Από μικρή της έλεγαν όλοι να μην μιλάει δυνατά γιατί οι τοίχοι έχουν αυτιά και θα μαρτυρήσουν τα μυστικά της. Έτσι, λοιπόν, η Ελένη έμαθε να μιλάει σιγά, πολύ σιγά, σχεδόν ανεπαίσθητα. Αντιθέτως, έμαθε να ακούει. Άκουγε τον κάθε ψίθυρο, την κάθε σκέψη πριν γίνει λόγος, άκουγε τα πάντα. Της άρεσε να περπατάει και να ψαρεύει αποσπασματικές κουβέντες των περαστικών και μετά, μόνη της, φανταζόταν τι εξέλιξη θα μπορούσε να έχει η κάθε μία. Δεν τολμούσε όμως να τις πει πουθενά, γιατί παντού γύρω της υπήρχαν τοίχοι και οι τοίχοι έχουν αυτιά και ακούνε τα πάντα. Στην ίδια όμως κανένας τοίχος δεν είχε μαρτυρήσει ποτέ τίποτα και η Ελένη τους συμπαθούσε γι’ αυτό. Έτσι μεγάλωνε με τις ιστορίες της και αυτήν την περίεργη συμπάθεια για τον ασβέστη. Πόσες φορές καθισμένη στο κρεβάτι της δεν σκέφτηκε πόσα πολλά θα μπορούσαν να σου διηγηθούν οι τοίχοι αν μπορούσαν να μιλήσουν. Οι τοίχοι είναι οι σιωπηλοί μάρτυρες κάθε στιγμής της ζωής μας. Αθόρυβοι, στητοί και διακριτικοί παρακολουθούν καυγάδες, χωρισμούς, γιορτές και συγκεντρώσεις, γέλια, φωνές, έρωτες.

Μια μέρα, αποφάσισε να κάνει μόνη της μία βόλτα στην πόλη. Χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, ήθελε απλά ν’ αφουγκραστεί τον παλμό της. Ερείπια παλιών σπιτιών την καλωσόρισαν σε γειτονιές και έμεινε να χαζεύει τα ίχνη των γκρεμισμένων τοίχων, που ακλόνητα μέσα στα χρόνια κουβαλάνε τα σημάδια άλλων εποχών . Άνθρωποι έδωσαν ζωή κάποτε σε αυτά τα σπίτια, που τώρα έχουν μείνει μόνο τα απομεινάρια τους. Φαίνονταν ξεκάθαρα, σε κάποιους από αυτούς, καρφιά που ίσως φιλοξενούσαν κάδρα των προηγούμενων ενοίκων ή φωτογραφίες. Μπορούσες να δεις ακόμη και το χρώμα τους σε κάποια σημεία. Άνθρωποι πέρασαν και χάθηκαν και ο χρόνος έσβησε ό,τι θύμιζε την παρουσία τους εκεί. Αλλά, από το πέρασμα του, γλίτωσαν λεπτομέρειες για να μαρτυρούν τώρα, πως, κάποτε, υπήρχε ζωή εκεί.

Έτσι, χωρίς να το καταλάβει, η Ελένη κατέληξε να σκέφτεται συνειρμικά τους ανθρώπους που έρχονται και φεύγουν από τη ζωή μας. Μπορεί να φύγουν απαλά και αθόρυβα ή σκληρά και βίαια, όμως τι γίνεται μετά; Χάνονται; Μήπως, εν τέλει, μοιάζουμε κι εμείς, oι άνθρωποι, με τα εγκαταλελειμένα ερείπια τοίχων; Αυτό που κάποτε θεωρούνταν παρουσία, πλέον ζει μέσα από την απουσία του. Ο χρόνος γιατρεύει, επουλώνει παλιές πληγές, ξεθωριάζει τη μνήμη και ο καθένας συνηθίζει να ζει μετρώντας απουσίες και παρουσίες. Πάντα όμως, κάτι έχει μείνει πίσω. Κάτι που κλειδώθηκε σε κάποιο μνημονικό σεντούκι ή που ξέφυγε από τη λαίλαπα του χρόνου. Όπως τα ίχνη των τοίχων που αντέχουν και παραμένουν όρθια, έτσι και αυτοί, οι μικροί παραβάτες, που κατάφεραν να γλυτώσουν από τον χρόνου, αποτελούν τα ίχνη στιγμών και ανθρώπων που περάσαν από δίπλα μας και χάθηκαν. Και ενώ οι μνήμες έχουν ξεθωριάσει, τα ίχνη αυτά έρχονται και αναζωπυρώνουν τα χρώματα και εσύ μένεις με μια όμορφη νοσταλγία τόσο για αυτές τις στιγμές, όσο και γι’ αυτό που ήσουν τότε και, έχοντας κρατήσει ό,τι πιο όμορφο από κείνα τα χρόνια, αγκαλιάζεις αυτό που είσαι τώρα. Ένα είδος ανακωχής.

Άλλοτε πάλι γίνεσαι φουρτουνιασμένη και σκοτεινή θάλασσα που δεν ηρεμεί. Υψώνεις κύματα - τείχη γύρω σου και σκύβεις το κεφάλι. Να μην βλέπεις τα ίχνη, να μην θυμάσαι. Μένεις κρυμμένος μέσα στα τείχη να γλείφεις μανιωδώς τις πληγές που, τι κρίμα, δεν έκλεισαν ποτέ και περιμένεις να κοπάσει το κύμα.

Η Ελένη γύρισε κουρασμένη σπίτι της αλλά ήθελε να μιλήσει σε κάποιον γι’ αυτές τις σκέψεις της. Όταν είδε πως μόνο η γιαγιά της ήταν σπίτι ξεκίνησε να της διηγείται όσα είδε και όσα σκέφτηκε. Όταν τέλειωσε, η γιαγιά της είπε να ξαπλώσει στα γόνατά της.

- Δυστυχώς, Ελένη μου, αυτή δεν είναι η μόνη σχέση που θα μπορούσαμε να έχουμε με τους τοίχους, της είπε σιγά, χαιδεύοντάς της τα μαλλιά. Εμείς οι άνθρωποι αγαπάμε να είμαστε χτίστες. Μας αρέσει να ορθώνουμε τοίχους μπροστά μας. Άλλοτε σαν ασπίδα και άλλοτε πάλι για να έχουμε κάτι να γκρεμίσουμε. Οι πρώτοι πάντα αφήνουν σημάδια και τα αφήνουν πάνω μας. Οι δεύτεροι είναι ακίνδυνοι και ίσως απαραίτητοι, με αυτούς σκοτώνουμε την μονοτονία μας, παίρνουμε δύναμη όταν γκρεμίζονται και συνεχίζουμε. Οι πρώτοι όμως είναι επικίνδυνοι γιατί δημιουργούνται από μας σκόπιμα για να μην βλέπουμε. Για να μας κρύβουν καταστάσεις και ανθρώπους, να θάβουν τους φόβους που δεν θέλουμε να αντιμετωπίσουμε και να μας κρατάνε σε νερά λιμνάζοντα. Μα να θυμάσαι Ελένη, πως τα στάσιμα νερά είναι βρώμικα…

 

_

γράφει η Μαρίλια Γιακουμή

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!