Select Page

Ο Ύπατος της Σμύρνης, της Σωτηρίας Μαραγκοζάκη

Επιτρέψατέ μου να μην το χαρακτηρίσω μυθιστόρημα. Παρ’ όλο που όλη η ιστορία της Σμύρνης δίνεται με λογοτεχνικό τρόπο είναι τόσο πλούσια και πυκνογραμμένα τα ιστορικά στοιχεία που μπορώ να πω ότι έχουμε μια πρωτότυπη γραφή Ιστορίας. Το βιβλίο είναι μελετημένο και πολύ καλογραμμένο, όμως θα κουράσει και θα οδηγήσει σε βαρεμάρα όσους αναγνώστες δεν είναι εξοικειωμένοι ή παθιασμένοι (όπως εγώ) με την περίπτωση της Μικρασιατικής Καταστροφής. Δυστυχώς μεταξύ των μαρτύρων που περιγράφουν τη δική τους άποψη έχουμε μόνο δύο ξεκάθαρες λογοτεχνικές περιπτώσεις-αφηγήσεις κι αυτές ελάχιστες μπροστά στον όγκο των πληροφοριών και των μαρτυριών.

Το βιβλίο λοιπόν αφορά τη Μικρασιατική Εκστρατεία και τη Μικρασιατική Καταστροφή. Η συγγραφέας έχει επιλέξει έξυπνα τα πρόσωπα που θα αφηγηθούν την ιστορία με τα δικά τους μάτια και τη δική τους αντίλψη και θα χρωματίσει ο καθένας τους με τον δικό του χρωστήρα το πιο αμφισβητούμενο και αμφιλεγόμενο πρόσωπο της Ιστορίας, τον Ύπατο Αρμοστή Σμύρνης Αριστείδη Στεργιάδη. Την ιστορία μας αφηγούνται εναλλάξ: μια νεαρή κοπέλα, μαθήτρια Παρθεναγωγείου (η μητέρα της σφαγμένη στο Αϊβαλί και ο πατέρας της ηρωικώς πεσών στο μέτωπο της Μικρασίας), ένας ιερέας χρόνια αργότερα σε κατανυκτική προσευχή (γραμματικός του Χρυσοστόμου Σμύρνης), ένας Θεσσαλονικιός κομμουνιστής, στρατιώτης τότε στο Μέτωπο, το 1936 σε σύντροφό του εργάτη, η Έλδα (από το Ελπίδα) Λαμπίση, γυναίκα που αγνόησε την ήσυχη και άνετη ζωή στη Σμύρνη κι έκανε τα πάντα για να διαπιστευτεί ανταποκρίτρια εφημερίδας στο Μέτωπο ώστε να ζήσει από κοντά τον ηρωισμό των στρατιωτών μας, ένας συνεργάτης του Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή που γράφει επιστολή το 1950 με αφορμή το θάνατο του μεγάλου επιστήμονα, ο Τουρκοκρητικός σωματοφύλακας του Στεργιάδη, ο δημοσιογράφος Γουόρντ Πράις και ο γραμματέας Β΄ της Ύπατης Αρμοστείας και δεξί χέρι του Στεργιάδη.

