Ο Μαυρούλης…

10.05.2015

 

 

Δεν γράφω ποιήματα πλέον, χάθηκαν κι εκείνες οι υπέροχες αισθήσεις των πρωινών. Το καθαρό μυαλό με τις ολόφρεσκιες σκέψεις, γεμάτος δημιουργικότητα και ιδέες. Θυμάμαι που ‘λεγα πως ο Θεός «συγχωράει» τις αμαρτίες μου τη νύχτα. Γιαυτό το πρωί ξυπνώ αγνός και αμόλυντος. Έτσι μπορώ και σκέφτομαι...

Τώρα, από νωρίς, χάνομαι στη δίνη των διεκπεραιωτικών σκέψεων. Ο Θεός με ξεχνά τις νύχτες πλέον; ή μήπως εγώ;...

Το πρωινό παρ’ όλα αυτά είναι όμορφο. Μέχρι τα Α. Πατήσια κοιτάζω έξω απ’ το παράθυρο. Το φως αποτυπώνεται θριαμβευτικά πάνω σε κτίρια, αφίσες και ακαλαίσθητες ανθρώπινες κατασκευές. Υπάρχει ουρανός να ‘πετάξω’ τα μάτια μου. Κάπου μετά τα Πευκάκια μπορώ να δω ένα πολύ μικρό κομμάτι της Πάρνηθας. Κάτω από άλλες συνθήκες θά ‘ταν ένα αδιάφορο ως άσχημο θέαμα γυμνής γης. Τώρα όμως το χαίρομαι στιγμιαία όπως ένας φυλακισμένος το μικρό παράθυρο του σκοτεινού κελιού του.

Βυθίστηκα στον υπόγειο σταθμό της Πλ.Αττικής. Εκεί, ανάμεσα στη μάζα του πλήθους είδα το συμπαθητικό μαυρούλη πού ‘χα συναντήσει και χθες. Την ίδια σχεδόν ώρα μέσα στο βαγόνι όμως. Ξεχώριζε άλλωστε κι όχι μόνο για το χρώμα του. Δυο κεφάλια ψηλότερος απ’ όλους. Είχε μεγάλες πλάτες και σβέρκο που ερχόταν σε τέλεια αντίθεση με το ολόλευκο πουκάμισο του. Χωρίς σκέψη άνοιξα το βήμα μου. Ο σκοπός μου ήταν να τον προλάβω, για να βρεθούμε όπως και χθες, στο ίδιο βαγόνι. Ήταν τόσο συμπαθής μορφή που άξιζε το δίχως άλλο το μικρό αυτό ‘κυνήγι’. Μόνη ‘λεία’ η «συνταξίδευση» για μερικούς σταθμούς.

Για λίγα μέτρα τον είχα με άνεση στο οπτικό μου πεδίο. Γρήγορα όμως διαπίστωσα πως βάδιζε ταχύτερα από ‘μένα. Αν συνέχιζα με τον ίδιο ρυθμό κινδύνευα να τον χάσω! Επιτάχυνα, προσπαθώντας να ελέγχω την απόσταση που μας χώριζε και να μη τον χάσω μέσα στο πλήθος. Ένοιωσα τότε, όπως θα νοιώθουν αυτοί που παρακολουθούν ανθρώπους σε δημόσιους χώρους. Μόνο που εγώ ήμουν άπειρος ερασιτέχνης..

Ο μαυρούλης έφτασε στις σκάλες που οδηγούν στην αποβάθρα. Η απόσταση που μας χώριζε ήταν ακόμα μεγάλη και μου δημιουργήθηκε κάτι σαν αγωνία. Ευχήθηκα να πάρει τις κυλιόμενες για να καλύψω τη διαφορά κατεβαίνοντας πιο γρήγορα με τις σκάλες. Ο κόσμος πήζει στις κυλιόμενες βαριεστημένος να κατέβει κουνώντας τα πόδια του. Τελικά εκείνος με διέψευσε. Με μια εντυπωσιακή στροφή ακολούθησε τις σκάλες. Όταν πλησίασα κι εγώ είδα πως όχι μόνο είχε επιλέξει τη χειρότερη για το σκοπό μου διαδρομή. Τις κατέβαινε με γοργό ρυθμό, σχεδόν τρέχοντας! Δεν ξέρω αν ήταν η ιδέα μου αλλά μου φάνηκε πως διέκρινα ένα μισοχαμόγελο στο πρόσωπο του. Μια έκφραση που πρόδιδε πρωινή ευεξία και ευχάριστες σκέψεις. Ή, σε μια απίθανη σίγουρα περίπτωση, την ικανοποίηση πως με είχε βάλει στο ‘κυνήγι’. Αναγκάστηκα λοιπόν να επιταχύνω κι άλλο. Ήμουν στη μέση σχεδόν της σκάλας όταν αυτός έφτασε στο τέλος, έτοιμος να ξεχυθεί στην αποβάθρα. Ακούστηκε το τραίνο να πλησιάζει, έπρεπε να βιαστώ κι άλλο!

Φευγαλέα σκέφτηκα την εικόνα ‘πανικού’ και άγχους που σίγουρα θα παρουσίαζα κατρακυλώντας τις σκάλες. Ήταν ίδια με την εικόνα των ανθρώπων που οικτίρω μέσα μου. Αρνούμενος να μπω στο ‘λούκι’ του πρωινού στρες. Σχεδόν καθημερινά πηγαίνω και γυρνώ από τη δουλειά μου περπατώντας αργά. Σήμερα όμως είχα ένα ευχάριστο, τουλάχιστον σκοπό.

Φτάνοντας στην αποβάθρα είδα με ανακούφιση ότι προλάβαινα. Το τραίνο είχε φτάσει με εκκωφαντικό θόρυβο στο σταθμό μα βρισκόταν ακόμα σε κίνηση. Μέχρι να ανοίξουν οι πόρτες έφτασα πίσω του ακριβώς και μπήκαμε μαζί στο βαγόνι.

Τι τύχη! Καθίσαμε αντικριστά, σε απέναντι θέσεις όπως χθες. Διακριτικά, μα σχεδόν ένοχα, τον παρατήρησα. Ήταν καλοντυμένος με ακριβά παπούτσια και παντελόνι, κολλαριστό πουκάμισο και μια πολύχρωμη, αναμφίβολα χαρούμενη γραβάτα. Σκέφτηκα πως πρέπει να ήταν πλούσιος –γιατί μετακινούνταν άραγε με το Metro;- ή τουλάχιστον ευκατάστατος. Όλα τα ρούχα του ήταν διαφορετικά από τα χθεσινά. Έκανε τις ίδιες κινήσεις με φανερή αυταρέσκεια. Άνοιξε την μεγάλη, δερμάτινη τσάντα του, και κοίταξε με προσήλωση τα χαρτιά που έβγαλε από μέσα. Μισοχαμογέλασε πάλι με σφιγμένα χείλη. Αν και μεγάλος σε σωματική διάπλαση, το πρόσωπο του, με τα μικρά τετράγωνα γυαλάκια, ήταν παιδικό. Χαμογελούσε σαν αξιολάτρευτο παιδί. Παρατήρησα ακόμα τα μαλλιά του, μικρά σγουρά γρομπαλάκια μαλλιών σ’ ένα τεράστιο κεφάλι. Χθες είχα αναρωτηθεί αν αυτά ήταν φυσικά στους μαύρους ή τα φτιάχνουν με κάποιο τρόπο. Φορούσε μια χοντρή, μάλλον παλιομοδίτικη βέρα που ξεχώριζε στα μακριά, λεπτά για τον όγκο του δάχτυλα. Παντρεμένος.

Κατέβηκε στο Πανεπιστήμιο όπως το ήξερα από χθες. Όπου κι αν πήγαινε, η εικόνα του έδινε την εντύπωση πως ήταν επιστήμονας, ερευνητής ή κάτι τέτοιο. Και μάλιστα ευχαριστημένος με τη δουλειά του. Θα τολμούσα να πω και με τη ζωή του.

Δεν θα το κρύψω, όσο είμαστε μαζί στο βαγόνι και ορμώμενος από μια παλιά, παιδική σχεδόν συμπάθεια προς τους μαύρους, (μια συμπάθεια που δεν έχω εξακριβώσει αν οφείλεται στην έμφυτη ευμένεια που νοιώθουν όλοι σχεδόν οι άνθρωποι για τους αδύνατους, τους αδικημένους , ή σε κάποιον άλλο λόγο) σκέφτηκα λοιπόν με ικανοποίηση, να ζούσα στην Αφρική… ή σε κάποια χώρα που να έχει μαύρους. Ίσως να ήταν όμως και η κούραση απ’ τα συνηθισμένα φυσιογνωμικά χρώματα των λευκών, ή και η έλξη προς το διαφορετικό που με οδήγησε σ’ αυτές τις σκέψεις...

 

_

γράφει ο Ιωάννης Ξύδης

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας

Φωτιά

Φωτιά

Μη με κρατάς! Θέλω να πάω κοντά. Τυφλώνομαι απ’ την ομορφιά της. Πρέπει να την αγγίξω κι ας γίνω ανάμνηση στη δίνη της. Είναι η σωτηρία μου. Η αρχή και το τέλος των πάντων.Καρδιά από πέτρα, χέρια και πόδια φτιαγμένα από χαλάζι. Τί να σου κάνουνε κι αυτά;...

Φωτιά

Έως το τίποτα

Σκιάχτρα μορφές Έρχονται και ταράζουν τα όνειρά μου Η διέξοδος μέσα μου Ομίχλη απέραντη   Ταξίδια ανείπωτα Ανατριχιάζουν στο βλέμμα μου Ψιλά γράμματα οι λέξεις Στη συμφωνία θανάτου   Σιωπή απόλυτη Συμπαραστάτης στο πλάι μου Και βήματα μετρημένα...

Όνειρα γραμμένα σε δίσκους

Όνειρα γραμμένα σε δίσκους

Τα θυμάμαι εκείνα τα τραγούδιαόνειρα καλοκαιρινά, αγκαλιές κάτω από τ' άστρα.Θυμάμαι την μελωδία, το στίχο, τον ρυθμόθυμάμαι, θυμάμαι την ζεστασιά και το σ' αγαπώ. Να τ' οι δίσκοι, να και τα όνειρα μαςκάθε μελωδία ξεχωριστή, όπως και κάθε μέραμια μελωδία...

Η ελιά

Η ελιά

           Μεγάλη παρηγοριά φίλε μου το γράψιμο. Σου κρατάει απίστευτη συντροφιά. Έτσι και γράψεις στο χαρτί - ή όπου αλλού δεν έχει σημασία- αυτά που σου βαραίνουν το μυαλό και την καρδιά, πάει περίπατο η όποια μοναξιά σου. Αν δε παράλληλα, τα όσα σου...

Εγγαστριμυθία

Εγγαστριμυθία

             Πόσες ημέρες να έχουν περάσει που η Θεανώ δεν έχει ανταλλάξει δυο ανθρώπινες λέξεις με συνάνθρωπό της; Μια εβδομάδα, δυο;            “Και να δεις που, έτσι όπως πάει το πράμα, θα ξεχάσω πώς μιλάνε οι άνθρωποι, αφού εισπράττω μόνο ήχους και δεν...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Εγγαστριμυθία

Εγγαστριμυθία

             Πόσες ημέρες να έχουν περάσει που η Θεανώ δεν έχει ανταλλάξει δυο ανθρώπινες λέξεις με συνάνθρωπό της; Μια εβδομάδα, δυο;            “Και να δεις που, έτσι όπως πάει το πράμα, θα ξεχάσω πώς μιλάνε οι άνθρωποι, αφού εισπράττω μόνο ήχους και δεν...

Η  σταγόνα

Η σταγόνα

Δεμένος χειροπόδαρα πάνω στο χωρίς στρώμα σιδερένιο κρεβάτι, και ακριβώς πάνω από το κεφάλι του κρεμασμένο, ένα βρυσάκι σαν εκείνο του παλιού καιρού που είχαμε στους νιπτήρες μας, όχι σαν υπό απειλή Δαμόκλειας σπάθας αλλά κυριολεκτικά σπάθας εν δράση....

Ερημιά

Ερημιά

Ερημιά προκαλεί ο πόλεμος και η φτώχεια. Και μια πόλη κατάστρεψε ολοσχερώς μια βόμβα   Δίχως παιδιά, δίχως χαρά μόνο με πόνο και σκλαβιά. Δίχως διασκέδαση και καλοπερασιά μόνο με πόλεμο που προκαλεί ζημιά _ γράφει ο Ευθύμιος-Ραφαήλ...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου