Αν θα πάω φέτος για μπάνιο θα προσπαθήσω να επιμηκύνω το χρόνο μου στη σκιά και να καταστρώσω την άμυνά μου κατά του ηλίου. Κι όλα αυτά χωρίς όπλα: Ούτε γυαλιά, ούτε κρέμες, τίποτα. Να, πηγαίνω νωρίς νωρίς το πρωί, εισβάλλω ως φάλαινα εντός της θαλάσσης, και χαίρομαι το πέπλο των υδάτων θεωρώντας το ενιαίο κι αδιαίρετο σα σεντόνι. Ύστερα συνωμοτικά και ταχιά, βγαίνω έξω, σκουπίζομαι άγαρμπα και ορμάω στο καφενεδάκι της παραλίας. Είναι κλειστό. Όπως κάθε παντζούρι και κάθε βλέφαρο τούτη την ώρα. Θα ’χω πάντα μαζί μου -πάλι συνωμοτικά- κάνα βιβλίο να ξεφυλλίσω, να συνδυάσω την πολυτέλεια της εφήμερης δροσιάς του γιαλού με την επιδείνωση των διαθέσεων μέσω κάποιου σκοτεινού συγγράμματος (πάντα προτιμώ σκοτεινά συγγράμματα κατά τη διάρκεια της ηλιοφάνειας). Δεν είναι ηλίου φαεινότερο, ότι σχεδόν πάντα, θα διαβάσω μερικές σελίδες που δε θα συμφωνούν με τη γαλήνη του τοπίου, και ότι επίσης τα τζιτζίκια θα διαισθανθούν την απαισιόδοξη στάση μου, εντείνοντας το τραγούδι τους για να με σαρκάσουν;

Το μαγαζί θα ανοίξει ξαφνικά κι ένα πρόσφατο σουξέ θα διαταράξει τη δική μου γαλήνη πια. Κι έτσι, δήθεν ηττημένος, κάπως αποδιοργανωμένος, θα παραγγείλω φραπέ από συνήθεια ενώ θα ήθελα ίσως να πιώ ρε αδερφέ, μια σαμπάνια και να τη συνοδέψω με ένα κιλό μαρίδα. Αλλά, όχι! Θα διαβάσω όσο διαβάσω, ο αοιδός θα με μπερδεύει, θα φτάσω στη σελίδα 35 αλλά θα έχω χάσει το νόημα από την εικοστή. Και κάπως έτσι, θα πληρώσω φτηνά είναι η αλήθεια το φραπέ μου και θ’ αποχωρήσω, υποσχόμενος στον εαυτό μου, ότι θα υπάρξουν κι άλλα καλοκαίρια ευκαιρίας για να τα περάσω όπως ακριβώς θέλω εγώ. Μα, έλα που δεν ξέρω πώς…

 

_

γράφει ο Δημήτρης Τούλιος

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!