Θα σταθώ ξέχωρα στις ιστορίες της Μαρίκας και της Αννέζας με τη φίλη της Κατίνα, τις πιο ξεκάθαρα κατ’ εμέ λογοτεχνικές ιστορίες. Η Μαρίκα είναι μαθήτρια του Παρθεναγωγείου, έχει κατάκοιτο παππού και ζει τις τελευταίες μέρες της Σμύρνης, ψάχνοντας διέξοδο στα ερωτήματά της με τη βοήθεια του Τούρκου φίλου της, Αλή. Τα παιδιά είναι αχώριστα και δεν μπορούν να καταλάβουν γιατί υπάρχουν μίση ανάμεσα στους δυο λαούς που ζούσαν πάντα τόσο ειρηνικά. Η Μαρίκα είναι παρούσα όταν ο Στεργιάδης αποβιβάζεται στο “Σιδηρός Δουξ” και εγκαταλείπει τη Σμύρνη μια μέρα πριν μπουν οι Τούρκοι στην πόλη. Από την άλλη, η Αννέζα και ο Θοδωρής το έσκασαν από τα Κύθηρα και κατέφυγαν στη Σμύρνη για να ζήσουν τον παράνομο έρωτά τους (ο Θοδωρής ήταν άντρας της αδερφής της). Η καλύτερη φίλη της Αννέζας, η Μαρίκα, είναι η μεγαλύτερη κουτσομπόλα του χωριού και μέσα από τα δικά της λόγια μαθαίνουμε τον αντίκτυπο των επίσημων γεγονότων στη φτωχολογιά, στον κόσμο που δεν ήξερε τίποτα από τις διαβουλεύσεις και τις επίσημες εντολές των ανωτέρων. Η ζωή της Αννέζας και του μόρτη Θοδωρή είναι απλή, δύσκολη, φτωχή αλλά ρομαντική. Στην ιστορία τους ζούμε τα Μορτάκια, τους τεκέδες, τους αμανέδες, τον ναργιλέ, τη ζωή του υποκόσμου της Σμύρνης και των γυναικών που πουλούσαν έρωτα φτιασιδωμένες και περιποιημένες στην εντέλεια. Ώσπου ήρθε η καταστροφή και τα όνειρα του ζευγαριού γκρεμίστηκαν με τον σκληρότερο τρόπο. Κρίμα που αυτές οι δυο περιπτώσεις δεν αναπτύχθηκαν περισσότερο, θα ξεκούραζαν την ανάγνωση αρκετά.

Ο σωματοφύλακας του Στεργιάδη, Τουρκοκρητικός όπως έγραψα, βρίσκει στη Σμύρνη στενό του φίλο και συζητούν για το μέλλον της πόλης, τώρα με την επιβλητική παρουσία των Ελλήνων. Ο καφετζής Μουσταφά Καργκιουλάκης, διωγμένος από την Κρήτη μετά την Κρητική Επανάσταση, μεμψιμοιρεί για το μέλλον της ζωής του. Έφυγε από την Κρήτη όπου ζούσε μια χαρά με τους Έλληνες για να έρθει στη Σμύρνη. Μετά από καιρό ήρθε η ελληνική δύναμη για να τον αναγκάσει να σκύψει το κεφάλι στον Έλληνα ή να απομακρυνθεί από τον τόπο του. Άνθρωπος χωρίς ταυτότητα και γλώσσα, διχασμένος, δεν ξέρει ποιον να υποστηρίξει και αν πρέπει να δώσει ή όχι δίκιο στις σποραδικές αρχικά σφαγές και λεηλασίες των Τσετών. Με τον φίλο του, Αμέτ Αμετάκη, συζητούν και θυμούνται όμορφες στιγμές από την Κρήτη, με τον Ερωτόκριτο να εμπνέει κάθε τους σκέψη. Ο Μουσταφά στο τέλος αποκαλύπτει στον Αμέτ το σχέδιο για απόπειρα δολοφονίας του Στεργιάδη και για την αρχή του τέλους. Μια μέρα πριν την καταστροφή της Σμύρνης, ο Αμέτ αποχαιρετά τον Στεργιάδη που επιβιβάζεται στο καράβι φεύγοντας από τη Σμύρνη.

Ο δημοσιογράφος Γουόρντ Πράις φτάνει στην ξελογιάστρα Σμύρνη και χάνεται στους ρυθμούς της, στα σοκάκια της, στις γεύσεις της, στις εικόνες της. Μέσα από τα άρθρα του και τις ανταποκρίσεις του φωτίζεται η στάση των Μεγάλων Δυνάμεων και τα πολιτικά παρασκήνια της εποχής.

Στη μακροσκελή επιστολή που έγραψε ο συνεργάτης του μεγάλου μαθηματικού το 1950, επ’ αφορμή του θανάτου του Καραθεοδωρή, μαθαίνουμε για την ίδρυση του Πανεπιστημίου Σμύρνης, τον εμπλουτισμό των αιθουσών και της πολύτιμης βιβλιοθήκης, για την προσωπική επιστασία του Καραθεοδωρής στις ετοιμασίες, για την πρόσληψη σημαντικού προσωπικού και για το πώς όλα αυτά τα πρόλαβε το τουρκικό μαχαίρι. Στο κτήριο τώρα στεγάζεται το λύκειο θηλέων Anadolu Lisesi. Στον κινητό πίνακα που βρίσκεται τοποθετημένος στην είσοδο αναγράφονται οι σταθμοί της ιστορίας του. Η ιστορία του σταματά το 1917, επί Ραχμή μπέη, και ξαναρχίζει το 1923. Η περίοδος του Ιωνικού Πανεπιστημίου, του Φωτός εξ Ανατολών, απουσιάζει παντελώς.

Η Έλδα Λαμπίση γράφει σε μορφή ημερολογίου τις παρατηρήσεις της για το μέλλον της γυναικείας συμμετοχής στα κοινά: κάποια στιγμή η γυναίκα θα βγει από το σπίτι και θα επιτελέσει σημαντικό δημόσιο ρόλο. Διαβάζουμε για τα επιτεύγματα της γυναικείας χειραφέτησης, για την ανάγκη της να βγει από την κλειστή κοινωνιά όπου ζει και να αγωνιστεί με την πένα της υπέρ των συμπατριωτών της Ελλήνων που πέφτουν στα πεδία των μαχών. Όνειρό της να συλλέξει ένα λεύκωμα με τα ονόματα και τα βιογραφικά στοιχεία όλων των Ελλήνων στρατιωτών από τους Βαλκανικούς κι εντεύθεν. Μαθαίνουμε πώς κατάφερε να πάει κρυφά στην Αθήνα και να γίνει και επίσημα ανταποκρίτρια στο μέτωπο αθηναϊκών και αγγλικών εφημερίδων. Και δυστυχώς μέσα από τις ανταποκρίσεις της και το ημερολόγιό της βλέπουμε σιγά σιγά πώς μετατράπηκαν τα όνειρα και οι ελπίδες σε εφιάλτη και αίμα. Η Έλδα ήταν στο τάγμα του Νικολάου Πλαστήρα που κατάφερε να σωθεί από την τουρκική λαίλαπα.

Η εξομολόγηση του ιερέα προς τον Θεό και κριτή του μας δίνει τις πτυχές της προσωπικότητας του Χρυσοστόμου Σμύρνης και τις σχέσεις που είχε με τον Αριστείδη Στεργιάδη. Διαβάζουμε για τον χαρακτήρα του, τη νοοτροπία του, τα πιστεύω του και τον μαρτυρικό του θάνατο.

Ο κομμουνιστής Βασίλης Παταγωνίδης αφηγείται σε σύντροφό του τα όσα έζησε κατά τη διάρκεια της μικρασιατικής εκστρατείας, τα δεινά που πέρασε ο ελληνικός στρατός, για τις αλλαγές που έγιναν μετά τις εκλογές του 1920, στις οποίες ο άλλοτε εθνάρχης απέτυχε παταγωδώς και αυτοεξορίστηκε στη Γαλλία. Όλα αυτά τα αφηγείτα βασισμένος στη δύναμη του κομμουνισμού (άλλωστε ο Ριζοσπάστης ήδη από το 1920 είχε υποστηρίξει ότι όλα αυτά ήταν ένα θανάσιμο λάθος), στην ιστορική σημασία της Οκτωβριανής Επανάστασης και επηρμένος από τα συνδικαλιστικά γεγονότα στη Θεσσαλονίκη του 1935, σε μια στιγμή που ανέβαινε ανεξέλεγκτα ο φασισμός και ο ναζισμός στην Ευρώπη, “ένα φάντασμα αρχίζει να εξαπλώνεται πάνω από την Ευρώπη”. Έλλη Αλεξίου και Ζαχαριάδης και Ζαχάρωφ είναι λίγα από τα ονόματα που αναφέρει ο αφηγητής και τα τοποθετεί ιστορικά στο παζλ.

