Μες στο σταθμό περιμένω το τρένο να ‘ρθεί

και οι διαβάτες περνούν πάνω, κάτω βουβοί.

Θέλω να φύγω μα όλο κοιτώ

στέκομαι μήπως σε δω.

Βλέπω το τρένο ζυγώνει αργά

μα εσύ στο πουθενά.

 

Τρέχει ο κόσμος Θεέ μου τι συνωστισμός

ποιος θα προλάβει μέσα να μπει.

Μα εγώ θα περιμένω και θα επιμένω

κάποια στιγμή να φανείς.

Με ένα μισό τσιγάρο στο χέρι αναμμένο

να τρέχεις, να φτάσεις, να ‘ρθείς.

 

Έμεινα πια τελευταία και ακόμα κοιτώ.

Έχει αδειάσει ο χώρος κι ο εφιάλτης που ζω,

μα εγώ στριφογυρίζω και παραπατώ

πέφτω μπροστά στο ν τροχό.

Νιώθω το τρένο να φεύγει αργά

βλέπω δυο άσπρα πουλιά.

 

_

γράφει η Έλλη Σαμαλίδου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!