Η γυναίκα κούρευε τον άντρα πάνω στα τακούνια της. Ο άντρας κοιτούσε τον εαυτό του στον καθρέπτη που τον κούρευε η γυναίκα. Στο βάθος του κομμωτηρίου ένα κορίτσι έκανε πεντικιούρ σε ένα άλλο κορίτσι που κοιτούσε χωρίς να βλέπει τη γυναίκα που κούρευε τον άντρα που κοιτούσε στον καθρέπτη που μέσα του κουρευόταν. Έδειχναν ανήσυχοι, θα ’λεγε κανείς πως ήταν κιόλας. Ναι, ναι, αναμφίβολα ήταν ανήσυχοι και νευρικοί όλοι. Προπαντός η κομμώτρια, αφύσικα ψηλή στα τακούνια της.

Πρώτο ταράχτηκε το κορίτσι σπάζοντας το νύχι του άλλου κοριτσιού. Ένα «άουτς!» τάραξε τη σιγή.

«Πρόσεχε λίγο!»

Ο άντρας δεν αρκέστηκε στον καθρέφτη, γύρισε ξαφνικά για να δει το κορίτσι με το σπασμένο νύχι. Πιο πολύ γύρισε για να δει τις αντιδράσεις του. Έγινε σιωπή. Αλλά και δεύτερο ατύχημα. Η αιφνίδια περιστροφή του κεφαλιού του άνδρα μετέβαλε το χέρι της κομμώτριας άβουλο όργανο στους νόμους της φυσικής και το ψαλίδι προθυμοποιήθηκε να κόψει λίγο από το αυτί του. Το αυθόρμητο αίμα σε περιδίνηση πότισε το λαιμό του.

Η γυναίκα έφερε οινόπνευμα. Απολογήθηκε. Τώρα όλοι κοιτούσαν τον άνδρα που τον περιποιόταν η γυναίκα εξαιτίας εκείνης της αδέξιας κίνησης του. Έτρεξε για λίγο αίμα ώσπου σταμάτησε. Η μόνη που ταράχτηκε ήταν η κοπέλα με το αδικοχαμένο νύχι. Τώρα η πεντικιουρίστα έφερε μπροστά στο άλλο κορίτσι ένα τομίδιο με δείγματα από προσθετική νυχιών. Ολόκληρη γκαλερί. Και τα δυο κορίτσια χαμογελούν ευχαριστημένα ρίχνοντας κλεφτές ματιές στον άντρα που ξανά κουρεύεται. Η κομμώτρια είναι λίγο εκνευρισμένη και του συστήνει να μην κουνιέται. Εκείνος την κοιτά και μετά πάλι κοιτά το κορίτσι του πεντικιούρ. Ύστερα κάνει μια εσωτερική φιλοφρόνηση στον εαυτό του, ότι έχει ωραία μάτια. Εύθραυστοι όλοι περιμένουν την επικείμενη γρατσουνιά της αμηχανίας τους.

Όλα για λίγο μοιάζουν ακίνητα. Επαναλαμβανόμενες κινήσεις. Το ψαλίδι, η λίμα, η ηλεκτρική μηχανή. Ένα απαλό τρέμουλο σε λίγο. Η κομμώτρια πήρε χαμπάρι πρώτη την ανεπαίσθητη δόνηση. Τη συνέλαβε με τις κεραίες-στιλέτα των γοβακίων της. Η δόνηση που έγινε σιγά σιγά ένας μικρός σεισμός. Ανταμώθηκαν με το βλέμμα όλοι. Η κομμώτρια, ο άντρας, τα κορίτσια. Πάγωσαν. Ήταν σεισμός. Ήταν τρόμος. Ήταν το τρένο.

Ο άντρας ξεσηκώθηκε πρώτος. Μισοκουρεμένος αφήνοντας άναυδη την κομμώτρια.

«Πρέπει να φύγω». Άφησε ένα χαρτονόμισμα να πέσει μέσα σε ένα βουνό τρίχες.

«Μα δεν τελειώσαμε!». Η κομμώτρια τον παρακάλεσε ανόρεχτα να μείνει.

Κανείς όμως δεν ήθελε να μείνει. Σχεδόν αμέσως, ο άντρας, η κομμώτρια, τα κορίτσια ξεχύθηκαν από την έξοδο του κομμωτηρίου σαν πεταλούδες που τις απελευθέρωσε ο αόρατος συλλέκτης τους. Η κομμώτρια έβγαλε τις γόβες της για να τους προλάβει. Ο άντρας ακόμα φορούσε την πετσέτα στο λαιμό. Ξενυχιασμένα και μη κορίτσια τον ακολουθούσαν. Πίσω τους άφηναν τρίχες και νύχια, πιστολάκια και σαμπουάν. Ίσα που προλάβαιναν.

Το σικάτο τρένο με την κομψή γραμμή, προειδοποίησε βγάζοντας έναν μπάσο ήχο ότι θα παρέμενε μόνο για ελάχιστα λεπτά στο σταθμό, ποιο σταθμό δηλαδή, στο πουθενά να λέμε καλύτερα και ίσα που θα κατέβαιναν κάποιοι και κάποιοι θα ανέβαιναν ή μπορεί και κανένας να μην κουνιόταν. Ο άντρας πάντως πάτησε πρώτος το κατώφλι και η συρόμενη άνοιξε σαν αυλαία. Τα δυο κορίτσια ασθμαίνοντα έφτασαν αμέσως μετά και έγιναν κι αυτές τροφή αυτού του τόσο γοητευτικού γαλάζιου τρένου. Εκείνο χορτασμένο και εφηβικό άρχισε την τρεχάλα.

Μα η κομμώτρια δεν το πρόλαβε. Έτσι κι αλλιώς δεν ήταν στις προθέσεις της. Ποτέ δεν πρόφταινε να τελειώσει ένα κεφάλι,να βάλει σε εφαρμογή ένα κομμωτικό της πλάνο, σε τάξη, σε λογαριασμό έναν πελάτη, να κρατήσει μιαν υπάλληλο. Όλοι περνούσαν. Όλοι τις ξέφευγαν, γλιστρούσαν μέσα από τα χέρια της σαν τρίχες, χάνονταν στη λήθη του χρόνου σαν τα νύχια, εξατμίζονταν σαν άφτερ σέηβ. Πάσχιζε για μια μόνιμη πελατειακή συναναστροφή. Πετύχαινε μόνο την πρόβλεψη του σεισμού.

Οι μόδες περνούσαν και εκείνη ποτέ δεν τις εμπέδωνε. Μα στο τρένο δεν έμπαινε ποτέ, γύριζε πάντα στο μαγαζί και ήλπιζε αυτό το ξωτικό με τα βαγόνια να μην την διέκοπτε ποτέ ξανά.

 

_

γράφει ο Δημήτρης Τούλιος

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!