τοβιβλίο.net

Ο διαχειριστής, της Φωτεινής Ναούμ

19.11.2019

σχόλια

Η νουβέλα της Φωτεινής Ναούμ, που είχε δημοσιευθεί το 2013 και τώρα επανακυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κύφαντα, ζωντανεύει έναν άντρα μόνο, πνιγμένο στη ρουτίνα και τη μοναξιά, πατέρα και σύζυγο αλλά απόντα. Είναι εκεί αλλά δεν είναι εκεί. Όσα θέλει να πει έχουν συνεργαστεί κρυφά με τα όσα έχει ζήσει ως τώρα και δημιουργούν ένα απροσπέλαστο τείχος έλλειψης επικοινωνίας. Ζει την ίδια καθημερινότητα, λέει (αν λέει) τις ίδιες λέξεις, παραιτημένος από κάθε προσπάθεια επικοινωνίας με την κόρη και τη σύζυγο (την άλλη), με μόνη διέξοδο το καφενείο και λίγο από τον χρόνο που χρησιμοποιεί για τα καθήκοντά του ως διαχειριστής της πολυκατοικίας. Άνεργος, πενηντάρης, πνιγμένος στη σιωπή, σκυμμένος από τη βαριά ρουτίνα, αναπολεί τον πρώτο καιρό του γάμου του και θέλει τόσο πολύ να μιλήσει ξανά με τη γυναίκα που είχε αγαπήσει τότε. «Πόσο μάλλον για να ανταλλάξουν μια τυχαία κουβέντα. Έτσι, δυο άχρηστες λέξεις που θα κυλήσουν απ’ τα χείλη τους στο πάτωμα» (σελ. 82). «Και περίμενε. Καρτερικά τη ζωή που περνούσε όχι μπροστά στα μάτια του, μα πίσω απ’ την πλάτη του» (σελ. 150). Πόσο αδρά σκιαγραφείται η δειλία του να μιλήσει όταν πετυχαίνει την κόρη του μ’ έναν «κρεμανταλά» κι αντ’ αυτού καταφεύγει σε ένα αψυχολόγητο ερωτηματολόγιο, πόσο εύκολα κρεμάει τη ζωή του, τα θέλω του στον καλόγερο της εισόδου μαζί με το μπουφάν του…

Αυτός ο ανθρωπάκος σπάει το κουκούλι του χάρη στη γειτόνισσα Βάσω, παντρεμένη με φορτηγατζή, με την οποία αποκτάνε οικειότητα, μοιράζονται πράγματα, τροφές και αισθήσεις. Αλληλεπιδρούν μ’ έναν πρωτόγνωρο τρόπο, που δεν τον λες έρωτα αλλά ούτε και τυπική επικοινωνία. Μικρές κοφτές φράσεις ή και προτάσεις που αποτελούνται από μια λέξη, δημιουργούν ένα ψυχικό βάρος κατά την ανάγνωση και δημιουργούν την αίσθηση του αδιέξοδου. Το μυθιστόρημα έχει μια πλοκή που αλλάζει και ανατρέπεται μεν αλλά χαρακτηρίζεται από εσωτερικότητα, κάτι που επιτρέπει στον αναγνώστη να αγκαλιάσει και να στηριχτεί σε κάθε μία λέξη που χρησιμοποιεί η συγγραφέας για να προσδώσει το μάταιο και το ανέλπιδο της ζωής του διαχειριστή.

Ελάχιστοι διάλογοι, επαναλαμβανόμενα λεκτικά μοτίβα και χειρισμός των λέξεων με μαεστρία είναι γνωρίσματα που με γέμισαν συναίσθημα και μου χάρισαν πληρότητα. Οι χαρακτήρες γδύνονται και απεκδύονται, βυθίζονται όλο και περισσότερο σε αέναους και ατέρμονους κύκλους που δεν οδηγούν πουθενά. Η Φωτεινή Ναούμ δεν καταγράφει άλλη μια ερωτική ιστορία απιστίας αλλά αγωνίζεται να δείξει στους ήρωές της τρόπους να βγουν από το τέλμα τους, γιατί και η Βάσω σ’ ένα τέλμα ζει, παγιδευμένη σ’ έναν γάμο με άντρα που εξαφανίζεται για πολλές μέρες λόγω του επαγγέλματός του και σε πολλά είναι το αντίθετό της. Δε θα ξεχάσω την αγάπη και τη μέριμνά της για τον άνθρωπο που αγαπά, πώς φροντίζει και νοικοκυρεύει το σπίτι για να το βρει έτοιμο αλλά αρρωσταίνει από την κούραση κι εκείνος εκμηδενίζει όλο αυτόν τον κόπο, αφού η σάρκα που περίμενε (για να μην το γράψω όπως στο κείμενο) τώρα στάζει συναχωμένη! Κι από την άλλη ο διαχειριστής: «Σκέφτεται τη Βάσω. Τη δική του Βάσω. Τη Βάσω του φορτηγατζή. Του κανενός τη Βάσω. Άλλωστε τι σημασία έχει. Για το ίδιο πρόσωπο πρόκειται. Όχι όμως για τον ίδιο άνθρωπο» (σελ. 197). Αντίβαρο λοιπόν η σχέση με τη Βάσω: «μοιρασιά» και «μοίρασμα», κάτι που έχει στερηθεί από τη σύζυγό του, όχι χωρίς να φταίει κι ο ίδιος. Μάλιστα, όταν πλέον καταλαβαίνει πόσο μεγάλη είναι η απόσταση ανάμεσα σ’ εκείνον και την άλλη της απλώνει το χέρι, κάνοντάς την ν’ απομακρυνθεί ακόμη περισσότερο, εντελώς ξαφνιασμένη και οριστικά καχύποπτη!

Εξίσου καλά γνωρίζουμε τον συνταξιούχο και ωτακουστή Αποστόλου που ο πραγματικός λόγος επίσκεψης στη Βάσω μου έφερε δάκρυα στα μάτια αλλά και τον φορτηγατζή, με τον οποίο η τελευταία σκηνή και ειδικά η παράγραφος που κλείνει και το μυθιστόρημα έβγαλε από μέσα μου έναν ακάλεστο λυγμό πόνου και ταυτόχρονα λύτρωσης, γιατί ο διαχειριστής ξεγυμνώθηκε ολοκληρωτικά μπροστά μου και πέθανε ψυχικά, χαρίζοντάς μου μια από τις γλαφυρότερες εικόνες της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας ενώ ταυτόχρονα η σκηνή αυτή δόθηκε με τέτοιο ρεαλισμό, φυσικότητα και προσδοκία που ήταν σα να ήμουν δίπλα τους κι ό,τι έβλεπα ήταν σωστό, επιτρεπτό και απόλυτα ταιριαστό με το απομονωμένο περιβάλλον τους.

Ένα άλλο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της γραφής και του στυλ, που εξελίχθηκε στην αξεπέραστη «Υγρή πόλη» (2017), είναι και η πρωτοτυπία να μεταβαίνουμε από το σημαίνον στο σημαινόμενο στην ίδια πρόταση, στην ίδια παράγραφο, και να προσδίδεται η σουρεαλιστική ή ανθρωπομορφική ταυτότητα του αντικειμένου στο οποίο εστιάζουμε, κάτι που δημιουργεί πανέμορφες και πρωτότυπες μεταφορές. Χύτρες και άνθρωποι που βράζουν, πουλιά κάθε είδους, όλα όμως φυλακισμένα, ψυχές που λαχταρούν την ελευθερία, γεννητικά όργανα και ερωτογενείς ζώνες που παίρνουν με θράσος τον πρώτο ρόλο στις εξελίξεις δημιουργούν ένα ανεπανάληπτο πολυπρισματικό φασματοκόπιο που έχει την τύχη να καταγράφεται από μια πένα που προσιδιάζει στη μελαγχολία του Gabriel Garcia Marquez, στην πίκρα και τα απωθημένα του Γιάννη Ξανθούλη και στην αδιέξοδη ασφυκτική γραφή του Hubert Selby στο «Ρέκβιεμ για ένα όνειρο» αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί τη δική της ασφυξιογόνα μάσκα.

Η Φωτεινή Ναούμ ξέρει να ελίσσεται στα άδυτα της ανθρώπινης ψυχής και να φέρνει στο φως ό,τι πιο καλά κρυμμένο έχουν οι χαρακτήρες που επιλέγει να ζωντανέψει. Είναι αυστηρή μαζί τους και δεν τους χαρίζεται. Τα καλολογικά στοιχεία και οι παρομοιώσεις της είναι κορυφαία: «Μ’ ένα παράξενο χαμόγελο. Αταίριαστο με το υπόλοιπο πρόσωπο. Δανεικό. Από κάποια άλλη. Από κάπου αλλού» (σελ. 73-74). Και δεν αποξενώνεται από το γύρω περιβάλλον, όλους τους εντάσσει σωστά και καίρια σε συνθήκες που όλοι έχουμε ζήσει και μας έχουν γρατζουνίσει ένα δράμι ψυχής. Ποιος δεν έχει παρατηρήσει το εξής: «Οι νύχτες είναι αδυσώπητα σκληρές. Από πάντα ήταν. Όχι πως οι μέρες πονούν λιγότερο. Έχει να κάνει απλά με το φως. Σε αποπροσανατολίζει η θέα της καθημερινότητας. Εντάσσεται εύκολα στην οριοθετημένη σου ρουτίνα» (σελ. 176). Ούτε μπορείς να προσπεράσεις εύκολα μια πρόταση σαν αυτή: «Οι καταστηματάρχες άνοιγαν με μια προσδοκία το πρωί κι έκλειναν με πόδια βαριά το βράδυ» (σελ. 189).

«Ο διαχειριστής» είναι ένα μυθιστόρημα που εύκολα θα τοποθετηθεί στο σκονισμένο ράφι της ψυχής μας, όχι για να την καθαρίσει αλλά για να τη φωτίσει κι έτσι να μας βοηθήσει να πάρουμε μόνοι μας το θάρρος και να έρθουμε πιο κοντά σε ό,τι μας το λερώνει και μας το στοιχειώνει. Είναι μια καλογραμμένη ψυχοσύνθεση κι ένα περίκλειστο περιβάλλον, καταγεγραμμένα λιτά, δωρικά, αιχμηρά μα τόσο όμορφα!

Ακολουθήστε μας!

Οι προσφορές των εφημερίδων

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

Επιμέλεια άρθρου Πάνος Τουρλής

Επιμέλεια άρθρου

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου