Select Page

Ο Γιώργος Ρουσόπουλος συνομιλεί με την Αργυρώ Μουντάκη

Ο Γιώργος Ρουσόπουλος συνομιλεί με την Αργυρώ Μουντάκη

 

 

Γεννημένος στο Βόλο, ο Γιώργος Ρουσόπουλος έφυγε για σπουδές και επέστρεψε μετά από μία λαμπρή καριέρα ως καθηγητής Πανεπιστημίου. Με σπουδές στα Μαθηματικά και τη Φιλοσοφία και σημαντική ερευνητική εργασία είναι σίγουρα επιστήμονας που μπορεί να συζητήσει κανείς μαζί του με τις ώρες. Στη σύντομη συνέντευξη που ακολουθεί -με αφορμή το πρώτο του μυθιστόρημα “Καιρός για μυθιστόρημα”- αναδεικνύονται οι πιο σημαντικές πτυχές της προσωπικότητάς του και του έργου του.

 

 

Κύριε Ρουσόπουλε, μετά από αρκετά χρόνια, σπουδών, σημαντικής πανεπιστημιακής καριέρας και με οικογένεια πια, επιστρέψατε στη γενέτειρά σας, το Βόλο. Πώς σας φαίνεται ο Βόλος και οι άνθρωποι μετά από τόσα χρόνια απουσίας;

Έλειψα αρκετά χρόνια από την πόλη αλλά κρατούσα επαφή με συγγενείς, φίλους και γνωστούς, στο ενδιάμεσο διάστημα. Ωστόσο, η επιστροφή με έφερε αντιμέτωπο με διάφορα προβλήματα καθημερινότητας, τα οποία σιγά σιγά αντιμετωπίστηκαν. Η πόλη, αν και άλλαξε με πολλούς τρόπους, οι οποίοι με αποξένωσαν κάπως απ’ την πόλη των παιδικών και εφηβικών μου χρόνων,   παραμένει αγαπημένη. Η πόλη άλλαξε αλλά μήπως δεν άλλαξα κι εγώ;

 

Το πρώτο σας πτυχίο ήταν στα Μαθηματικά από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης ενώ συνεχίσατε τις σπουδές σας στη Φιλοσοφία στη Βρετανία και τις ΗΠΑ. Εξηγείστε μας, πώς συνδυάζονται αυτές οι δύο φαινομενικά αντίθετες κατευθύνσεις;

Όπως το θέσατε—φαινομενικά αντίθετες. Στο βάθος, ή σε τελευταία ανάλυση, δεν πρόκειται για τόσο διαφορετικές κατευθύνσεις, όπως οι αναγνώστες μπορούν αμέσως να καταλάβουν. Σε πρακτικό και ακαδημαϊκό επίπεδο βέβαια, πρόκειται για διαφορετικά αντικείμενα. Στην περίπτωσή μου, στράφηκα προς τη φιλοσοφία ακολουθώντας συστηματικές σπουδές. Αλλά το αντικείμενο με το οποίο ασχολούμαι στο πανεπιστήμιο απαιτεί το συνδυασμό των μαθηματικών, της λογικής και των επιστημών με τη φιλοσοφία, οπότε συνδύασα αρκετά καλά τα δυο αυτά ενδιαφέροντά μου. Άλλωστε πιστεύω, και όχι μόνον εγώ, ότι η φιλοσοφία «τρέφεται» από τις επιστήμες γενικά ενώ αυτές στηρίζονται ή θεμελιώνονται στη φιλοσοφία.   Ένας διάλογος μεταξύ τους είναι απαραίτητος όρος ύπαρξης και για τις δυο.

 

Εργαστήκατε επί σειρά ετών ως καθηγητής Πανεπιστημίου διδάσκοντας Επιστημολογία και Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Ποια είναι η γνώμη σας, τα ελληνικά Πανεπιστήμια μπορούν να συναγωνιστούν τα ξένα; Τα ευρωπαϊκά ή τα αμερικανικά;

Οι Έλληνες πανεπιστημιακοί, ερευνητές και στοχαστές έχουν διαπρέψει στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, και συνεχίζουν να διαπρέπουν. Δεν πρόκειται για θέμα ατομικών ικανοτήτων. Έχουμε όμως να αντιμετωπίσουμε, ειδικά στο εσωτερικό, δύσκολες συνθήκες: το θεσμικό επίπεδο, το επίπεδο υποδομών αλλά και το επίπεδο οικονομικής στήριξης – όλα αυτά αποτελούν σημαντικά εμπόδια τα οποία πρέπει με κάποιους τρόπους να ξεπεραστούν. Δεν χρειάζεται συνεπώς να συγκρινόμαστε διαρκώς με τα πανεπιστήμια του εξωτερικού και να αισθανόμαστε «φτωχοί συγγενείς». Υπό τις κοινωνικές συνθήκες που ζούμε, έχουμε τις δυνατότητες αλλά χρειάζεται και η αυτοκριτική για να γίνουμε καλύτεροι απ’ ό,τι είμαστε.

