Select Page

Ο ανάποδος καθρέφτης, της Μαρίλιας Γιακουμή

Ο ανάποδος καθρέφτης, της Μαρίλιας Γιακουμή

 

 

Είναι πια εγκλωβισμένος σε ένα δωμάτιο ενός οίκου ευγηρίας. Εκτός από την νοσοκόμα, που έρχεται να δει αν όλα είναι καλά και να του δώσει τα φάρμακά του, κανείς άλλος δεν διακόπτει την ησυχία του. Στο δωμάτιο απλώνεται μια εκκωφαντική σιωπή που του αρέσει και εκείνος, στα 85 του χρόνια, περνάει τις μέρες του καθιστός σε μία πολυθρόνα με το βλέμμα του να ταξιδεύει έξω από το παράθυρο και να περιορίζεται από τη μάντρα του οίκου. Αν τον ρωτήσεις τι βλέπει, το πιθανότερο είναι να μην ξέρει. Οι μέρες του, το ίδιο απαράλλαχτες, διαδέχονται η μία την άλλη σ’ έναν αέναο κύκλο. Δεν έχει σημασία ο χρόνος γιατί δεν περιμένει τίποτα να αλλάξει. Τις τελευταίες μέρες όμως μια απρόσκλητη ανησυχία του έτρωγε το μυαλό. Δεν μπορούσε να την προσδιορίσει αλλά ένιωθε πως κάτι είχε ξεχάσει, κάτι δεν είχε κάνει σωστά. Δεν έδωσε σημασία. Λίγο τα φάρμακα, λίγο τα χρόνια, λίγο και το άνοστο φαγητό που του σερβίρανε, δεν άντεξε μάλλον και το μυαλό του άρχισε να του παίζει παιχνίδια. Είχε τη φήμη του στριμμένου γιατί δεν μίλαγε ποτέ σε κανέναν. Τους παραξένευε που δεν είχε επισκέψεις από συγγενείς ή κάποιον δικό του τόσα χρόνια.

Ωστόσο τα πράγματα δεν ήταν πάντα έτσι. Κάποτε είχε πολλούς ανθρώπους γύρω του που τον αγαπούσανε. Όλα άλλαξαν όμως όταν την έχασε. Ο κόσμος του σκοτείνιασε και ο ίδιος περισσότερο. Η κόρη τους ήταν μεγάλη και έμενε μόνη της. Έτσι μπόρεσε να διαχειριστεί την απομάκρυνση του πατέρα της. Αμέτρητοι ήλιοι ανέτειλαν και έδυαν και αυτός όλο και πιο αποξενωμένος. Ώσπου πήρε την απόφαση να περάσει τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του σε ένα αποστειρωμένο, από αναμνήσεις, δωμάτιο. Έτσι κατέληξε εδώ και ήταν, αλήθεια, πολύ ήρεμα χρόνια. Να όμως που τώρα κάτι τον ενοχλούσε.

Θα κοιμηθώ, σκέφτηκε και όταν ξυπνήσω θα έχεις εξαφανιστεί.

Και ξαφνικά όλα χάθηκαν. Από το βάθος ερχόταν ένα φως και το ακολουθούσε πιστά. Τι συνέβαινε; Στο τέλος του δρόμου υπήρχε ένα δωμάτιο και στο κέντρο αυτού ένας παλιός καθρέφτης. Πλησίασε δειλά, προσπαθώντας να καταλάβει τι συνέβαινε. Κοίταξε το είδωλό του αλλά δεν το είδε. Αντ’ αυτού, ο καθρέφτης του έδειξε αναμνήσεις που είχε κλειδώσει χρόνια τώρα στο σεντούκι του μυαλού του. Τον ήχο του γέλιου της, την υφή των μαλλιών της, τις βόλτες τους και τις αιώνιες υποσχέσεις που, σαν νεαροί εραστές, χάριζαν ο ένας στον άλλον. Ύστερα είδε σκηνές από την γέννηση της κόρης τους και βίωσε την ίδια ταραχή, τον ίδιο ενθουσιασμό, την ίδια συγκίνηση. Την είδε να μεγαλώνει, να χορεύει χαρούμενη στα οικογενειακά τραπέζια, να αγχώνεται για τις σχολικές εξετάσεις. Είδε τον εαυτό του συγχυσμένο και φοβισμένο όταν έμαθε για το πρώτο της ραντεβού και η θύμηση όλων αυτών των σκονισμένων αναμνήσεων τον έκανε να νοσταλγήσει. Μήπως τόσα χρόνια χάθηκαν χωρίς λόγο; Η απώλεια της γυναίκας του ήταν σίγουρα το πιο βαρύ πλήγμα που είχε δεχτεί ως τότε. Παραιτήθηκε τελείως και κλείστηκε στο σπίτι του. Να μην βλέπει και να μην ακούει κανέναν, μόνο αυτό τον ένοιαζε. Η μόνη επίσκεψη που αναγκαστικά δεχόταν ήταν της κόρης του και της εγγονής του, ώσπου και αυτές αραίωσαν.

Έπρεπε να περάσουν όλα αυτά τα χρόνια για να καταλάβει το λάθος του. Τώρα όμως που ήξερε τι έπρεπε να κάνει, πώς θα το διόρθωνε;

Όλα σκοτείνιασαν και πάλι. Ο ίδιος, καθισμένος ξανά στην ίδια πολυθρόνα, να κοιτάει την ίδια εικόνα έξω από το παράθυρο, ανάμεσα στους ίδιους χαιρέκακους τοίχους του δωματίου του. Ένα όνειρο ήταν. Να λοιπόν που οφείλονταν η σύγχυση που είχε τις τελευταίες μέρες. Ξύπναγαν μέσα του όσα είχε ναρκώσει. Κάλεσε την υπεύθυνη του ορόφου.

-Θέλω να πάρεις τηλέφωνο σ’ αυτούς τους δύο αριθμούς. Ο ένας είναι της κόρης μου κι ο άλλος του αδερφού μου. Έχω να τους δω και τους δύο, χρόνια. Να τους πεις ότι θα ήθελα να έρθουν μια από αυτές τις μέρες, ανοίγει ο καιρός και θα είναι ωραία να κάτσουμε έξω. Θα το κάνεις αυτό για μένα;

Η υπεύθυνη κούνησε το κεφάλι της καταφατικά, μην πιστεύοντας όσα άκουσε. Ο στριφνός και μονόχνοτος γέρος ήθελε να δει κόσμο και να κάτσει στον κήπο. Οπωσδήποτε έγινε κάποιο θαύμα.

Τις επόμενες μέρες ο γέρος φαινόταν όλο και πιο ευδιάθετος. Έπινε τον πρωινό καφέ του με τους υπόλοιπους ηλικιωμένους, διαβάζοντας την εφημερίδα τους και σχολιάζοντας την επικαιρότητα. Κατάλαβε πια πόσο ανάγκη είχε να μιλήσει, να γελάσει, να συζητήσει. Η ασπίδα που χρησιμοποιούσε τόσο καιρό δεν του προσέφερε τίποτα τελικά. Η ζωή ήταν όμορφη και φωτεινή και δεν σκόπευε να χάσει άλλες στιγμές.

Έπαιζε χαρτιά σ‘ ένα μεγάλο και στρογγυλό τραπέζι όταν την άκουσε. Μια παιδική φωνή τον φώναξε παππού. Στο άκουσμα της λέξης τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Γύρισε και είδε την εγγονή του να τρέχει κατά πάνω του και όταν πια έπεσε στην αγκαλιά του, τα χέρια του έκλεισαν σφιχτά γύρω της. Ήθελε να παγώσει το χρόνο και να την κρατήσει για πάντα εκεί. Σηκώθηκε μετά από λίγα λεπτά τρέμοντας και αγκάλιασε την κόρη του. Ήταν εκεί και του γελούσε. Ήξερε πως δεν την εγκατέλειψε. Ήξερε πως ένιωσε εκείνος όταν χάθηκε η μητέρα της, η γυναίκα του και τον συγχωρούσε. Όλοι τους είχαν έρθει. Ο αδερφός του και η κόρη του με την οικογένεια της.

Ένα περίεργο όνειρο με εκείνον τον παράξενο και ανάποδο καθρέφτη αρκούσε για να φέρει τα πάνω κάτω στον μοναχικό και παγωμένο του κόσμο. Οι κοινοί καθρέφτες έδειχναν ό,τι έβλεπαν οι άλλοι σ’ αυτόν. Τα γκρίζα του μαλλιά, τις βαθιές του ρυτίδες, το βλοσυρό του ύφος. Εκείνος ο καθρέφτης όμως, στο όνειρό του, του έδειξε όλα όσα δεν φανέρωνε σε κανέναν, ούτε στον ίδιο του τον εαυτό.

Όμως όλα αυτά τέλειωσαν. Όσο καιρό του έμενε να ζήσει θα τον πέρναγε κοντά τους. Αυτό θα ήθελε κι εκείνη άλλωστε. Χαιρέτησε τους ανθρώπους του γηροκομείου και μπήκε στο αμάξι του αδερφού του.

 

_

γράφει η Μαρίλια Γιακουμή

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αναζήτηση στη σελίδα

Προσαρμοσμένη αναζήτηση

Αρχείο

Είσοδος