Select Page

Ο Μαυρούλης…

Ο Μαυρούλης…

 

 

Δεν γράφω ποιήματα πλέον, χάθηκαν κι εκείνες οι υπέροχες αισθήσεις των πρωινών. Το καθαρό μυαλό με τις ολόφρεσκιες σκέψεις, γεμάτος δημιουργικότητα και ιδέες. Θυμάμαι που ‘λεγα πως ο Θεός «συγχωράει» τις αμαρτίες μου τη νύχτα. Γιαυτό το πρωί ξυπνώ αγνός και αμόλυντος. Έτσι μπορώ και σκέφτομαι...

Τώρα, από νωρίς, χάνομαι στη δίνη των διεκπεραιωτικών σκέψεων. Ο Θεός με ξεχνά τις νύχτες πλέον; ή μήπως εγώ;...

Το πρωινό παρ’ όλα αυτά είναι όμορφο. Μέχρι τα Α. Πατήσια κοιτάζω έξω απ’ το παράθυρο. Το φως αποτυπώνεται θριαμβευτικά πάνω σε κτίρια, αφίσες και ακαλαίσθητες ανθρώπινες κατασκευές. Υπάρχει ουρανός να ‘πετάξω’ τα μάτια μου. Κάπου μετά τα Πευκάκια μπορώ να δω ένα πολύ μικρό κομμάτι της Πάρνηθας. Κάτω από άλλες συνθήκες θά ‘ταν ένα αδιάφορο ως άσχημο θέαμα γυμνής γης. Τώρα όμως το χαίρομαι στιγμιαία όπως ένας φυλακισμένος το μικρό παράθυρο του σκοτεινού κελιού του.

Βυθίστηκα στον υπόγειο σταθμό της Πλ.Αττικής. Εκεί, ανάμεσα στη μάζα του πλήθους είδα το συμπαθητικό μαυρούλη πού ‘χα συναντήσει και χθες. Την ίδια σχεδόν ώρα μέσα στο βαγόνι όμως. Ξεχώριζε άλλωστε κι όχι μόνο για το χρώμα του. Δυο κεφάλια ψηλότερος απ’ όλους. Είχε μεγάλες πλάτες και σβέρκο που ερχόταν σε τέλεια αντίθεση με το ολόλευκο πουκάμισο του. Χωρίς σκέψη άνοιξα το βήμα μου. Ο σκοπός μου ήταν να τον προλάβω, για να βρεθούμε όπως και χθες, στο ίδιο βαγόνι. Ήταν τόσο συμπαθής μορφή που άξιζε το δίχως άλλο το μικρό αυτό ‘κυνήγι’. Μόνη ‘λεία’ η «συνταξίδευση» για μερικούς σταθμούς.

Για λίγα μέτρα τον είχα με άνεση στο οπτικό μου πεδίο. Γρήγορα όμως διαπίστωσα πως βάδιζε ταχύτερα από ‘μένα. Αν συνέχιζα με τον ίδιο ρυθμό κινδύνευα να τον χάσω! Επιτάχυνα, προσπαθώντας να ελέγχω την απόσταση που μας χώριζε και να μη τον χάσω μέσα στο πλήθος. Ένοιωσα τότε, όπως θα νοιώθουν αυτοί που παρακολουθούν ανθρώπους σε δημόσιους χώρους. Μόνο που εγώ ήμουν άπειρος ερασιτέχνης..

Ο μαυρούλης έφτασε στις σκάλες που οδηγούν στην αποβάθρα. Η απόσταση που μας χώριζε ήταν ακόμα μεγάλη και μου δημιουργήθηκε κάτι σαν αγωνία. Ευχήθηκα να πάρει τις κυλιόμενες για να καλύψω τη διαφορά κατεβαίνοντας πιο γρήγορα με τις σκάλες. Ο κόσμος πήζει στις κυλιόμενες βαριεστημένος να κατέβει κουνώντας τα πόδια του. Τελικά εκείνος με διέψευσε. Με μια εντυπωσιακή στροφή ακολούθησε τις σκάλες. Όταν πλησίασα κι εγώ είδα πως όχι μόνο είχε επιλέξει τη χειρότερη για το σκοπό μου διαδρομή. Τις κατέβαινε με γοργό ρυθμό, σχεδόν τρέχοντας! Δεν ξέρω αν ήταν η ιδέα μου αλλά μου φάνηκε πως διέκρινα ένα μισοχαμόγελο στο πρόσωπο του. Μια έκφραση που πρόδιδε πρωινή ευεξία και ευχάριστες σκέψεις. Ή, σε μια απίθανη σίγουρα περίπτωση, την ικανοποίηση πως με είχε βάλει στο ‘κυνήγι’. Αναγκάστηκα λοιπόν να επιταχύνω κι άλλο. Ήμουν στη μέση σχεδόν της σκάλας όταν αυτός έφτασε στο τέλος, έτοιμος να ξεχυθεί στην αποβάθρα. Ακούστηκε το τραίνο να πλησιάζει, έπρεπε να βιαστώ κι άλλο!

Φευγαλέα σκέφτηκα την εικόνα ‘πανικού’ και άγχους που σίγουρα θα παρουσίαζα κατρακυλώντας τις σκάλες. Ήταν ίδια με την εικόνα των ανθρώπων που οικτίρω μέσα μου. Αρνούμενος να μπω στο ‘λούκι’ του πρωινού στρες. Σχεδόν καθημερινά πηγαίνω και γυρνώ από τη δουλειά μου περπατώντας αργά. Σήμερα όμως είχα ένα ευχάριστο, τουλάχιστον σκοπό.

Φτάνοντας στην αποβάθρα είδα με ανακούφιση ότι προλάβαινα. Το τραίνο είχε φτάσει με εκκωφαντικό θόρυβο στο σταθμό μα βρισκόταν ακόμα σε κίνηση. Μέχρι να ανοίξουν οι πόρτες έφτασα πίσω του ακριβώς και μπήκαμε μαζί στο βαγόνι.

Τι τύχη! Καθίσαμε αντικριστά, σε απέναντι θέσεις όπως χθες. Διακριτικά, μα σχεδόν ένοχα, τον παρατήρησα. Ήταν καλοντυμένος με ακριβά παπούτσια και παντελόνι, κολλαριστό πουκάμισο και μια πολύχρωμη, αναμφίβολα χαρούμενη γραβάτα. Σκέφτηκα πως πρέπει να ήταν πλούσιος –γιατί μετακινούνταν άραγε με το Metro;- ή τουλάχιστον ευκατάστατος. Όλα τα ρούχα του ήταν διαφορετικά από τα χθεσινά. Έκανε τις ίδιες κινήσεις με φανερή αυταρέσκεια. Άνοιξε την μεγάλη, δερμάτινη τσάντα του, και κοίταξε με προσήλωση τα χαρτιά που έβγαλε από μέσα. Μισοχαμογέλασε πάλι με σφιγμένα χείλη. Αν και μεγάλος σε σωματική διάπλαση, το πρόσωπο του, με τα μικρά τετράγωνα γυαλάκια, ήταν παιδικό. Χαμογελούσε σαν αξιολάτρευτο παιδί. Παρατήρησα ακόμα τα μαλλιά του, μικρά σγουρά γρομπαλάκια μαλλιών σ’ ένα τεράστιο κεφάλι. Χθες είχα αναρωτηθεί αν αυτά ήταν φυσικά στους μαύρους ή τα φτιάχνουν με κάποιο τρόπο. Φορούσε μια χοντρή, μάλλον παλιομοδίτικη βέρα που ξεχώριζε στα μακριά, λεπτά για τον όγκο του δάχτυλα. Παντρεμένος.

Κατέβηκε στο Πανεπιστήμιο όπως το ήξερα από χθες. Όπου κι αν πήγαινε, η εικόνα του έδινε την εντύπωση πως ήταν επιστήμονας, ερευνητής ή κάτι τέτοιο. Και μάλιστα ευχαριστημένος με τη δουλειά του. Θα τολμούσα να πω και με τη ζωή του.

Δεν θα το κρύψω, όσο είμαστε μαζί στο βαγόνι και ορμώμενος από μια παλιά, παιδική σχεδόν συμπάθεια προς τους μαύρους, (μια συμπάθεια που δεν έχω εξακριβώσει αν οφείλεται στην έμφυτη ευμένεια που νοιώθουν όλοι σχεδόν οι άνθρωποι για τους αδύνατους, τους αδικημένους , ή σε κάποιον άλλο λόγο) σκέφτηκα λοιπόν με ικανοποίηση, να ζούσα στην Αφρική… ή σε κάποια χώρα που να έχει μαύρους. Ίσως να ήταν όμως και η κούραση απ’ τα συνηθισμένα φυσιογνωμικά χρώματα των λευκών, ή και η έλξη προς το διαφορετικό που με οδήγησε σ’ αυτές τις σκέψεις...

 

_

γράφει ο Ιωάννης Ξύδης

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε το!

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!