Ο Γλύπτης, του Chris Carter

10.02.2020

σχόλια

Ο εισαγγελέας Ντέρεκ Νίκολσον βρίσκεται άγρια δολοφονημένος στο σπίτι του κι ο ένοχος, που τον έχει διαμελίσει, έχει φτιάξει ένα γλυπτό από τα μέλη του σώματός του. Τι θέλει να δείξει με αυτήν του την κίνηση; Ποιο μήνυμα κρύβεται στην κατασκευή αυτού του φρικιαστικού δημιουργήματος; Γιατί ιατροδικαστής και ντετέκτιβ της αστυνομίας επιμένουν πως αυτήν τη φορά έχουν να κάνουν με το απόλυτο κακό; Θα υπάρξουν κι άλλα θύματα του γλύπτη; Πώς θα καταφέρει ο έμπειρος ψυχολόγος και ντετέκτιβ του Τμήματος Ανθρωποκτονιών της Αστυνομίας του Λος Άντζελες Ρόμπερτ Χάντερ να λύσει αυτόν τον ματωμένο και φρικιαστικό γρίφο;

Αυτή είναι η τέταρτη υπόθεση που αναλαμβάνει ο Ρόμπερτ Χάντερ, ένας ιδιοφυής και χαρισματικός άνθρωπος, με υψηλό δείκτη ευφυίας και πολύ καλή γνώση της ανθρώπινης συμπεριφοράς και ψυχολογίας. Ο Χάντερ, πτυχιούχος Ψυχολογίας και με διδακτορικό στην Ανάλυση Εγκληματικής Συμπεριφοράς και στη Βιοψυχολογία, είδε τη ζωή του να ανατρέπεται οριστικά όταν ο πατέρας του έπεσε θύμα ληστείας από αγνώστους. Η μανία του για εκδίκηση και η αδυναμία των ερευνών να εντοπιστούν οι ένοχοι τον οδήγησαν να καταταγεί στους κόλπους της Αστυνομίας. Η αλματώδης καριέρα του τον ενσωμάτωσε στη Διεύθυνση Ληστειών και Ανθρωποκτονιών. Σε αυτό το μυθιστόρημα μάλιστα μαθαίνουμε πόσο διαφορετικός ήταν ο Χάντερ από μικρός: μπορούσε να μαθαίνει γρηγορότερα από τους περισσότερους κι ενώ ο μέσος μαθητής τελείωνε στα δεκατέσσερα το γυμνάσιο, εκείνος είχε ήδη βγάλει την ύλη του δημοτικού και του γυμνασίου στα έντεκα, εξ ου και η φοίτησή του στη Σχολή Μέρμαν για Χαρισματικά Παιδιά: «-Έκανες το πρόγραμμα της Μέρμαν να μοιάζει τόσο εύκολο, που δεν ήξεραν σε ποια τάξη να σε βάλουν» (σελ. 139).

Από την άλλη, ο συνεργάτης του, Κάρλος Γκαρσία, είναι παντρεμένος με τη γλυκιά Άννα και γιος ομοσπονδιακού πράκτορα, μιας και αγνόησε τις προτροπές της μητέρας του, που ήξερε καλά τους κινδύνους και τα προβλήματα από ένα τέτοιο επάγγελμα, και ακολούθησε τα βήματα του ήρωά του, του πατέρα του! Σε αυτό το βιβλίο μάλιστα τονίζεται ακόμη περισσότερο ο υπομονετικός χαρακτήρας της Άννας Γκαρσία ως προς τα ξενύχτια και την αγωνία του άντρα της ενώ αυτή η πληροφορία χρησιμοποιείται ως αντίβαρο στη συναισθηματική μοναξιά του Ρόμπερτ Χάντερ, που έχει συνειδητοποιήσει ποιος είναι και τι του στοιχίζει μια δουλειά που την αγαπάει πολύ.

Αυτό λοιπόν το ντουέτο αναλαμβάνει την πιο φριχτή ως τώρα υπόθεση που έχουν συναντήσει, μιας και αρχικά τουλάχιστον δε φαίνεται κάποιος συνδετικός κρίκος ανάμεσα στα θύματα κι επιπλέον ο τρόπος θανάτου είναι ασύλληπτα απάνθρωπος. Κομμένα μέλη και ζωτικά όργανα, κομμάτια και σάρκες έχουν αφαιρεθεί βασανιστικά αργά και σαδιστικά για να σχηματίσουν γλυπτά ενώ ο πρώην κάτοχός τους δέχεται τη φροντίδα που χρειάζεται για να μην πεθάνει από την αιμορραγία των κολοβομένων ή αφαιρεμένων μελών μέχρι να τελειώσει το δημιούργημά του ο φονιάς. Ο συγγραφέας επιπλέον δεν είναι καθόλου φειδωλός στις περιγραφές του, φτάνοντάς με στο σημείο να αναρωτηθώ αν είναι απαραίτητες όλες αυτές οι λεπτομέρειες ώστε ν’ αποτυπωθεί περισσότερο η ατμόσφαιρα φόβου και πανικού που επικρατεί όσο τα θύματα αυξάνονται ή δίνονται χάριν εντυπωσιασμού. Ειδικά στο σημείο που κάποιος από αυτούς δεν ένιωθε τίποτα γιατί ο δολοφόνος είχε μαχαιρώσει ακριβώς τον σπόνδυλο που απαιτείται για να παραλύσει από τον λαιμό και κάτω, με εκτενείς ιατρικές αναφορές από την ιατροδικαστή που τον εξέτασε, μου χάρισε πάμπολλα κύματα ανατριχίλας. Η σειρά με τον Ρόμπερτ Χάντερ θέλει γερά νεύρα και άπλετο φως όσο κρατάει η ανάγνωση.

Δεν μπορώ φυσικά να παραβλέψω το γεγονός πως η γραφή είναι εθιστική και συναρπαστική, ειδικά για όσους έχουν γερό στομάχι. Δεν κατάφερα να προσπεράσω ούτε μια σειρά από τις περιγραφές των δολοφονιών ούτε όμως και από το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο κινούνται οι Χάντερ και Γκαρσία κατά τη διάρκεια των ερευνών τους. Πάντως, ο συγγραφέας, που για άλλη μια φορά δείχνει τις γνώσεις του και την εμπειρία του από τον χώρο της εγκληματολογικής ψυχολογίας (χάρη σε αυτόν έμαθα εδώ όλα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του τεστ κηλίδων μελάνης Ρόρσαχ στην παρούσα υπόθεση), δε γράφει επιφανειακά ή με σκοπό να προκαλέσει αλλά ξέρει να τοποθετεί και διακριτικά κοινωνικά μηνύματα στα γραπτά του και να φωτίζει διάφορες και διαφορετικές πλευρές της αμερικανικής κοινωνίας, δημιουργώντας έτσι μια ολοκληρωμένη τοιχογραφία του Λος Άντζελες.

