Ο χορός των νεκρών, του Βαγγέλη Γιαννίση

2.04.2020

σχόλια

Ένας άγγελος-τιμωρός εντοπίζει ένα δίκτυο παιδικής πορνογραφίας και παιδεραστίας και αρχίζει να παίρνει τον νόμο στα χέρια του, έχοντας βιώσει και ο ίδιος κάτι αντίστοιχο στη δική του παιδική ηλικία. Τι τον συνδέει όμως με τα θύματα και γιατί τα σκοτώνει; Ταυτόχρονα, ήρθε η ώρα για το πρώτο σκληρό test drive των φιλοδοξιών της Αρχηγού πλέον της αστυνομικής διεύθυνσης Μπερσλάγκεν Σέλμα Μοντίν εν όψει ενός σημαντικού πολιτικού συνεδρίου που θα φιλοξενηθεί στο Έρεμπρο. Θα τα καταφέρει; Ο Άντερς Οικονομίδης πόσο έτοιμος είναι να έρθει αντιμέτωπος με ένα οικογενειακό μυστικό που θα τον συνδέσει με την υπόθεση της παιδεραστίας που τον απασχολεί και θα τον φέρει ξανά αντιμέτωπο με τη σκοτεινή πλευρά του εαυτού του;

Πρόκειται για την πιο ανθρωποκεντρική ως τώρα περιπέτεια του Άντερς Οικονομίδη, μιας και δεν έχουμε μόνο κάποιες παράλληλες περιπέτειες με κίνδυνο, αγωνία και ανατροπές αλλά και σωστή καταγραφή της ψυχολογίας και της νοοτροπίας κάποιων χαρακτήρων, που αλλιώς ξεκινάνε και αλλιώς καταλήγουν. Τα ηθικά διλήμματα είναι πολλά, οι πειρασμοί ή και εκβιασμοί περισσότεροι και είναι καθαρά στο χέρι του καθενός για το πώς θα αντιδράσει και ποια θα είναι η επόμενη κίνησή του που με τη σειρά της θα επηρεάσει άλλους ανθρώπους ή ακόμη και γεγονότα. Κάποιοι γλυκαίνονται από τη γρήγορη άνοδο που τους προσφέρεται αν αξιολογήσουν αρνητικά συνάδελφό τους, κάποιοι άλλοι είναι πιόνια σε μια σκακιέρα της οποίας είχαν λανθασμένη οπτική και τώρα τους κινούν κάποια σκοτεινά κυκλώματα αλλά τι θα συμβεί αν σπάσουν αυτοβούλως αυτά τα δεσμά; Τελικά πόσο αυτοσκοπός μπορεί να γίνει η εκδίκηση και μέχρι πού μπορεί να φτάσει κάποιος προκειμένου να πάρει το αίμα του πίσω; Αυτά και πάμπολλα άλλα ερωτηματικά και γεγονότα καταγράφονται σ’ ένα φρενήρες μυθιστόρημα δράσης και αγωνίας που κατά βάση αφορά την εξάρθρωση ενός κυκλώματος παιδεραστίας και τα πολιτικά παιχνίδια που παίζονται όσο ανεβαίνει κανείς πιο ψηλά στην ιεραρχία, είναι όμως και πολλά περισσότερα από αυτό. Η κλιμάκωση κόβει την ανάσα, οι εκπλήξεις είναι αναπάντεχες και κανείς δεν ακολουθεί μονήρη κατεύθυνση, όσο κι  αν ο πανέξυπνος συγγραφέας δείχνει έτσι τα γεγονότα. Μόλις γεμίσω απογοήτευση, οργή και κατάφωρη αδικία, ο αστάθμητος ανθρώπινος παράγοντας και κάποιες γερές ηθικές βάσεις φέρνουν τα πάνω κάτω κι όλα οδηγούν σ’ ένα εκπληκτικό και λυτρωτικό φινάλε.

Ο συγγραφέας διαλέγει αυτήν τη φορά να ασχοληθεί μ’ ένα δύσκολο θέμα, την παιδεραστία, κι αποτυπώνει στο χαρτί με χειρουργική σχεδόν ακρίβεια τον ψυχισμό και τα συναισθήματα όχι μόνο του παιδιού που δέχεται ασέλγεια αλλά και του πλάσματος εκείνου, που μετά από τις ίδιες περιπέτειες, μεταμορφώνεται από άνθρωπο σε τιμωρό με εκείνες τις ανατριχιαστικές μικρές λεπτομέρειες που δείχνουν τη μεταμόρφωση μιας ψυχής σε διψασμένη κραυγή. Καταφέρνει έτσι ο Βαγγέλης Γιαννίσης να θέσει στον ίδιο τον αναγνώστη το ηθικό δίλημμα της αυτοδικίας γύρω από κάτι βδελυρό για το μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού. Πόσο δίκιο λοιπόν να δώσεις σ’ ένα πρώην παιδί που μεταμορφώθηκε από θύμα σε δαίμονα και πόσο σε νοιάζει η σωφρονιστική ποινή των θυτών από ένα σύστημα που ακόμη χάσκει και δεν είναι δίκαιο για όλους; Σα να μη φτάναν όλα τ’ άλλα, ο συγγραφέας καταφέρνει να συνδυάσει σωστά και αρμονικά αυτήν τη σταυροφορία με την προσωπική ζωή του Άντερς ενώ ο δολοφόνος προβαίνει σε κάποιες αρχικά αδικαιολόγητες συμπεριφορές, οι οποίες όμως, σελίδα με τη σελίδα, κουμπώνουν και συγκροτούν έναν τρόπο σκέψης στον οποίο αναγκάζεσαι να δώσεις δίκιο για όλα όσα έχει περάσει!

Ας ξεκινήσουμε και πάλι με τον Επιθεωρητή της Αστυνομίας του Έρεμπρο Άντερς Οικονομίδη, που εκτός από τη νέα υπόθεση που έρχεται στα χέρια του, αντιμετωπίζει και ένα σοβαρό πρόβλημα σχολικού εκφοβισμού του δεκάχρονου πλέον γιου του, με αφορμή την άφιξη στο σχολείο ενός νέου συμμαθητή, του Μίκε Μάξε. Οι συζητήσεις με τον διευθυντή του σχολείου του παιδιού θύμισαν στον Άντερς τις δικές του σωματικές τιμωρίες από τον πατέρα του για την αντικοινωνική συμπεριφορά στην εφηβεία του. Κάποιες παρένθετες αφηγήσεις σε πρώτο πρόσωπο δείχνουν ανάγλυφα τις δύσκολες συνθήκες στο σπιτικό του επιθεωρητή και τα πρώτα του βήματα στη Στοκχόλμη όταν το έσκασε τελικά. Το παρελθόν της οικογένειας που δημιούργησαν η Κάτια και ο Θανάσης Οικονομίδης βγαίνει στην επιφάνεια, εντείνοντας τις κρίσεις πανικού του επιθεωρητή και δυσχεραίνοντας την ήδη επισφαλή ψυχολογική του κατάσταση. Για να γίνουν τα πράγματα χειρότερα, αναγκάζεται να ταξιδέψει στην Ελευσίνα για να συναντήσει τη θεία του, Γεωργία Μουρίκη, και να κάνει βαθιά βουτιά στις παιδικές καλοκαιρινές του αναμνήσεις στο εξοχικό της. Κι όλα αυτά εξαιτίας ενός μυστικού που τον χτυπάει σαν κεραυνός και μιας αλήθειας που όχι μόνο δεν ήταν αναμενόμενη αλλά ούτε καν καλοδεχούμενη.

Ταυτόχρονα, μετά την παραλίγο θανάσιμη επίθεση που δέχτηκε στο τέλος του δεύτερου βιβλίου («Ο χορός των νεκρών») πέντε μήνες πριν και που του άφησε μόνιμες ουλές, αρχίζει να καταλαμβάνεται από ολοένα αυξανόμενες κρίσεις πανικού, ένδειξη Συνδρόμου Μετατραυματικού Στρες, κάτι που αν αποκαλυφθεί θα τον οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια στην τιμητική συνταξιοδότηση κι έτσι κάνει τα πάντα για να το κρύψει. «Ήταν άραγε τόσο εξαρτημένος από τη δουλειά του; Ήταν η ζωή του τόσο κενή που μονάχα ο θάνατος, η λύπη και η ανθρώπινη ασχήμια τον γέμιζαν;» (σελ. 42). Πόσο δύσκολο είναι να παραδεχτεί την αλήθεια στον εαυτό του και κυρίως να κάνει κάτι γι’ αυτό, όταν οι νεκροί και οι υποθέσεις που έχει αναλάβει ως τώρα τον κυνηγούν ακόμη; «Περνούσε τις μέρες του ανάμεσα σε νεκρούς, σκαλίζοντας τις ζωές τους, και στο τέλος ήταν εκείνος που έγραφε το τελευταίο τους κεφάλαιο, βάζοντας την τελευταία τελεία, προτού το σώμα τους κλειστεί σε ένα φέρετρο και καλυφθεί από χώμα ή αποτεφρωθεί. Δεν γινόταν έτσι μέρος της ζωής τους;» (σελ. 154). Και πάλι ο Βαγγέλης Γιαννίσης σκιαγραφεί ακριβοδίκαια έναν άνθρωπο που εξισορροπεί ανάμεσα στο καθήκον και την οικογένεια, που έχει καταλάβει πλέον για τα καλά πόσο κινδυνεύει η γυναίκα του και το παιδί του εξαιτίας της δουλειάς του και ταυτόχρονα η νέα υπόθεση και οι αποφάσεις που καλείται εκβιαστικά να πάρει δε θα τον αφήσουν να γαληνέψει ούτε στιγμή.

Γύρω του έχει συγκεντρωθεί μια αξιόλογη ομάδα ερευνών που έχουμε γνωρίσει και στα προηγούμενα βιβλία, μόνο που τώρα όλοι τους βγαίνουν στο προσκήνιο και συγκροτούν ολοκληρωμένες προσωπικότητες, καλούμενοι να αποφασίσουν ενώπιον ηθικών και επαγγελματικών διλημμάτων αν θα προδώσουν αξίες και σημαντικές έννοιες, όπως η συναδελφικότητα και η φιλία. Η αρχιφύλακας Μαρία Φρέντρικσεν, πνιγμένη από το ανδροκρατούμενο επάγγελμα που διάλεξε και από τη μισογύνικη συμπεριφορά των συναδέλφων της (κάποιοι ξεκάθαρα, κάποιοι συγκεκαλυμμένα ή αυθόρμητα) δέχεται σα σανίδα σωτηρίας μια πρόταση που της κάνει ο επιθεωρητής Μπόζινταρ Τζατζάνοβιτς κι αυτό είναι η αφορμή να τη γνωρίσουμε καλύτερα μέσω του παρελθόντος αλλά και του παρόντος της.

Ο βοσνιακής καταγωγής επιθεωρητής Μπόζινταρ Τζατζάνοβις λοιπόν, νέος επικεφαλής του Τμήματος Εγκλημάτων της Αστυνομίας του Έρεμπρο από τη στιγμή που η Σέλμα Μοντίν έγινε διευθύντρια της Αστυνομίας στο προηγούμενο βιβλίο («Το κάστρο»), παίρνει εντολές για αξιολογήσεις εν όψει συγχωνεύσεων αστυνομικών διευθύνσεων και βρίσκεται σε δυσάρεστη θέση, μιας και η Μοντίν θέλει να διώξουν τον Άντερς! Αρχίζει λοιπόν να «ψαρεύει» τη Φρεντρικσεν και αγωνίζεται να την κερδίσει για να αποκτήσει ένα όπλο σε αυτήν τη σταυροφορία. Δεν είναι όμως απλώς το πειθήνιο όργανο μιας προϊσταμένης, μιας και καταγράφονται και οι δικές του ανθρώπινες πτυχές. Απλώς ο χαρακτήρας του κυμαίνεται ανάμεσα στο γκρίζο και το μαύρο από μόνος του ενώ ο χειρισμός της περίπτωσής του ολοκληρώνεται όπως πάντα ανατρεπτικά και ανακουφιστικά, σ’ ένα μεστό και ευρηματικό φινάλε.

Η Σέλμα Μοντίν, αφού κατάφερε να αναρριχηθεί με δόλια μέσα στη θέση του Αρχηγού της Αστυνομικής Διεύθυνσης της περιφέρειας του Μπερσλάγκεν, αρχίζει τις ανακατατάξεις ενώ ταυτόχρονα βιώνει την πρώτη της επαγγελματική πρόκληση: το συνέδριο του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος πριν από τις εκλογές του Σεπτεμβρίου θα πραγματοποιηθεί στο Έρεμπρο κι εκεί θα ανακοινωθούν τα ψηφοδέλτια, εκκινώντας έτσι την προεκλογική εκστρατεία του κόμματος! Αποτελεί επομένως τον κατάλληλο άνθρωπο που θα φροντίσει για την ευταξία των πόλεων της περιφέρειας που διοικεί, όμως το επερχόμενο συνέδριο θα τη φέρει αντιμέτωπη μ’ ένα κύκλωμα πολιτικών συμφερόντων που καλύτερα θα ήταν να μην είχε γνωρίσει. Εκβιασμοί και διλήμματα δίνουν την αφορμή για την καταγραφή άλλης μιας πολύπλευρης προσωπικότητας που με άφησε απόλυτα ικανοποιημένο γιατί δεν αφήνεται στη μοίρα της, κάποια στιγμή θα πάρει την κατάσταση στα χέρια της και τότε…

Στο βιβλίο αυτό εμφανίζεται και ο επιθεωρητής Μίκαελ Άρβιντσον που έχει πλέον παραιτηθεί κι έχει εξαφανιστεί από προσώπου γης, ο οποίος συνδέεται αναπάντεχα με την υπόθεση, δίνοντας τη δική του ανατρεπτική συμβολή ενώ ο ιατροδικαστής και επικεφαλής του Εγκληματολογικού Τμήματος της Αστυνομίας του Έρεμπρο Γιούσι Αλεξάντερσον συνεχίζει να δίνει τις πολύτιμες συμβουλές του. Τέλος, ο Κρίστερ Μπγέρλινγκ έχει κερδίσει τον αγώνα με τις φυσιοθεραπείες και τις επεμβάσεις, περπατά με πατερίτσες και επιστρέφει στο Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης. Με αφορμή τον δολοφόνο του πρώτου βιβλίου της σειράς «Το Μίσος», δίνει διαλέξεις για το κίνητρο και την ψυχολογία των δολοφόνων: «Πράγματι, η ζήλια μπορεί να είναι η σπίθα που θα προκαλέσει τη φωτιά, ωστόσο πρέπει να θυμάστε πως το προσάναμμα είναι συνήθως μια σειρά εύφλεκτων λόγων οι οποίοι περιμένουν υπομονετικά να αναφλεγούν» (σελ. 18). Με εκπαίδευση στο FBI και ειδίκευση στους κατά συρροή δολοφόνους αποτελεί σημαντική βοήθεια στις έρευνες κι έτσι καλείται ξανά στο Έρεμπρο για τη νέα υπόθεση.

Η ποικιλία των χαρακτήρων, το σκοτεινό περιβάλλον στο οποίο κινούνται, το καθαυτό θέμα της παιδεραστίας είναι λες και έχουν φέρει αμηχανία στον συγγραφέα, μιας και η εξαιρετική λογοτεχνικότητά του είναι περιορισμένη συγκριτικά με τα προηγούμενα βιβλία της σειράς: «Οι λύκοι αυτής της κοινωνίας κυκλοφορούν φορώντας την προβιά του συζύγου, του πατέρα, του συνεπούς εργαζόμενου, τόσο καλά μεταμφιεσμένοι, που ακόμα και το έμπειρο μάτι ενός αστυνομικού δεν μπορεί να δει τις ραφές και τα ξέφτια της φορεσιάς τους» (σελ. 28). Ακόμη και η Σουηδία ελάχιστα λοιδωρείται: «…ένα προτεσταντικό έθνος το οποίο, όσο κι αν διαφήμιζε την ανεξιθρησκία του, είχε βαθιά ριζωμένες μέσα του τις διδαχές του Λούθηρου…» (σελ. 140). Μετρημένες είναι οι παρομοιώσεις και μεταφορές: «Το φαγητό στο εστιατόριο του τμήματος παρήκμαζε γρηγορότερα κι από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία μετά την εισβολή των Βησιγότθων» (σελ. 96).

«Ο χορός των νεκρών» είναι ένα δυνατό ψυχογραφικό μυθιστόρημα γεμάτο ολοκληρωμένους χαρακτήρες και συναρπαστικές περιπέτειες. Ανατροπές και εκπλήξεις που προέρχονται από ρεαλιστικές περσόνες, πολιτικά παιχνίδια, σκευωρίες, εκτελεστικά όργανα της Μοσάντ, χαμένη παιδικότητα και πολλά άλλα με ξενύχτησαν, με γέμισαν αγωνία, σκεπτικισμό μα πάνω απ’ όλα με άφησαν απόλυτα ικανοποιημένο ως προς την ολοκλήρωση των συνεκτικών τους δεσμών.

Ακολουθήστε μας!

Οι προσφορές των εφημερίδων

Οδηγός ιστοσελίδας

Κερδίστε το!

Αρχείο

Επιμέλεια άρθρου Πάνος Τουρλής

Επιμέλεια άρθρου

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου