Μάτια γεμίζουν ουρανό.
Ευχές γίνονται αστέρια.
Το φέγγος τους κοιτώ ανάμεσα στων τρένων τη ροή.
Κι όμως κανένα δεν αποχωρίζεται το μαύρο κάδρο.
Οι μέρες στοιβάζονται κι εγώ περιμένω την ανατολή.
Χλωμιάζουν στη θέα των εξαθλιωμένων ψυχών
που κρατούν απ’ το χέρι το φόβο, τη φυγή.
Ανθρωποθάλασσα άπατρις και χέρσα.
Το πλήρωμα του χρόνου σήμανε στο συριγμό του τρένου.
Αμαξοστοιχία, με λίγα εκατοστά προσφορά στο σαρκίο μου, φωνάζει.
Βήματα βίαια ως την πύλη.
Είναι μικρή η πόρτα του παράδεισου.
Στο τρίτο σφύριγμα άρχισα ν’ αφήνω πίσω μου τα σύννεφα.
Στην ίδια μοίρα και η ζωή μου.
Σφάλισα τα μάτια παλιές εικόνες να μη βλέπουν.
Κι όλο εκεί, στη μάνα και τον αδερφό,
το βλέμμα της ψυχής στραμμένο.
Πότισαν τη γη με ό,τι αγαπώ με την αργυρή βροχή τους.
Μα εγώ είμαι εδώ, να προσμένω τον σταθμό.
Ο ενοχλητικός ήχος αγκάλιασε την κόπωση της αναμονής.
Η βύθιση, γλυκιά νεφέλη με ταξίδεψε στα ονείρατα μου.
Ένιωθα χαμόγελα και ειρήνη.
Παιδικό κλάμα μου φανέρωσε πως ο προορισμός αργούσε να φανεί.
Ήξερα πως κι αν το τρένο τερματίσει, το ταξίδι θα ήταν μπροστά μου.
Ο αχός σταμάτησε στην αποβίβαση.
Τα μάτια μου γέμισαν ουρανό κι ελπίδα.

 

_

γράφει η Βασιλική Ζωγραφούδη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!