kefalas-6-5-16

«Πόσο μάταιο είναι να κάθεσαι να γράψεις, όταν δεν έχεις σηκωθεί να ζήσεις!»

Χ. Ντ. Θορώ (1817-62)

Οι καλημέρες των ξένων

«Παλιά έβγαινα από τούτη την πόρτα και έλεγα εκατό καλημέρες», του έλεγε συχνά-πυκνά με παράπονο και μια δόση πικρίας. Ήταν το τετριμμένο, μα τόσο αληθινό σχόλιό της πάνω στην κοινωνική αποξένωση της μεγαλούπολης όπου διέμεναν. Ο χρόνος σαρωτικός στο πέρασμά του, στα μάτια της είχε συνθλίψει την ανθρώπινη ευγένεια, την καλή γειτονία και ό,τι καλό μπορούσε να θυμηθεί από τα εξωραϊσμένα νιάτα της. Οι διαπροσωπικές σχέσεις ήταν κίβδηλες, οι άνθρωποι επιφυλακτικοί, κλεισμένοι στα διαμερίσματα της ζωής τους, κλειδαμπαρωμένοι με πεταμένο το κλειδί. Όλα είχαν ‘χαλάσει’, όλα είχαν χαθεί, όλα τής άφηναν πια μια πικρίλα στο στόμα, ακόμα κι αυτή η καλημέρα, που δεν είχε πλέον πού να την απευθύνει. Μετέωρη έμενε, θαρρείς, στον ουρανίσκο της διαχέοντας ένα μούδιασμα που εξαπλωνόταν μέχρι τη γλώσσα κι έφραζε τον φάρυγγα, κάνοντάς την να μην μπορεί να πάρει ανάσα. Την έπιανε τότε ταχυπαλμία κι όλα σκοτείνιαζαν μέσα της, όλα τα έβλεπε μαύρα, χαλασμένα και… πικρά σαν την πνιγμένη καλημέρα. Εκείνος διαφωνούσε, αλλά ντρεπόταν να της το πει. Πάντα αντάλλαζε, κι ας ήταν κάπως ντροπαλός, καλημέρες με τους γείτονες που τύχαινε να συναντήσει ή με τους μαγαζάτορες απ’ όπου ψώνιζε. Τριάντα πέντε χρόνια στην ίδια γειτονιά, σίγουρα είχαν αλλάξει πολλά, αλλά ακόμα μπορούσες να πεις ‘εκατό καλημέρες’ αν το ήθελες, διάθεση να είχες μονάχα… Ακόμα κι αν κάποιος έκανε πως δεν τον έβλεπε, του φώναζε με αυτοπεποίθηση και χαρωπά την καλημέρα, κάνοντάς τον να ανταποδώσει τον χαιρετισμό.

Τελευταία, είχε παρατηρήσει πως μπορούσε η καλημέρα να φύγει αβίαστα από το στενά όρια της γειτονιάς και να ταξιδέψει σε άγνωστα δρομάκια. Το μυστικό της επιτυχίας δεν ήταν τίποτε άλλο από το νεοαποκτηθέν σκυλί του και οι μεγάλες τους πρωινές βόλτες. Κάθε πρωί, λοιπόν, με το που ανηφόριζαν προς το μεγάλο πάρκο κι έφευγαν από την πεπατημένη και γνώριμη οδό του σπιτιού, συναντούσαν ανθρώπους άγνωστους μα πρόσχαρους και καλοπροαίρετους, που έσπευδαν να σταματήσουν για ένα χάδι και μια καλημέρα. Τους περισσότερους, ιδιοκτήτες σκύλων κι εκείνοι, τους είχε μάθει από την πρώτη κιόλας βδομάδα. Σαν τους συναντούσε, πάντα αντάλλαζαν τον πρωινό χαιρετισμό και μερικές ευγενικές κοινοτυπίες, αν οι τετράποδοι συνοδοιπόροι τα έβρισκαν μεταξύ τους. Τα σκυλιά μυρίζονταν αναγνωριστικά να δουν αν τα χνώτα τους ταίριαζαν· οι άνθρωποι, από την άλλη, έλεγαν με χαμόγελα τετριμμένες κοινοτυπίες... Αν δεν υπήρχε ‘χημεία’ μεταξύ των κυνών, το συναπάντημα γινόταν από τα απέναντι πεζοδρόμια και οι καλημέρες δίνονταν στη… νοηματική. Όσο πέρναγε ο καιρός, άρχισαν να τον καλημερίζουν κι άλλοι που απλά τύχαινε να τους συναντά σχεδόν καθημερινά : ασκούμενοι που έκαναν τζόκινγκ, ηλικιωμένοι που λιάζονταν στα παγκάκια, μητέρες που έβγαζαν τα βλαστάρια τους να παίξουν, και ο κατάλογος πλήθαινε μέρα με τη μέρα όπως και οι καλημέρες.

Εκείνο το πρωί μπήκε στο σπίτι δύσθυμος και λιγάκι θυμωμένος με τον εαυτό του. Τον είχε δει πάλι εκείνο το πρωί, καθώς έβγαινε από το πάρκο. Είχε παρκάρει το τρίκυκλο με τη σαβούρα κι έψαχνε στον κάδο. Η ίδια τραγιάσκα, το ίδιο λερωμένο στρατιωτικό παντελόνι, η ίδια προσήλωση στο περιεχόμενο των σκουπιδιών. Δεν ήταν αλλοδαπός μήτε αθίγγανος, κι ας είχε ηλιοκαμένο πρόσωπο, σχεδόν μελαμψό. Το βλέμμα τους συναντήθηκε άθελα, αλλά το έστρεψε αμήχανα αλλού, όπως και τις άλλες φορές. Ντράπηκε για άλλη μια φορά να του απευθύνει μια… καλημέρα.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!