Τον κοίταξα.
Για πρώτη φορά
κατάλαβα,
πως ο ήλιος μπορεί να κατοικήσει
μέσα στα μάτια ενός ανθρώπου.
Τα μαλλιά του έμοιαζαν με κύματα
που έσκαγαν απαλά στις πιο ήσυχες
ακτές της ψυχής μου.
Τα χέρια του με γαλήνευαν
και η ψυχή του …
ήταν το μοναδικό όνειρο
από το οποίο
δεν θέλησα ποτέ να ξυπνήσω.
Ύστερα,
οι ουρανοί μας χώρισαν.
Κι όμως,
κάθε νύχτα,
κάποια άστρα επιμένουν να λάμπουν.
Τουλάχιστον στον δικό μου ουρανό
Δεν γνωρίζω αν με ξέχασε,
Ξέρω μόνο πως υπάρχουν άνθρωποι,
που δεν φεύγουν ποτέ·
απλώς αλλάζουν θέση
μέσα στην καρδιά μας.
Για χρόνια
Ήταν η αναπνοή
πίσω από κάθε μου λέξη.
Τώρα
ο ουρανός μου λύγισε
από σιωπή.
Τα αποτυπώματά του
δεν βρίσκονται πια στα χέρια μου.
Έχουν ριζώσει στον κόσμο μου,
στον τρόπο που υπάρχω και σκέφτομαι.
Αν φύγω,
χάνω εκείνον.
Αν μείνω,
ίσως χάσω εμένα.
Και τότε θα πέσω
σαν ένα πεφταστέρι
που κανείς δεν πρόλαβε να ευχηθεί,
αλλά σκορπίστηκε στο έδαφος
χωρίς να βγάλει άχνα,
αφήνοντας πίσω του
μόνο μια γραμμή φωτός
για να αποδείξει πως κάποτε
υπήρξε.
_
γράφει η Αικατερίνη Μπαλάφα








0 Σχόλια