 

Το “Καιρός για μυθιστόρημα” είναι το πρώτο σας βιβλίο μυθοπλασίας. Είναι όντως μυθοπλασία ή βασίζεται σε αληθινά γεγονότα;

Ο πυρήνας των βασικών γεγονότων του βιβλίου είναι αληθινός, όσο αληθινά μπορεί να είναι τα γεγονότα. Ωστόσο ένα μυθιστόρημα δεν είναι τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται αλλά η μετάπλασή τους σε αλήθειες, σε βιωμένες πραγματικότητες που οργανώνονται στο πλαίσιο μιας αφήγησης. Το «Καιρός για μυθιστόρημα» δεν είναι λοιπόν η ιστορία του Μύλου του παππού μου, αν και βασίζεται σ’ αυτήν: είναι μάλλον «η ατελεύτητη τελετουργία» μιας περιπέτειας της μνήμης σε ανθρώπους, τόπους και γεγονότα.  

 

Τα γεγονότα του βιβλίου διαδραματίζονται στο Βόλο και στην ευρύτερη Θεσσαλία, τους τόπους και τις διαδρομές της περιοχής τα περιγράφετε πολύ γλαφυρά.

Οι τόποι όπου έλαβαν χώρα τα γεγονότα του βιβλίου με απασχόλησαν πάρα πολύ (όπως βέβαια απασχολούν κάθε συγγραφέα). Τους αντιμετωπίζω σαν   «ζωντανούς» ήρωες, πραγματικούς μετόχους στα δραματικά γεγονότα του μυθιστορήματος. Οι ήρωες «δένονται» με τους τόπους και έτσι φτιάχνονται τα γεγονότα.

"...είναι πολύ καλό όλοι μας να γράψουμε ένα μυθιστόρημα, το μυθιστόρημά μας — ας ασχολούμαστε με εντελώς διαφορετικά πράγματα στη ζωή μας."

Το βιβλίο πραγματεύεται τα τραγικά γεγονότα του εμφυλίου ιδωμένα από την πλευρά μιας οικογένειας που δεινοπάθησε από αυτόν. Όπως λέτε χαρακτηριστικά η “μεγάλη ιστορία” συνέθλιψε τους απλούς ανθρώπους, ενώ η ίδια πολύ λίγο επηρεάστηκε από αυτούς. Μετά από 70 περίπου χρόνια, που έχουν συμβεί αυτά τα γεγονότα ποια είναι η γνώμη σας για αυτήν την ανισορροπία θυσίας–αποτελέσματος;

Στο βιβλίο, τα δραματικά γεγονότα του εμφυλίου αποτελούν τον καμβά πάνω στον οποίο ο ήρωας / αφηγητής επιχειρεί να ανασυγκροτήσει την ιστορία του Μύλου του παππού του. Μέσω αυτής της διαδικασίας, ο ήρωας / αφηγητής συγκροτείται ο ίδιος -- μαθαίνει ποιος είναι, ποιοι είναι οι άλλοι, πώς συνδέονται όλοι αυτοί μεταξύ τους στο μεταπολεμικό κοινωνικό πλαίσιο της Ελλάδας. Ο ελληνικός εμφύλιος, για τον οποίο γράφτηκαν και γράφονται πολλά, δεν ήταν απλώς πόλεμος αλλά ήταν ένα ιστορικό γεγονός όπου κορυφώνονται οι δυνατότητες, οι συγκρούσεις και οι εντάσεις του ελληνισμού, όπως διαμορφώθηκαν πριν ακόμα από την επανάσταση του 1821. Ο Νίκος Εγγονόπουλος χαρακτηριστικά εκφράζεται για τον ελληνικό εμφύλιο ως εμφύλιο σπαραγμό. Πώς λοιπόν μπορείς να εξισορροπήσεις θυσίες και αποτελέσματα σε έναν εμφύλιο σπαραγμό;! Η ιστορία όμως «έγινε»: το ζήτημα είναι πώς διαχειριζόμαστε, και μάλιστα σήμερα, στους δύσκολους καιρούς που περνάμε, αυτά που έγιναν. Αναστοχαζόμαστε πάνω την ευθύνη που μας βαραίνει, ή λογαριάζουμε πώς θα πάμε παρακάτω; Ακούμε τις φωνές της μνήμης, που μας υπενθυμίζουν τα δύσκολα και τα γενναία, ή τις φωνές της λήθης, που μας χαλαρώνουν και μας παροτρύνουν να ξεχάσουμε; Το βιβλίο σκιαγραφεί, με τον τρόπο που ταιριάζει στο μυθιστόρημα, μια απάντηση σ’ αυτούς τους προβληματισμούς.

 

Προκειμένου να γράψετε το βιβλίο, πρέπει να ερευνήσατε πολύ και για πολύ καιρό.

Κάθε βιβλίο, είτε είναι μυθιστόρημα είτε ερευνητικό / επιστημονικό δοκίμιο, απαιτεί έρευνα, κόπο και χρόνο. Προσφέρει όμως και ανταμοιβές, πλούσιες μάλιστα ανταμοιβές. Θα ήθελα να δηλώσω ότι πρόκειται για το βιβλίο που έχω απολαύσει γράφοντάς το περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο που έγραψα. Βέβαια ενώ το γράψιμο δεν μου πήρε πολύ καιρό, όμως ο σχεδιασμός του με απασχόλησε πολλά χρόνια—σχεδόν από τότε που επέστρεψα στην Ελλάδα ύστερα από τις σπουδές μου στο εξωτερικό. Έπρεπε κάποια στιγμή να πάρω την μεγάλη απόφαση: να ασχοληθώ ειδικά με το γράψιμο αυτού του μυθιστορήματος. Δεν είχα όμως κάποια ιδιαίτερη εμπειρία σε αυτό το είδος γραψίματος. Ήθελα πολύ να το κάνω και έτσι ασκήθηκα σ’ αυτό σιγά σιγά. Παρεμπιπτόντως, είναι πολύ καλό όλοι μας να γράψουμε ένα μυθιστόρημα, το μυθιστόρημά μας — ας ασχολούμαστε με εντελώς διαφορετικά πράγματα στη ζωή μας. Το πιστεύω αυτό. Όλοι πρέπει να έχουμε αυτή την εμπειρία. Ας φαίνεται δύσκολο και επίπονο. Είναι δύσκολο, χωρίς αμφιβολία. Αλλά πρόκειται για μια βαθιά εσωτερική, προσωπική εμπειρία, η οποία φέρνει στο φως, με λιγότερη ή περισσότερη επιτυχία, τις σχέσεις μας με τον εαυτό μας, με τους άλλους, με τα γεγονότα, με την ιστορία. Μια τέτοια σύνθεση δεν είμαστε άλλωστε;

 

Οι εν ζωή ήρωές σας πώς υποδέχτηκαν το βιβλίο σας;

Οι πραγματικοί «ήρωες» - πρωταγωνιστές του βιβλίου, όπως καταλαβαίνετε, δεν ζουν πλέον για να δούμε πώς θα υποδέχονταν το βιβλίο. Αλλά υπάρχουν πολλοί «παράπλευροι» άνθρωποι – συγγενείς, φίλοι, γνωστοί -- που γνώρισαν, έζησαν, άκουσαν, πόνεσαν και χάρηκαν με αφορμή τα γεγονότα του βιβλίου. Υπάρχουν όμως και άλλοι άνθρωποι που δεν σχετίζονται άμεσα με τα γεγονότα του βιβλίου, οι οποίοι το διάβασαν και άλλοι απ’ αυτούς συγκινήθηκαν, άλλοι πόνεσαν, άλλοι χάρηκαν και δεν ξέρω τι άλλο. Νομίζω ότι το βιβλίο δεν προσφεύγει τόσο στον συναισθηματικό κόσμο του αναγνώστη – παρά το ότι τα γεγονότα είναι πολύ δραματικά, όσο στην αίσθηση της ιστορικότητας, της πολιτικής και της δραματικότητας που υφέρπει στην πραγματικότητα. Βέβαια, οι αναγνώστες προσεγγίζουν το βιβλίο, όπως οποιοδήποτε άλλο βιβλίο, με ό,τι μέσο διαθέτει ο καθένας, και το βιβλίο δοκιμάζεται με το να τους συγκινήσει, να τους κρατήσει «άγρυπνους», να τους   αγγίξει στις πιο βαθιές, εσωτερικές τους χορδές. Το βιβλίο παραμένει πάντοτε «ανοικτό» στην δική μας ερμηνεία.

 

Με ποιο τρόπο ένα βιβλίο με θέμα την αιματοχυσία του εμφυλίου μπορεί και πρέπει να αγγίξει τον σύγχρονο Έλληνα;

Αυτή είναι η πιο δύσκολη ερώτηση. Μια ερώτηση που μάλλον δεν μπορώ να απαντήσω για λογαριασμό άλλων. Δυσκολεύομαι να την απαντήσω ακόμα και για λογαριασμό μου—το παλεύω, το επιχειρώ αλλά, πάλι, δεν είμαι βέβαιος για την απάντησή μου. Λέω πάλι ότι δεν πειράζει που δεν μπορούμε να απαντήσουμε. Φτάνει να την σκεφτόμαστε και να την ξανασκεφτόμαστε. Γιατί δεν πρόκειται απλώς για έναν πόλεμο που ήρθε και πέρασε αλλά για την ανθρώπινη κατάσταση, πολύ περισσότερο, για την ανθρώπινη κατάσταση που αφορά εμάς—τους γονείς μας, τα παιδιά μας τελικά.

 

Έχετε στα σχέδιά σας την έκδοση κάποιου επόμενου βιβλίου;

Τα ζητήματα που με απασχολούν αυτόν τον καιρό αναφέρονται στην ελληνική ιστορία της δεκαετίας του 1960. Πρόκειται για «πραγματικά» γεγονότα που χαρακτηρίζουν το σχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας και φέρνουν πολλούς από εμάς σε επαφή με την νεανική τους περίοδο. Το σχεδιάζω σαν μια τριλογία, που θα κλείσει με μια ιστορία που θα αναφέρεται στην επίσης ταραγμένη από πολιτική άποψη δεκαετία του 1970. Αλλά μέχρι τότε έχουμε, δηλαδή, έχω πολλή δουλειά να κάνω. Και, όπως είπαμε, τα βιβλία θέλουν δουλειά.

 

Σας ευχαριστώ πολύ, εύχομαι να σας ξαναφιλοξενήσουμε σύντομα με ένα ακόμα ωραίο μυθιστόρημά σας!

Και εγώ σας ευχαριστώ που μου δώσατε την ευκαιρία να επικοινωνήσουμε.

 

_

γράφει η Αργυρώ Μουντάκη

Γιώργος Ρουσόπουλος

Καιρός για μυθιστόρημα

Εκδόσεις Απόπειρα, 2013

 

Το ακόλουθο απόσπασμα, δείγμα της ωραίας και συγκινητικής γραφής του Γιώργου Ρουσόπουλου, από το βιβλίο, σελ. 17:

 

“Στο σπίτι μας δεν είχαμε παππού· και, καθώς δεν είχαμε παππού ούτε απ’ την πλευρά του πατέρα μου, αισθανόμουνα πολύ δυστυχισμένος. Γυρίζαμε καμιά φορά με τον φίλο μου τον Κωστή στο σπίτι, περνώντας απ’ την πλατεία και, μόλις βλέπαμε τον παππού του τον Γραμμένο στο καφενείο του Κανάρη, τρέχαμε κι οι δυο καταπάνω του. Αυτός σταματούσε λιγάκι να παίζει χαρτιά κι έπαιρνε τον Κωστή στα γόνατά του και τον κανάκευε. Εμένα όμως; Καθόμουν κι εγώ δίπλα του παραπονεμένος και περίμενα πότε θα φύγουμε. Άλλες φορές πάλι μας μοίραζε στα δύο το λουκούμι που είχε κερδίσει στα χαρτιά ή στο τάβλι – γιατί ήξερε ότι ήμαστε φίλοι. Εμείς, μασουλώντας το, κοιτούσαμε ο ένας το στόμα του άλλου που το έτρωγε με ευχαρίστηση. Τουλάχιστον παινευόμουν σιωπηρά, χωρίς να το λέω σε κανέναν, ότι κάποτε εμείς είχαμε παππού που ήταν δάσκαλος – δεν ήταν και συνηθισμένο πράγμα να έχεις παππού δάσκαλο. Αλλά είχαμε – τώρα δεν έχουμε. Προπαντός όμως δεν τον γνωρίσαμε.

Ο παππούς για μας ήταν μια απουσία. ”

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018

Κερδίστε το!

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!