Στον «Γλύπτη» έχουμε το γνωστό μοτίβο: θύματα με κοινό τρόπο δολοφονίας και βασανισμών, αγώνας δρόμου ενάντια στον χρόνο να βρουν οι ντετέκτιβ τον δολοφόνο πριν σκοτώσει κι άλλους, συναρπαστικές λεπτομέρειες με τις διαδικασίες που χρησιμοποιούνται για ταυτοποιήσεις, έρευνα αρχείων κλπ., με έμφαση αυτήν τη φορά στο χακάρισμα και στην πολύτιμη ψηφιοποίηση δεδομένων, εγγράφων και πληροφοριών, όλα διάσπαρτα κομμάτια ενός παζλ που φαίνεται να μην έχουν συνεκτικότητα. Ανατροπές, εμπόδια και απρόβλεπτες εξελίξεις, λέξεις-κλειδιά και λεπτομέρειες που πρέπει να δώσεις μεγάλη σημασία για να σε οδηγήσουν εκεί που πρέπει και η ένταση κορυφώνεται από σελίδα σε σελίδα. Ομολογουμένως οι έρευνες αργούν να μπουν στη σωστή πορεία, κάτι που δίνει την ευκαιρία στον συγγραφέα να προσθέσει δευτερεύουσες ιστορίες, να αλλάξει τις οπτικές γωνίες αφήγησης και να βάλει τον αναγνώστη για τα καλά στο παιχνίδι της έρευνας μιας ταυτότητας ενόχου. Χάντερ και Γκαρσία αλλά και η Άλις Μπόμοντ, που τους «φυτεύει» ο εισαγγελέας της κομητείας του Λος Άντζελες Ντουέιν Μπράντλι, στην κυριολεξία ξεσκονίζουν τα πληροφοριακά συστήματα και αρχεία της πόλης, της κομητείας, της χώρας όλης όσο η σιδηρά προϊσταμένη του Τμήματος, Μπάρμπαρα Μπλέικ δέχεται τις γνωστές άνωθεν πιέσεις για επίλυση της υπόθεσης.

Η Άλις Μπόμοντ είναι μια γυναίκα που συμπάθησα εξαρχής, εισήλθε ως η καλύτερη ερευνήτρια που γνώριζε ο Μπράντλι από το Γραφείο Ερευνών Εισαγγελίας της Κομητείας του Λος Άντζελες κι εξελίχθηκε σε δεινή χάκερ, χαρισματική ντετέκτιβ και παλιά γνώριμος του Χάντερ, με τον οποίο αρχίζει να αναπτύσσεται ένα διακριτικό φλερτ. Ο όγκος και η πίεση της δουλειάς τούς βοήθησε να βρουν αρκετά κοινά στοιχεία ως προς τον τρόπο δράσης που ακολουθούν και να έρθουν πιο κοντά, ο χειρισμός τους όμως από τον συγγραφέα είναι αρκετά διακριτικός και ανθρώπινος. Ας μην ξεχνάμε πως ζουν και δουλεύουν στο Λος Άντζελες, μια πόλη με ποικίλα γούστα κι ενδιαφέροντα, με ανύπαρκτο ύπνο μα πάνω απ’ όλα με πολλούς παρανοϊκούς δολοφόνους: «Με το που έπιαναν έναν μανιακό και τον έστελναν στη φυλακή, άλλοι δύο, τρεις, τέσσερις εμφανίζονταν στους δρόμους. Η ζυγαριά έγερνε στην αντίθετη μεριά. Πόσο ειρωνικό ήταν που η Πόλη των Αγγέλων τραβούσε το κακό περισσότερο από κάθε άλλη στις ΗΠΑ» (σελ. 125). Για άλλη μια φορά, ο συγγραφέας σηκώνει τα χέρια ψηλά με τον βαθμό παράνοιας που συναντάει κανείς στο υπέροχο και συναρπαστικό κατά τα άλλα Λος Άντζελες, στο οποίο και πάλι μας ταξιδεύει με κινηματογραφική ματιά και μας ξεναγεί στα do’s and don’t’s της πόλης.

Στο μυθιστόρημα έχουμε μεταξύ άλλων μια έντονα επικριτική θα έλεγα ματιά απέναντι στο κόστος ψηφιοποίησης και την έλλειψη πόρων από το κράτος. Με απτά παραδείγματα και σωστά επιχειρήματα, μιας και η έλλειψη πρόσβασης από απόσταση μόνο εμπόδια και χρονικές καθυστερήσεις δημιουργεί, σε διάφορα σημεία τονίζει ο συγγραφέας πόσο σημαντικό είναι τα δεδομένα να αναρτώνται σε εθνικές βάσεις ή έστω να αποθηκεύονται σε ηλεκτρονική μορφή για ταχύτερη διερεύνηση. Αν μάλιστα σκεφτείς πως μέρος της έρευνας διεξάγεται σε μια βιβλιοθήκη που ακόμη δουλεύει με δελτιοκαταλόγους καταλαβαίνει κανείς για τι χάσιμο χρόνου μιλάμε. Όταν επιπλέον η βιβλιοθήκη ανήκει σε φυλακή, ο συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία να στηλιτεύσει τις ανισομερείς δημόσιες δαπάνες: «Ως υπάλληλος της Εισαγγελίας, η Άλις καταλάβαινε το λόγο που η ψηφιοποίηση των βιβλιοθηκών στις φυλακές προχωρούσε αργά. Όλες οι ενέργειες της κυβέρνησης συνδέονταν με τον προϋπολογισμό που διέθετε γι’ αυτές. Ο προϋπολογισμός άλλαζε από χρόνο σε χρόνο, βάσει των προτεραιοτήτων που ετίθεντο. Το σωφρονιστικό σύστημα της Καλιφόρνιας άλλαζε ριζικά με νέες μεταρρυθμίσεις και η Άλις μάντευε πως ο εκσυγχρονισμός των βιβλιοθηκών δε βρισκόταν ψηλά στη λίστα προτεραιοτήτων» (σελ. 240).

Ωραία όλα αυτά αλλά με την καθαυτή κεντρική ιδέα τι γίνεται; Όσο κι αν θέλω να γράψω τις σκέψεις μου γι’ αυτήν ή τυχόν αντιρρήσεις και προβληματισμούς που έχω, δε θα μπορέσω να το κάνω γιατί είναι τόσο σαγηνευτική η επίλυση της υπόθεσης, τόσο παραστατικές οι σκηνές των ανακρίσεων και των ερευνών, τόσο ζωντανοί οι διάλογοι και τόσο ποικίλοι οι χαρακτήρες που εξετάζονται και μπερδεύουν ή ξεκαθαρίζουν κάποιες καταστάσεις, που ο αναγνώστης οφείλει στον εαυτό του να αφοσιωθεί στο βιβλίο αυτό απερίσπαστος και ανεπηρέαστος. Γιατί φτιάχνονται τα γλυπτά; Έχει κάποιο σχέδιο ο δολοφόνος ή προχωράει στα τυφλά; Τι θέλει να δείξει με τις πράξεις του; Καθοδηγεί σωστά ή επιφέρει επίτηδες σύγχυση; Φυσικά και είναι δύσκολο να βρεθεί η πραγματική ταυτότητα του δράστη, όμως η τελική αποκάλυψη με εξέπληξε, από την άποψη ότι βασίζεται σ’ ένα στερεότυπο ανθρώπου που δύσκολα θα κατέφευγε σε τέτοιες φρικαλεότητες, είναι όμως απόλυτα δικαιολογημένο και πειστικό το πρίσμα υπό το οποίο δρούσε.

«Ο Γλύπτης» είναι ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα, γεμάτο ένταση, σασπένς και συναρπαστικά παιχνίδια μυαλού. Οι δύο ντετέκτιβ, Χάντερ και Γκαρσία, δύο πολύ ιδιαίτερες και ξεχωριστές προσωπικότητες, αντιμετωπίζουν έναν πραγματικά κακό δολοφόνο, για τον οποίο γνωρίζουν ελάχιστα και ανακαλύπτουν ακόμη λιγότερα. Ρεαλισμός, κινηματογραφικοί διάλογοι και απανωτές εναλλαγές σκηνών προσφέρουν ταχύτητα και παλμό κατά την ανάγνωση του κειμένου ενώ η καθαυτή υπόθεση με συνεπήρε και με ξενύχτησε για άλλη μια φορά.

Ακολουθήστε μας!

Κερδίστε το!

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

Επιμέλεια άρθρου Πάνος Τουρλής

Επιμέλεια άρθρου

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου