Select Page

Ο χώρος στα αστυνομικά διηγήματα του Πέτρου Μαρτινίδη

Ο χώρος στα αστυνομικά διηγήματα του Πέτρου Μαρτινίδη

 

Ο χώρος στα αστυνομικά διηγήματα του Πέτρου Μαρτινίδη[1]

 Μαρία Λιλιμπάκη - Σπυροπούλου [2]

 

Το ερώτημα πώς και γιατί ένας συγγραφέας επιλέγει να ασχοληθεί με το αστυνομικό έργο ενέχει τον κίνδυνο εμπλοκής σε μυστήριες ατραπούς και σε ψυχολογικούς λαβυρίνθους. Η έλξη από μέρους των συγγραφέων και η ανταπόκριση του κοινού από μόνα τους δεν αποτελούν απάντηση. Τα κίνητρα εκκινούν από τα επί μέρους δομικά χαρακτηριστικά των έργων. Έτσι η θεώρηση και καταγραφή των τελευταίων ίσως να διευκολύνει την εύρεση της απάντησης.

Το πρόβλημα, η μπλόφα, το απρόοπτο, το απρόβλεπτο, το χιούμορ, η έμφαση στα σημεία είναι τα κύρια χαρακτηριστικά των αστυνομικών έργων (μυθιστόρημα, νουβέλα, διήγημα)[3]. Τα μέσα για τον χειρισμό των παραπάνω είναι οι ήρωες, η τρέχουσα κοινωνικο-οικονομική φιλοσοφία και η περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Χωρίς να μπορεί τίποτα να αυτονομηθεί, εξετάζεται ως ο πλέον αντιπροσωπευτικός παράγοντας της τελευταίας ο χώρος, με την έννοια του τόπου, οικισμού, πόλης, τοπίου, κτιρίου, εσωτερικού, κατοικίας, γραφείου κλπ.

Η αναλυτική περιγραφή του χώρου είναι ίδιον της αστυνομικής λογοτεχνίας. Συχνά έχει απλώς ένα βοηθητικό ρόλο στην προώθηση της εξέλιξης του έργου ενώ άλλοτε ο ρόλος είναι πρωτεύοντας στη λύση του ή των μυστηρίων. Και καθώς σημασία έχει η κάθε λεπτομέρεια που μπορεί υποθετικά να αξιοποιηθεί, γίνεται σχολαστική καταγραφή του εξοπλισμού και επιλεκτική της διαμόρφωσης των εσωτερικών χώρων, ενώ διακρίνεται η πρόθεση ανάδειξης του τοπίου, του οικισμού ή και μιας χώρας ακόμα, ανάλογα με την κλίμακα αναφοράς.

Αφορμή για το παρόν στάθηκε η πρόσφατη έκδοση διηγημάτων του Πέτρου Μαρτινίδη, με γενικό τίτλο «Από άλλοθι σε άλλοθι», που αποτελεί επιτομή των προηγούμενων έργων του καθώς συνοψίζει τα χαρακτηριστικά του, και συμπυκνώνει, λόγω της κλίμακας των επι μέρους έργων (διηγήματα), τις τεχνικές, τις ιδεοληψίες και τις συγγραφικές εμμονές του συγγραφέα. Με τα διηγήματά του ο Π. Μαρτινίδης, όπως και με τα μυθιστορήματά του σε διαφορετική κλίμακα, έχει την ευκαιρία να αυτοσαρκαστεί, να σχολιάσει επιτιμητικά και να ειρωνευτεί τον στενό επαγγελματικό του περίγυρο και το πανεπιστημιακό κατεστημένο, με τους ανταγωνισμούς, τις υπέρμετρες φιλοδοξίες, τις διαπλοκές ακόμα και τις λογοκλοπές. Με τον τρόπο αυτό γίνεται αποκαλυπτικός αλλά και καταγγελτικός, καθώς φαίνεται να γνωρίζει πολλά για τις περιπτώσεις στις οποίες αναφέρεται, όπως τη διαδικασία εξέλιξης κάποιων πανεπιστημιακών. Παράλληλα έχει τη δυνατότητα να εφαρμόσει τη λειτουργία των συμβολικών συστημάτων υλοποιώντας έναν τομέα που μελέτησε και δίδαξε. Συστήματα καθοριστικά και δόκιμα για την επίλυση του αστυνομικού γρίφου τιμώνται δεόντως από τον Π. Μαρτινίδη[4]. Όπως σημειώνει και ο ίδιος «Εκεί όπου ένας άνθρωπος ονειρεύεται ή παραληρεί, κάποιος άλλος σηκώνεται και ερμηνεύει».

Το κίνητρο του παρόντος ήταν η διερεύνηση της διαχείρισης του χώρου από έναν συγγραφέα με διπλή (και όχι μόνο) ιδιότητα: αρχιτέκτονα, σημειολόγο, πανεπιστημιακό. Αποκτά ιδιαίτερη σημασία γι’ αυτόν ο χώρος; Ο οικείος χώρος, η πόλη της Θεσσαλονίκης, παράγει συνειρμούς; Ο Π. Μαρτινίδης κατέχει το μέσο που συνιστά ο χώρος πολύπλευρα, δηλαδή τόσο θεωρητικά, όσο και πρακτικά που σημαίνει την εφαρμογή και τη διαδικασία πραγμάτωσής του. Με το πνεύμα αλλά και την ικανότητα πρόσληψης και αποτύπωσης που τον διακρίνει κατακτά το κατεξοχήν εργαλείο για να πλέξει γύρω του αλλά και να βασισθεί πάνω του ώστε να οργανώσει την πλοκή του: τον χώρο. Ο τελευταίος μάλιστα δεν είναι τυχαίος. Είναι ο χώρος όπου ζει και πολλαπλά δραστηριοποιείται, η Θεσσαλονίκη, ως σύγχρονη πόλη και ως πόλη της ιστορίας, με τις οδούς της ονομαστικά, τα προάστια, το ιστορικό κέντρο, τις συνοικίες, τον πλασματικό διαχωρισμό ανατολικής- δυτικής κλπ. Είναι ο χώρος του οποίου την κλίμακα, τη διάρθρωση και την οργάνωση γνωρίζει και διδάσκει. Οι κινήσεις των ηρώων του ακολουθούν κοινές διαδρομές με κατευθύνσεις που οδηγούν σε αυταπόδεικτες πορείες υποτασσόμενες στις κλίσεις και τα αδιέξοδα, σε ημερήσιες και μη συναθροίσεις, σε κινήσεις που τελικά γίνονται οικείες. Οι πορείες κάθετες, οι χαράξεις διασταυρούμενες, οι γωνίες σε σήμανση, σχηματοποιούν ένα αστικό πλέγμα που εντάσσεται στην αφήγηση. Είναι σα να μην υφίσταται γεγονός και αστυνομική ίντριγκα χωρίς τις θέσεις αυτής της πόλης. Προσδιορίζονται οι οδοί και οι λεωφόροι, οι κυκλωτικές πορείες, οι λίγοι δημόσιοι χώροι και οι ελάχιστοι αδόμητοι. H πλατεία, τόπος πολιτικής έκφρασης, σπάνια φέρει αυτόν τον χαρακτήρα στα διηγήματα. Iσως ηθελημένα ο συγγραφέας τον αποσιωπά για να αποφύγει τον διδακτισμό. Αλλά και να διαφύγει από την πεπατημένη, γειώνοντας παρ’ όλ’ αυτά το έργο του μέσω του προσδιορισμού του τόπου. Αυτό ακριβώς επιχειρεί: Την πόλη ως θέατρο δράσης, ως πεδίο και δοχείο πάθους και ίντριγκας. Τα μεγέθη που χρησιμοποιούνται ξεκινούν από αυτήν και κλιμακώνονται στα χαρακτηριστικά ενός δρόμου, μιας μονοκατοικίας, ενός δωματίου, μιας λεπτομέρειας. Κατονομάζει γνωστά κτίρια της πόλης, εμπορικά, ξενοδοχεία, νοσοκομεία, σταθμούς, τοπόσημα, ως χώρους αναφοράς, για να αποκαλύψει πως όλα μπορούν και εδώ να συμβούν.

Ο Π. Μαρτινίδης χρησιμοποιεί τον χώρο δομικά, ως θεμελιακή βάση στην εξέλιξη της πλοκής, ως γνώρισμα και μέσο ταυτόχρονα της διήγησής του. Δεν είναι παράξενο που χρησιμοποιεί τον χώρο της πόλης που ζει και που μ’ αυτόν τον τρόπο προβάλλει σπαρταριστός, ως χώρος βιωμένος άρα διαχειρίσιμος. Μια πόλη οικεία, δεδομένη, σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Ποιο είναι το παρελθόν, ποιά είναι άραγε η συνέχεια, η εξέλιξη; τον συγγραφέα απασχολεί το σήμερα, το εδώ και εκεί και οι εξαρτήσεις τους. Η δυναμική του χώρου, η ενοχικότητά του θίγεται υπαινικτικά. Δεν επιδιώκει κριτική στην πόλη σα σύνολο, σαν οικιστικό συγκρότημα, σα σύστημα δυναμικών κοινωνικο-οικονομικών διαδικασιών και λειτουργιών. Εμμένει στο επί μέρους, στην ειρωνεία, στην ατομικότητα. Απομονώνει και καυτηριάζει το συμβάν. Σ’ αυτό το πνεύμα θίγει και κριτικάρει το πολιτικό σύστημα αμφισβητώντας το όταν γράφει ότι «Δεν υπάρχουν ούτε υπήρξαν ποτέ αριστεροί ή δεξιοί στην Ελλάδα καλέ μου- παρά τον εμφύλιο και τις συνεχείς συγκρούσεις. Υπάρχει μόνο μια μειοψηφία όσων θέλουν ένα σύγχρονο κράτος και η πλειονότητα εκείνων που προτιμούν μικρά, ημιαυτόνομα φέουδα βουλευτών, συνδικαλιστών κι αφεντικών κάθε λογής- όπου να δίνονται κάθε τόσο ευκαιρίες πλιάτσικου. Το ότι τόσο οι μεν όσο και οι δε χάνονται μέσα στη διάκριση δεξιοί- αριστεροί, απλώς μπερδεύει κι άλλο τα πράγματα», επιχειρώντας ταυτόχρονα μια ιστορική συμπύκνωση.

Με βάση τα παραπάνω, ο απώτερος σκοπός για το παρόν δοκίμιο είναι να επικεντρωθεί στο ζήτημα του χώρου, ώστε να ευαισθητοποιηθεί ο ενδιαφερόμενος και για τον πραγματικό χώρο – μέρος του περιβάλλοντός του. Να εμπλουτισθεί η θεώρηση της λογοτεχνίας, και συγκεκριμένα της αστυνομικής, με πολλούς συντελεστές, ένας από τους οποίους είναι ο χώρος, σε κάθε διάσταση και κλίμακα, αναδεικνύοντας έτσι το ρόλο του στο λογοτεχνικό έργο.

Τα ειδικότερα στοιχεία που ακολουθούν, θα συνδράμουν, ώστε να γίνει διακριτός ο ζητούμενος στόχος στο υπό συζήτηση έργο, πάντα στα προκαθορισμένα μέτρα του συγκεκριμένου δοκιμίου.

Στο πρώτο διήγημα της συλλογής[5], ο τόπος του «εγκλήματος» ορίζεται επακριβώς, είναι η παλιά παραλία και αντανακλά τη σχετική ευμάρεια και το γόητρο του ήρωα. Εδώ το κλειδί του μυστηρίου στηρίζεται σε ένα στοιχείο κτιριακού εξοπλισμού μη δομικό, την κλασσική πλέον τέντα των διαμερισμάτων της πολυκατοικίας. Η τέντα λοιπόν, το μάρμαρο, το στηθαίο, το ρετιρέ, το διαχωριστικό κάγκελο, η λεπτομερής καταγραφή των μοιραίων κατασκευαστικών λεπτομερειών προωθούν με φαντασία την πλοκή και το αποτέλεσμα.

Κρυμμένα χαρακτηριστικά στοιχεία της νεοελληνικής δόμησης αναδεικνύονται όχι ως απλές περιγραφές[6] αλλά ως βασικά στοιχεία στην εξέλιξη του μύθου και παίζουν κρίσιμους ρόλους, όπως η πρασιά, ο ακάλυπτος, o φωταγωγός, η μεσοτοιχία, τόποι – μη τόποι, ξεφτίσματα στο κυρίαρχο που θεωρείται το κτίριο, όπου όμως εξελίσσονται δράσεις και κρίνονται ζωές. Το μπαλκόνι, δέχεται δραστηριότητες προσαρμοσμένες στο τοπικό κλίμα, επεκτείνοντας τη ζωή του σπιτιού στους εξωτερικούς χώρους που προκύπτουν ως απομεινάρια των εσωτερικών και όχι ως αυτοτελή πεδία δράσεων. Αναφέρονται παραπληρωματικά στοιχεία όπως ο αστικός θόρυβος και οι κατακόρυφες καθημερινές κινήσεις που προκύπτουν από τον τύπο του κτίσματος (μεζονέτα!) και έχουν ρόλο στην εξέλιξη του διηγήματος.

Αλλού[7] η παρατήρηση και η χρήση της λεπτομέρειας στο σχεδιασμό και την κατασκευή δίνουν το έναυσμα, τον γρίφο και την επίλυση της αστυνομικής ιστορίας. Ο τόπος δράσης ξανά η Θεσσαλονίκη, σε σημείο πολυσύχναστο, στα όρια της Πανεπιστημιούπολης, με τον γνωστό μεταβατικό του χαρακτήρα (διαρκής φάση κατασκευής του μετρό). Κι από εκεί η συνήθης πορεία (πλατεία Συντριβανίου, Αγγελάκη, Εθνικής Αμύνης, παραλία, Λευκός Πύργος), πορεία χιλιοπερπατημένη σε αγώνες και διαμαρτυρίες κυρίως στη φοιτητική ζωή.

Το να κρυφακούς τις συνομιλίες των άλλων[8] είναι ένα συνάγωγο του χώρου ακόμα και του δημόσιου, αλλά και μιας παλιάς συνήθειας της εξωστρεφούς συμπεριφοράς μας και της ωτακουστικής αδιακρισίας. Η δράση που εξελίσσεται[9] γίνεται αφορμή για μια αξιολόγηση ενός εκπαιδευτικού κτιρίου, της νέας Φιλοσοφικής και της λειτουργικά «κυψελωτής» οργάνωσής του.

Εντοπίζει τα επί μέρους μορφολογικά σημεία, χαρακτηριστικά της νοοτροπίας ακόμα και του ήθους των χρηστών[10]: Το εκρηκτικό στις αντιθέσεις του σπίτι κάποιου εύπορου αντικατοπτρίζει το νεοαποκτηθέν χρήμα. Αντιδιαμετρικά εκτίθεται η δομή ενός σπιτιού και γραφείου στην «διανοουμενίστικη» και πολυσήμαντη λόγω ιστορικότητας και μορφολογίας, Ανω Πόλη με το «παλίμψηστο» της θέας. Χαρακτηριστικές είναι οι αναφορές του συγγραφέα σε σύγχρονα (π.χ. τα πολυσινεμά στην νεωτερική Πλατεία) και ιστορικά (π.χ. Μοδιάνο) τοπόσημα. Οταν στρέφει την διήγησή του έξω από την πόλη, στη στενά συνδεδεμένη με αυτήν Χαλκιδική, υπαινίσσεται όλα τα κακώς κείμενα, από την περιοδική λειψυδρία και το νερό που τραβούν από τις αγροτικές καλλιέργειες, στο πειραματικό κέντρο, δούρειο ίππο για έναν ακόμα τουριστικό οικισμό, έως τις πυρκαγιές - ευκαιρία οικειοποίησης εκτάσεων. Χρηματοδοτήσεις, επενδύσεις, λεφτά, ιδιοκτήτες συγκροτημάτων όλα σε συσχέτιση με την έγγειο ιδιοκτησία και την υπεραξία. Ο Π. Μαρτινίδης γνωρίζοντας την παραγωγή του χώρου κλείνει το μάτι φαινομενικά ήπια και συμβολικά αλλά στην ουσία καταγγελτικά στα φαινόμενα εκμετάλλευσης.

Διαχωρίζει και διακρίνει τις «φάσεις» στην πρόοδο του χρόνου (ξημέρωμα, τριήμερη διακοπών δεκαπενταύγουστου κλπ.) και την αντανάκλασή τους στο σώμα της πόλης. Προβάλλει κρυμμένα σημεία, τεχνικές λεπτομέρειες που επιτείνουν την αγωνία της εξέλιξης, όπως μια φωτεινή χαραμάδα στο δάπεδο ή ένα πλατύσκαλο. Επιχειρεί[11] την περιγραφή του κτιρίου ενός εκδοτικού οίκου δηλαδή τη συγκρότηση και την οργάνωσή του, όπως μόνο ένας αρχιτέκτονας μπορεί να κάνει, συνοπτικά αλλά ουσιαστικά. Συγχρόνως χαριτολογεί, παραλληλίζοντας την αλλαγή ονομασίας μιας οδού με …μετακόμιση: Η ιστορία της μετονομασίας ενός τοπικού άξονα στο ιστορικό κέντρο.

Οι εσωτερικές μετακινήσεις ενός αστού μαρτυρούν την εξελικτική πορεία που μπορεί να συναρτώνται με οικονομική και κοινωνική αναβάθμιση ή αλλαγή πνευματικού προσανατολισμού και γοήτρου. Έτσι[12], ο βασικός συντελεστής του διηγήματος, ο ήρωας, χαρακτηριστικός εκπρόσωπος του ανερχόμενου τύπου νεοέλληνα, αναλαμβάνει κατασκευές πολυτελών εξοχικών με φυσική συνέπεια να ωφελείται από τη παρελθούσα ευμάρεια.

Το διήγημα «Περίπτωση στραγγαλισμού» με την αντίδραση του ήρωα, στα όρια της πιθανότητας, ανταποκρίνεται στον κορεσμό που συχνά προκαλεί η αναξιοκρατία και αποδίδει το σκηνικό της εκδήλωσης σαν ένα είδος θεάτρου του γεγονότος. Με αναφορά σε χώρους – υποδοχείς κλασσικών και ιστορικών πολιτιστικών δρώμενων με αλλοτινή αίγλη[13], δίνει τις συμπυκνώσεις και συναθροίσεις του σήμερα με κέντρο τι άλλο; Τον Λευκό Πύργο. Οταν επιχειρεί περιγραφή του κτιρίου της δημόσιας υπηρεσίας, εγκατεστημένης σε προϋφιστάμενο κέλυφος [14], τονίζει την κλίμακα και την εξέλιξη της διαμόρφωσής του: λεπτομέρειες που εξοικειώνουν και ανακαλούν στη μνήμη χώρους και την επανάχρησή τους.

dokimio1_bΣ’ ένα από τα πλέον αντιπροσωπευτικά διηγήματα της συλλογής με τίτλο «Ο θάνατος είναι πάντα άδικος», δίνει έμφαση στη θέα ενώ καθώς τη συνδυάζει με ένα εντυπωσιακό καιρικό φαινόμενο, ανταποκρίνεται στη ζητούμενη για αστυνομικό διήγημα, ατμόσφαιρα. Την ίδια μυστηριακή ατμόσφαιρα επιχειρεί με το σκοτάδι και τους περιοδικά λειτουργούντες χώρους του μουσείου και του μητροπολιτικού μεγάρου, στη γνωστή κεντρική θέση τους στην πόλη. Η ερημιά που τονίζει ότι επικρατεί στην περιοχή επικουρούμενη από τις προτομές, το φως σε ένα και μοναδικό παράθυρο, τα λιγοστά δένδρα, τα προκτίσματα που δεν λείπουν ακόμα και από ένα δημόσιο συγκρότημα, επιτείνουν την ατμόσφαιρα μυστηρίου και έρχονται σε αντίθεση με το κωμικό και περιπετειώδες «ακροβατικό σκαρφάλωμα». Τέλος η αυθόρμητη κίνηση προς την πολυσύχναστη γωνία (Βογατσικού και Μητροπόλεως) σε αντίστιξη με την προηγούμενη ερημιά, προετοιμάζει για την εντυπωσιακή όσο και δραματική εμφάνιση τριών προσώπων στο περιστύλιο της εισόδου ενός άλλου defacto τοπόσημου της πόλης, του ξενοδοχείου Μακεδονία Πάλλας. Εδώ περνώντας από την μια κλίμακα στην άλλη, δηλαδή σε ό,τι μεσολαβεί από τον τόπο στη λεπτομέρεια, μνημονεύει ως φόντο φωτογραφίας το παράθυρο μονής. Από εκεί ο συνειρμός οδηγεί σαφώς στις ανταλλαγές του Βατοπεδίου μια υπόθεση «υγρών γαιών» πέρα και πάνω από κάθε υπεραξία. Επισημαίνει τα καίρια σημεία για την πόλη (της Μασσαλίας) και για κάθε πόλη: τον παραδοσιακό της ιστό, το κέντρο της και κυρίως το λιμάνι της. Η αναφορά στη θάλασσα γίνεται επώνυμα, πρόκειται για τον Θερμαϊκό κόλπο με τα χαρακτηριστικά του αλλά και με τις κρυφές πολυσήμαντες γωνιές. Το πτώμα στο διήγημα «Σκοτώνοντας μια θεούσα» δεν τοποθετήθηκε πίσω από το Μέγαρο Μουσικής τυχαία. Θάλασσα κάποτε ο τόπος, κρύβει από την παλιά χρήση κάτι το μυστηριακό, δεν έχει «εξανθρωπισθεί» ακόμα. Η εναλλακτικότητα της φυσιογνωμίας του στην εξέλιξη της μέρας και του χρόνου μπορεί να προκαλέσει ακόμα και αυτήν την ακραία πράξη: την απόθεση πτώματος.

Ένα χαρακτηριστικό για την κυκλοφορία στοιχείο, η πεζογέφυρα, παίζει ουσιαστικό , θεμελιακό ρόλο στη δομή του διηγήματος[15]. Τα υπόλοιπα στοιχεία, όπως οι ράγες και η σιδηροτροχιά, χρησιμεύουν για να αποδώσουν ρεαλισμό και οικειότητα στον χώρο δράσης αλλά και για να θίξουν την γενικότερη αντίληψη που υπάρχει για τις δυτικές συνοικίες, τη μιζέρια και τις περίεργες περιπλανήσεις διασκέδασης.

Με φαντασία περιγράφει την κίνηση και τη χάραξη των γραμμών πορείας[16]. Καταγράφει την ποικιλία των λειτουργιών, τη μίξη των χρήσεων (καφετέριες, αρσανάς, πολυκατάστημα κά). Μια γενική επισκόπηση και εφαρμογή των αρχιτεκτονικών και πολεοδομικών πραγμάτων και συμβολισμών.

Στο περιθώριο του θέματος θα πρέπει να γίνει αναφορά στη γραμματική και την αξιολόγηση εκφράσεων που επιτηδευμένα επιχειρεί. Αξιοπερίεργη προκύπτει η χρησιμοποίηση άνω τελείας, ίσως ως…ιστορικό χρέος, αλλά και εκφράσεων όπως το κάνοντας το λιγότερο σωστό, στο διακριτικό πνεύμα του μέτρου και όχι της αντίθεσης. Ενώ αλλού μιλάει ξεκάθαρα για γραμματικό, συντακτικό ή σημασιολογικό ολίσθημα, φαινόμενα συνήθη που χαίρουν της κρυφής αποδοχής και ανοχής μας στο όνομα μιας ψευδο-ελευθεριότητας. Εμμένει στα ζητήματα ορθογραφίας ως σημεία της ορθότητας και της γνώσης[17]. Χρησιμοποιεί εκφράσεις και κυρίως ρήματα (όρμησα, κατηφόρισα, ελέγχω τους δρόμους) που αποκαλύπτουν υψόμετρα, στάθμες, φορές οχημάτων, ισορροπίες. Η ακριβής ορολογία στην έκφραση αποδίδει πιστά την κίνηση και τη στάση. Χρησιμοποιώντας λέξεις σπάνιες περιγράφει πικρές αλήθειες που μαρτυρούν χρόνιες στρεβλώσεις στη θεώρηση του περιβάλλοντος και όχι μόνο: «Αυτό τον καιρό το κράτος μας συμβιβάζεται με εκατοντάδες χιλιάδες οικοδομικές παρανομίες. Θα πάρει έτσι χρήμα και ψήφους, οι παράνομοι κάποια δικαιώματα, νά η αλληλοπεριχώρηση!»[18]

Ο Π. Μαρτινίδης με τα διηγήματα της συλλογής «Από άλλοθι σε άλλοθι» κατορθώνει και διαπλέκει με επιτυχία τον αστικό χώρο με την αστυνομική ιστορία, εντάσσοντας απόλυτα τον πρώτο στη δομή και εξέλιξη της δεύτερης. Θεωρώντας τον απόλυτα ρεαλιστικά, επιλέγει την ελάχιστη αναφορά στης ενδο- κοινωνικές σχέσεις και το συλλογικό φαντασιακό. Προκαλεί τον αναγνώστη να αντιμετωπίσει τα δρώμενα με χιούμορ, στοχεύοντας ίσως στην αισιοδοξία ως σωτηρία στ’ αδιέξοδα. Έτσι, ένας συγγραφέας με στέρεο υπόβαθρο που του δίνει κάθε δικαίωμα στην κριτική αξιολόγηση, διευρύνει το κοινό στο οποίο απευθύνεται - αν και η γραφή προβάλλει επιλεκτική - χωρίς ωστόσο να χάνει τίποτα σε ποιότητα, διαλεκτική, σφαιρικότητα και χιούμορ.

Αυτά τα γνωρίσματα είναι που προσδίδουν στα διηγήματά του ιδιαιτερότητα, στην πλοκή τους χωρικό προσανατολισμό και ορίζουν τον χώρο στην επιθυμητή κλίμακα, αξιοποιώντας τον ως μέσο και συγχρόνως ως στόχο.

Έτσι η γνώση και διαχείριση του χώρου, όπως κατ’ αρχήν ορίστηκε, προτρέπει και διευκολύνει στην κατεύθυνση της εξέλιξης του αστυνομικού έργου και συντελεί στην επιλογή του λογοτεχνικού αυτού είδους από μέρους του συγγραφέα.

Αν επιζητούσαμε τη γενίκευση ως απάντηση στα αρχικά ερωτήματα θα οδηγούμαστε σε ένα τολμηρό συμπέρασμα. Εμμένοντας παρ’ όλα αυτά στην αναζήτηση απάντησης θα λέγαμε ότι ο χειρισμός του χώρου ευνοεί την εξέλιξη της αστυνομικής ιστορίας και δίνει την ευκαιρία τους συγγραφείς της αστυνομικής λογοτεχνίας να αποδώσουν γλαφυρά και λεπτομερειακά το πλαίσιο δράσης. Με τον τρόπο αυτό εξοικειώνουν τον αναγνώστη με το κάθε συμβάν και τον συμπεριλαμβάνουν στην αφήγηση ως συμπαίχτη και συμπρωταγωνιστή. Ας μην ξεχνάμε ότι η διέγερση της περιέργειας και η δημιουργία ενός μυστηριώδους κόσμου αποτελούν τα κυριότερα κίνητρα για να αναμετρηθεί κάποιος με ένα δυνατό έργο αστυνομικής λογοτεχνίας.

[1] Π. Μαρτινίδη, Από άλλοθι σε άλλοθι, εκδ. Νεφέλη, 2013

[2] Δρ Αρχιτέκτων - Αρχαιολόγος

[3] … ο γύρω από κάποιο έγκλημα γρίφος και η ορθολογική επίλυσή του είναι ό,τι καθιστά ένα μυθιστόρημα αστυνομικό. Αλλιώς οποιαδήποτε αφήγηση περιέχει έγκλημα μπορεί να βαφτίζεται αστυνομικό κατά τον ίδιο τρόπο που χαρακτηρίζεται «τραγωδία» στην τηλεόραση οποιοσδήποτε αδόκητος θάνατος. (Από άλλοθι σε άλλοθι, σ. 33 )

[4] Παιχνίδια μνήμης, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 2001 / σ. 63 : Η σημειολογία των προαυλίων της φυλακής, καίτοι απλούστερη από τη «σημειολογία των ρωμαϊκών πόλεων» απαιτούσε κι αυτή την πραγμάτευσή της. Ευτυχώς όχι με διάρκεια διδακτορικής διατριβής.

[5] Με το αυτί στο έδαφος (σ. 9)

[6] Πες το, έστω μ’ ένα πιστόλι (σ. 21)

[7] Εμμεσο χτύπημα (σ. 31)

[8] Σκοτώνοντας μια θεούσα (σ. 55)

[9] Πεπρωμένα (σ. 65)

[10] Από άλλοθι σε άλλοθι , Ελληνικά εγκλήματα (σ. 161), επιμέλεια Ανταίος Χρυσοστομίδης, εκδόσεις Καστανιώτη

[11] Δεν παίζουν με την αιωνιότητα (σ. 123)

[12] Με το αυτί στο έδαφος (σ. 9)

[13] Οι πιο ωραίες είναι οι πιο άπιστες (σ. 143)

[14] Μεσοπολεμική πολυκατοικία ως αστυνομικό τμήμα

[15] Η ευγένεια των βασιλέων (σ. 219)

[16] Ορφανό χτύπημα (σ. 251)

[17] Γράφοντας «τον φεουδάρχη» αντί «το φεουδάρχη» σ.225, ή επισημαίνοντας τη διαφορά των λέξεων εσκαμμένα / εσκεμμένα σ.134

[18] Η ευγένεια των βασιλέων (σ. 248)

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Ημερολόγιο 2018

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!