Ο γυρισμός

24.10.2015

 

 

Ήρεμη ήταν η θάλασσα σ’ όλο το ταξίδι και ο ήλιος αντιφέγγιζε πάνω της. Ο ουρανός ψηλά ήταν λίγο θαμπός, μα ήταν εντελώς άδειος από σύννεφα. Κοιτούσε τη θάλασσα που άσπριζε και αυλακώνονταν από το καράβι και ένιωσε σαν να ζαλίστηκε, έστω και αν δεν κουνούσε καθόλου. Προσπάθησε να κοιτάξει αλλού, στο βάθος του ορίζοντα, πάλι το ίδιο ένιωσε. Ακόμη κι αυτός ο ανεπαίσθητος κυματισμός σαν να τον ζάλιζε, τον ανακάτευε.
«Ξέμαθα, ξέμαθα τα ταξίδια, έγινα πιο στεριανός και από τους στεριανούς», ψιθύρισε στον εαυτό του. Αποφάσισε να μπει μέσα στο σαλόνι του πλοίου, να φύγει από το κατάστρωμα, να μην βλέπει ούτε καν αυτόν τον απαλό κυματισμό, να μην νιώθει καν το αργό λίκνισμα του πλοίου.

Το ελαφρύ, αλλά αισθητό τράνταγμα του καραβιού, από την κάπως άτσαλη απόλυτη προσέγγισή του στο μόλο, τον έκανε να χάσει προς στιγμή την ισορροπία του, καθώς δεν κρατιόταν από κάπου. Περίμενε τον ήχο της σκάλας, το γνωστό χαρακτηριστικό τρίξιμο που έκανε στην κάθοδό της, περίμενε πρώτα να ακούσει και μετά να κατέβει στο πρώτο κατάστρωμα, να συρθεί πίσω από τους άλλους επιβάτες και να πηδήξει σε μια γη που είχε να την πατήσει τριάντα σχεδόν χρόνια. Ήταν από ώρα όρθιος και αγνάντευε με λαχτάρα τον τόπο του, καθώς πλησίαζε το πλοίο. Με μία επιδέξια κίνηση του μέσου δακτύλου, του δεξιού του χεριού, εκτόξευσε το τσιγάρο του προς τη μεριά της θάλασσας κι εκείνο διέγραψε μία ελάχιστη κόκκινη καμπύλη τροχιάς, εντοπιζόμενη από τη καύτρα του. Ετοιμάστηκε να κατέβει.
Το γεναριάτικο φως έμοιαζε περισσότερο καλοκαιρινό, παρά χειμωνιάτικο, ήταν άπλετο, λες και ήταν πιο ζωντανό εδώ. Άραγε να ήταν η ιδέα του; Ανάσαινε τον αέρα με ευχαρίστηση, άξιζε τελικά η μεγάλη ταλαιπωρία του. Κοιτούσε γύρω του και δεν πίστευε που βρίσκεται. Αλλά ήταν αλήθεια, βρισκόταν στον τόπο που έζησε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια. Η νοσταλγία ανάβλυζε τώρα περισσότερο από μέσα του, τον πλημμύριζε από παντού. Κοιτούσε, κοιτούσε και δε χόρταινε.
Πολλά ήταν ακόμη ίδια, δρόμοι, κάποια σπίτια, μόνο οι άνθρωποι θα άλλαξαν σκέφτηκε, αλλά για όλα τ’ άλλα άψυχα πράγματα λες και ο χρόνος είχε σταματήσει.
«Ένα πέρασμα ήταν πάντα ετούτο το χωριό - πέρασμα έμεινε», μονολόγησε.

Κατά παράξενο τρόπο, όσο περνούσε η ώρα, γινόταν ολοένα και πιο γαλήνιος κι ας κόντευε σε λίγο στο δικό του σπιτικό.
Να το, έφτασε. Τα σημάδια της εγκατάλειψης, είναι κάτι παραπάνω από ορατά πάνω του, σχεδόν είναι ένας σωρός από ερείπια, ένας σωρός από πέτρες. Ένα δέντρο γέρνει πάνω του και το σκεπάζει, το αγκαλιάζει.

Γύρισε πίσω στον χρόνο, μόλις αντίκρισε τα χαλάσματα. Διάσπαρτες αναμνήσεις της παιδικής του ηλικίας, σαν εικόνες ολοζώντανες, παρουσιάζονται μπροστά του. Χάθηκε με τα μάτια της ψυχής του και από τις αποθηκευμένες μνήμες του, βλέπει ξανά τα γκρεμισμένα πορτοπαράθυρα του σπιτιού του, όπως ήταν κάποτε.
Μπαίνει μέσα, μπαίνει με το νου του, στο σπίτι που είχε λικνιστεί ως βρέφος, εκεί που τα μεσημέρια των επιστροφών από τη θάλασσα, η άμμος έτριζε σε κάθε του βήμα, κολλημένη στις γυμνές πατούσες του. Μπαίνει ξανά στο σπίτι που κάποτε τα όνειρά του προσπαθούσαν να δραπετεύσουν από κάθε χαραμάδα προς τον έξω κόσμο. Εκεί που το πρώιμο σπέρμα του, σύμμαχος της βροχής και των υγρών καλοκαιριών, είχε νοτίσει τους τοίχους. Ξαναβλέπει τον ξύλινο σοφά τους, την εσωτερική τους κάμαρα, τα έντονα χρώματά της, ακριβώς όπως ήταν.
Συγκινήθηκε, η καρδιά του άνοιξε στα δύο όταν παραμέρισε τα κλαδιά και έφτασε μπροστά στην ξύλινη εξώπορτα που καθόταν ο ίδιος κάποτε. Στην μνήμη του φέρνει τη συγχωρεμένη τη μάνα του, με τα χέρια γεμάτα ζυμάρι και ακούει παιδικές, χαρούμενες φωνές και έξαφνα γιομίζει ζωή το μικρό σπιτάκι.
Αντικρίζει ξανά τις σιωπηλές πλάτες του πάππου του, το σκυφτό κορμί του, τον βλέπει να μπαλώνει πάλι τα φτωχά δίχτυα, με τα ηλιοψημένα χέρια, στην συνηθισμένη θέση του. Όλα περνάνε μπροστά από τα μάτια του, γέμισαν οι κηρήθρες της ψυχής του από τις παλιές εικόνες της ζωής του.

 

_

γράφει ο Ευστάθιος Γαϊτανίδης

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας

Φωτιά

Φωτιά

Μη με κρατάς! Θέλω να πάω κοντά. Τυφλώνομαι απ’ την ομορφιά της. Πρέπει να την αγγίξω κι ας γίνω ανάμνηση στη δίνη της. Είναι η σωτηρία μου. Η αρχή και το τέλος των πάντων.Καρδιά από πέτρα, χέρια και πόδια φτιαγμένα από χαλάζι. Τί να σου κάνουνε κι αυτά;...

Φωτιά

Έως το τίποτα

Σκιάχτρα μορφές Έρχονται και ταράζουν τα όνειρά μου Η διέξοδος μέσα μου Ομίχλη απέραντη   Ταξίδια ανείπωτα Ανατριχιάζουν στο βλέμμα μου Ψιλά γράμματα οι λέξεις Στη συμφωνία θανάτου   Σιωπή απόλυτη Συμπαραστάτης στο πλάι μου Και βήματα μετρημένα...

Όνειρα γραμμένα σε δίσκους

Όνειρα γραμμένα σε δίσκους

Τα θυμάμαι εκείνα τα τραγούδιαόνειρα καλοκαιρινά, αγκαλιές κάτω από τ' άστρα.Θυμάμαι την μελωδία, το στίχο, τον ρυθμόθυμάμαι, θυμάμαι την ζεστασιά και το σ' αγαπώ. Να τ' οι δίσκοι, να και τα όνειρα μαςκάθε μελωδία ξεχωριστή, όπως και κάθε μέραμια μελωδία...

Η ελιά

Η ελιά

           Μεγάλη παρηγοριά φίλε μου το γράψιμο. Σου κρατάει απίστευτη συντροφιά. Έτσι και γράψεις στο χαρτί - ή όπου αλλού δεν έχει σημασία- αυτά που σου βαραίνουν το μυαλό και την καρδιά, πάει περίπατο η όποια μοναξιά σου. Αν δε παράλληλα, τα όσα σου...

Εγγαστριμυθία

Εγγαστριμυθία

             Πόσες ημέρες να έχουν περάσει που η Θεανώ δεν έχει ανταλλάξει δυο ανθρώπινες λέξεις με συνάνθρωπό της; Μια εβδομάδα, δυο;            “Και να δεις που, έτσι όπως πάει το πράμα, θα ξεχάσω πώς μιλάνε οι άνθρωποι, αφού εισπράττω μόνο ήχους και δεν...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Εγγαστριμυθία

Εγγαστριμυθία

             Πόσες ημέρες να έχουν περάσει που η Θεανώ δεν έχει ανταλλάξει δυο ανθρώπινες λέξεις με συνάνθρωπό της; Μια εβδομάδα, δυο;            “Και να δεις που, έτσι όπως πάει το πράμα, θα ξεχάσω πώς μιλάνε οι άνθρωποι, αφού εισπράττω μόνο ήχους και δεν...

Η  σταγόνα

Η σταγόνα

Δεμένος χειροπόδαρα πάνω στο χωρίς στρώμα σιδερένιο κρεβάτι, και ακριβώς πάνω από το κεφάλι του κρεμασμένο, ένα βρυσάκι σαν εκείνο του παλιού καιρού που είχαμε στους νιπτήρες μας, όχι σαν υπό απειλή Δαμόκλειας σπάθας αλλά κυριολεκτικά σπάθας εν δράση....

Ερημιά

Ερημιά

Ερημιά προκαλεί ο πόλεμος και η φτώχεια. Και μια πόλη κατάστρεψε ολοσχερώς μια βόμβα   Δίχως παιδιά, δίχως χαρά μόνο με πόνο και σκλαβιά. Δίχως διασκέδαση και καλοπερασιά μόνο με πόλεμο που προκαλεί ζημιά _ γράφει ο Ευθύμιος-Ραφαήλ...

1 σχόλια

1 Σχόλιο

Υποβολή σχολίου