Τέλος ο γραμματέας Β΄ του Αριστείδη Στεργιάδη ζει τα γεγονότα ακριβώς μέσα στο μάτι του κυκλώνα. Διαβάζει τα τηλεγραφήματα, υποδέχεται σημαντικές προσωπικότητες, ζει τον Αρμοστή από πολύ κοντά και παραδέχεται την πολυσχιδή του προσωπικότητα. Διαγγέλματα, άρθρα εφημερίδων, πολύτιμο υλικό περνά από τα χέρια του ως την τραγική ημέρα του αφανισμού.

Σε γενικές γραμμές ένα πυκνογραμμένο βιβλίο, στο οποίο η προσωπικότητα του Αρμοστή φωτίζεται πανταχόθεν: από τον σωματοφύλακά του, από τον υπασπιστή του, από τους στρατιώτες στο μέτωπο, από τους ξένους δημοσιογράφους, από τον κλήρο, ακόμη κι από τον απλό λαό που πιστεύει στα κουσέλια (=κουτσομπολιά). Λεξιλόγιο της εποχής και της εκάστοτε τάξης, ιδιωματισμοί, εξελίξεις και γεγονότα μέσα από τις πηγές. Πουθενά η συγγραφέας δεν παίρνει θέση, πουθενά δεν προασπίζεται ή καταδικάζει τον Στεργιάδη. Και σαν επιστέγασμα αυτών των αμφιλεγόμενων πλευρών, παραθέτει την απολογία του Αριστείδη Στεργιάδη στο διαρκές δικαστήριο της κοινής γνώμης. Τα συμπεράσματα είναι στα χέρια του αναγνώστη.

Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

“Και τους μεν και τους δε τους έζησα, σύντροφε, σα στρατιώτης στο Μέτωπο της Μικρασίας και ξέρω. Είναι πάρε τον ένα και χτύπα τον άλλο. Μια ο ντουβάρ-πασάς, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, μια ο Βενιζέλος” (σελ. 104).

“…ήρθε στην Αθήνα ένας κομισάριος απ’ τη Μόσχα….Βρέθηκε με στελέχη μας και τους εξήγησε πως εκεί, στη Σοβιετική Ρωσία, ήτανε πρόθυμοι να βοηθήσουν να βγει η Ελλάδα απ’ το αδιέξοδο. Κι ας είχε συμμετάσχει η χώρα μας σ’ εκείνη την επαίσχυντη εκστρατεία στην Ουκρανία…Κι όμως οι σύντροφοι Σοβιετικοί προτείνανε μια διέξοδο. Πρώτα θα σταματούσαν να στηρίζουνε τον Κεμάλ κι έπειτα θα πιέζαν να πάει στρατός διεθνής από Ελβετούς, Νορβηγούς, Σουηδούς, από λαούς δηλαδή δίχως ανάμειξη στο Μεγάλο πόλεμο, για να φυλάξει στη Μικρασία τη ζώνη όπου κατοικούσαν χριστιανοί, προκειμένου να γίνει αυτόνομη… Το μοναδικό αντάλλαγμα γι’ αυτά που προτείνανε ήταν να αναγνωρίσει η Ελλάδα τη Σοβιετική Ένωση. Ξέρεις τι έγινε; Δε νοιάστηκε κανείς από την κυβέρνηση κι ο κομισάριος έφυγε άπραγος” (σελ. 110-111).

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!