. Η αυθαιρεσία εγέννησε την ληστείαν. Η ληστεία εγέννησε την πολιτικήν. Ιδού η αυθεντική καταγωγή του τέρατος τούτου», προχωρώντας ακόμη και σε ύβρεις: «Πάντοτε αμετάβλητοι οι σχοινοβάται ούτοι, οι Αθίγγανοι, οι γελωτοποιοί ούτοι πίθηκοι (καλώ δε ούτω τους λεγομένους πολιτικούς)»!

Να διαβάσει λοιπόν κανείς μυθιστόρημα του Παπαδιαμάντη; Η απάντηση είναι σαφέστατα θετική, μιας και οι αρετές του κειμένου, οι πρωτοτυπίες της αφήγησης και η δύναμη και η αληθοφάνεια των πάμπολλων κύριων και ελασσόνων σκηνών είναι τέτοιες που δε θ’ αφήσουν κανέναν ασυγκίνητο. Η καθαρεύουσα ίσως κουράσει όσους δεν έχουν τον χρόνο ή τη διάθεση να εντρυφήσουν έτι περαιτέρω σ’ ένα μυθιστόρημα τέτοιου επιπέδου όμως είναι καλό να επιμείνουν, γιατί τέτοια κείμενα, κλασικά, διαχρονικά, οι πυλώνες της σημερινής ελληνικής λογοτεχνίας, δεν πρέπει να μένουν θαμμένα και λησμονημένα, όχι λόγω προσήλωσης στην παλαιότητα αλλά γιατί μπορούν να ζήσουν και ν’ αναπνεύσουν ακόμη και στη σημερινή εποχή.

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Οι προσφορές των εφημερίδων

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος