τοβιβλίο.net

Επιλέξτε Page

Πασχαλία Τραυλού: «Άγγελοι από στάχτη»

Πασχαλία Τραυλού: «Άγγελοι από στάχτη»

Οι άνθρωποι έχουμε αμέτρητα πρόσωπα.

Ούτε οι ίδιοι δεν γνωρίζουμε

όλες τις εκδοχές τού εαυτού μας.

 

Πασχαλία Τραυλού:

«Άγγελοι από στάχτη»

Εκδόσεις ΔΙΟΠΤΡΑ

 –

γράφει ο Άγγελος Πετρουλάκης

Η Πασχαλία Τραυλού είναι συγγραφέας με γόνιμη πορεία και μυθιστορήματα με πολλούς αναγνώστες. Το «Άγγελοι από στάχτη» είναι το τρίτο βιβλίο μιας τετραλογίας με κύριο άξονά της τον ρατσισμό. Στοιχεία από τις ταξικές διακρίσεις και τον σεξουαλικό προσανατολισμό, μέχρι τον Ναζισμό και τη δοκιμασία τού ανθρώπου από τα διεστραμμένα σχέδια του Χίτλερ και των ανθρώπων του, αποτελούν τα δομικά υλικά και των τριών – μέχρι τώρα – βιβλίων της, τα οποία κινούνται από την ηθογραφία μέχρι το ψυχολογικό θρίλερ, με έντονες νότες αστυνομικής πλοκής.

Το πρώτο μισό τού 20ου αιώνα, αναβιώνει στα δυο πρώτα της βιβλία, για να συμπληρωθεί, στα τέλη του αιώνα, καθώς η Ευρώπη ξαναζεί τον ναζιστικό εφιάλτη με την εμφάνιση των ομάδων τών Νεοναζί στην κεντρική Ευρώπη και όχι μόνο.

Επικεντρώνοντας τη ματιά στο τρίτο βιβλίο, μπορώ να πω με βεβαιότητα πως η συγγραφέας κατορθώνει να κρατήσει το ενδιαφέρον τού αναγνώστη αμείωτο μέχρι την τελευταία σελίδα. Επίσης πως περιγράφει δραματικά την ατμόσφαιρα των στρατοπέδων συγκέντρωσης, δίνοντας παράλληλα ισχυρά μηνύματα ανθρωπισμού.

Η μυθοπλασία πλέκεται γύρω από την αναζήτηση της ταυτότητας κάποιων από τα πρόσωπα του βιβλίου. Συμπτώσεις, ανατροπές, εκπλήξεις, ισχυρά συναισθήματα, δίνουν ένταση τόσο στην αφηγηματική ροή, όσο και στους διαλόγους. Αποτέλεσμα: Ένα ελκυστικό βιβλίο από κάθε άποψη.

Στη συνέντευξη που ακολουθεί, η Πασχαλία Τραυλού, απαντά σε ερωτήσεις που ενδεχομένως γεννηθούν στους αναγνώστες της.

– Πώς ξεκινά και με ποιο κίνητρο, η ενασχόλησή σας με την πεζογραφία;

«Την πεζογραφία τη λάτρεψα από παιδί ως αναγνώστρια. Διάβαζα και διαβάζω όσο περισσότερο μπορώ επειδή η λογοτεχνία είναι ένας τρόπος διαφυγής, περίσκεψης και εσωτερικής ωρίμανσης. Αντίστοιχα όμως, αγάπησα και τον κινηματογράφο, αυτή την τέχνη που καθιστά εφικτό το ανέφικτο. Δεν μπορώ να προσδιορίσω ποια ζύμωση ακριβώς έγινε μέσα μου, πάντως αυτές οι δυο αγάπες μου προκάλεσαν μια ανυπέρβλητη ανάγκη να ‘‘παράξω’’ και να ‘‘σκηνοθετήσω’’ ξένες ζωές. Να ‘‘γεννήσω’’ ανύπαρκτους ανθρώπους. Ίσως να πρόκειται για μια δημιουργική ζήλια που με ώθησε προς αυτή την κατεύθυνση. Δεν έχω πειστεί ακόμη αν πρόκειται για ταλέντο ή απλώς για μια εσωτερική ανάγκη».

– Στο «Άγγελοι από στάχτη» ανάμεσα στη μυθοπλασία, ο αναγνώστης, συναντά και αρκετά ιστορικά στοιχεία μιας εποχής που χαρακτηρίζεται από τα τερατώδη εγκλήματα τα Ναζισμού. Είναι στοιχεία που έχουν χρησιμοποιηθεί, βεβαίως, από αρκετούς συγγραφείς, γιατί όντως στιγμάτισαν ανεπανόρθωτα τη ιστορία του πολιτισμού μας. Προσωπικά, τη χρησιμοποίηση αυτών των στοιχείων τη βρίσκω, και γόνιμη, και χρήσιμη, δεδομένου ότι ο αναγνώστης σύρεται σε γνώσεις που αγνοούσε, παρότι είναι σημαντικές. Εσείς, ως συγγραφέας, πώς λειτουργήσατε απέναντι σ’ αυτά τα ιστορικά στοιχεία;

«Δεν με ενδιέφερε καθόλου να επαναλάβω στείρες ιστορικές πληροφορίες, όπως δεν με ενδιαφέρει ποτέ η σαφής κατηγοριοποίηση ενός έργου μου ως ιστορικό, ψυχογραφικό, κοινωνικό κλπ. Η ματιά μου πάντα στα βιβλία που γράφω είναι ολιστική. Πιστεύω ότι η ιστορία δημιουργείται στον πυρήνα της απ’ τον ανώνυμο καθημερινό άνθρωπο που υπομένει τα δεινά της εποχής του και ετεροκαθοριζόμενες αποφάσεις που αναδεικνύουν εντέλει την τραγικότητά μας. Υπάρχει όμως πάντα και η δικλείδα της προσωπικής επιλογής, η βούληση, η ιδιοσυγκρασία, το προσωπικό στίγμα που αφήνει καθένας πίσω του. Αυτός είναι ο λόγος που ο Γκαρντ, ο Έμπερχαρντ και ο Λόις ενώ έχουν δεχτεί το ίδιο πλήγμα από τη ναζιστική νοσηρότητα εξελίσσονται, σκέφτονται και ενεργούν εντελώς διαφορετικά.

»Θα έλεγα ότι το Άγγελοι από στάχτη είναι ένα ανθρωποκεντρικό και ρεαλιστικό μυθιστόρημα παρά την δυστοπική του ατμόσφαιρα και τα υπερρεαλιστικά χαρακτηριστικά μερικών απ’ τους ήρωές του.  Συνεπώς, στην τριλογία στόχος μου ήταν να βγω απ’ το πλαίσιο και να φύγω πέρα απ’ την ιστορική πληροφορία για να συναντήσω την ψυχή και την αλήθεια. Τα ιστορικά στοιχεία ήταν απλώς ένα πλαίσιο, ένας βατήρας για να ανυψωθώ και να δω πίσω απ’ τον φράχτη».

– Ο Σατομπριάν είχε πει: «Ο άνθρωπος δεν ζει μία και μόνη ζωή. Ζει πολλές ζωές, τη μία μετά την άλλη, κι αυτό είναι η αιτία τής δυστυχίας του». Εσείς, επίσης, στα χείλη ενός από τα πρόσωπα του βιβλίου, βάζετε τις φράσεις: «Οι άνθρωποι έχουμε αμέτρητα πρόσωπα. Ούτε οι ίδιοι δεν γνωρίζουμε όλες τις εκδοχές τού εαυτού μας. Αυτή είναι η τραγωδία τού ανθρώπου. Και συνάμα το μεγαλείο του…» Το πιστεύετε; Μπορεί μέσα απ’ αυτήν την αντίφαση, να ευτυχήσουν «άνθρωποι από στάχτη», μεταλλασσόμενοι σε «αγγέλους από στάχτη;»

«Πιστεύω ακράδαντα ότι οι άνθρωποι έχουμε αμέτρητες πτυχές και πολλές ψυχικές αποχρώσεις. Καταλύτης για να έρθουν στην επιφάνεια είναι οι ιστορικές δηλαδή οι κοινωνικοπολιτικές συγκυρίες και συνάμα ο περίγυρος, η διαπαιδαγώγηση, η παιδεία που θα λάβει κανείς. Αξίωμα εξάλλου για την ανθρώπινη ύπαρξη είναι η αέναη εσωτερική του σύγκρουση ανάμεσα στο καλό και το κακό, την επιθυμία και το καθήκον, την τόλμη και τη δειλία, την απόφαση και την αναστολή. Γι’ αυτό οι ήρωες σε ολόκληρη την τριλογία μεταβάλλονται και αναδιατάσσουν αξίες και όνειρα ανάλογα με τις συνθήκες. Εκδηλώνουν άλλες πτυχές του εαυτού τους, διαλύονται ή ανασυγκροτούνται απ’ τις αντιξοότητες που συναντούν. Ακόμη και ο Έμπερχαρντ είναι απόλυτα γήινος αν και αφύσικος. Έχει ενσωματωμένες στο προφίλ του τέτοιες αρετές και τέτοια ελαττώματα που υπενθυμίζουν ασταμάτητα την ανθρώπινη φύση του.  Συνεπώς, οι άγγελοι από στάχτη, οι απόγονοι των ανθρώπων από στάχτη επομένως, έχουν όμοιες ευκαιρίες ευτυχίας με τους ανθρώπους από στάχτη επειδή ακριβώς η ευτυχία καθορίζεται με τα ίδια κριτήρια: τις συνθήκες της ζωής τους στις οποίες συγκαταλέγεται μια μνήμη που δυστυχώς τους διαλύει και ο παράγοντας της ιδιοσυγκρασίας που άλλοτε επιτρέπει τη λήθη και άλλοτε μια εμμονή στο παρελθόν που αναστέλλει την ελπίδα της ευτυχίας.  Η Εύα και ο Χανς ευτυχώς διάλεξαν το φως».

– Κατά τη διάρκεια της συγγραφής, ταυτιστήκατε ή αποστασιοποιηθήκατε από τους ήρωές σας; Τους οδηγήσατε εκεί που θέλατε ή σας οδήγησαν εκείνοι μέσα από τη βιωματικότητα της πλοκής;  

«Είμαι από τους πολύ δημοκράτες συγγραφείς. Απ’ τη στιγμή που ‘‘γεννήσω’’ έναν ήρωα του αφήνομαι. Τους ήρωές μου τους κανακεύω και με κάνουν ό,τι θέλουν. Και δεν το μετανιώνω, παρότι αυτή η επιλογή οδηγεί σε πολλαπλές γραφές του κειμένου ώσπου να φτάσω στην τελική φόρμα. Έτσι και με την τριλογία, η δυναμική των ηρώων ήταν τέτοια που δεν τολμούσα να ορθώσω ανάστημα. Επέλεξαν τις ζωές τους και είμαι ικανοποιημένη που υπήρξα απλώς η καταγραφέας της παρουσίας τους, αυτόπτης μάρτυς της ύπαρξής τους. Η πινακοθήκη χαρακτήρων που υπάρχει στο έργο με έχει ανταμείψει για τον κόπο. Γιατί εντέλει τι μένει απ’ τα βιβλία αν όχι οι άνθρωποι που αποκτούν πνοή απ’ τη διαμεσολάβηση του συγγραφέα;»

– Καίριο σημείο τής ζωής ενός ανθρώπου είναι η επιλογή αυτού που είναι σωστό και εκείνου που θέλει να κάνει. Σας απασχόλησε αυτό, καθώς διαμορφώνατε τους χαρακτήρες τών προσώπων που χρησιμοποιήσατε στο μυθιστόρημα;

«Μίλησα ήδη για την αέναη εσωτερική πάλη που ταλανίζει τον άνθρωπο ανάμεσα στο καλό και το κακό. Όλο το έργο είναι βασισμένο πάνω σ’ αυτό το δίπολο. Και όχι μόνο οι χαρακτήρες αναδεικνύονται απ’ τις επιλογές τους αλλά πατώντας στα χνάρια της αρχαίας τραγωδίας, η ύβρις που διαπράττουν καθορίζει και την έκβαση της ζωής τους. Θεωρώ πως η ανύψωση ή η ταπείνωση των ηρώων μου καθορίζεται πάνω στον άξονα των επιλογών τους. Η επιλογή είναι το κρεβάτι του Προκρούστη πάνω στο οποίο δεινοπαθούν».

– Υπήρξαν συγγραφείς που επηρέασαν τις αντιλήψεις σας για το μυθιστόρημα;

«Αν εννοείτε γενικά για το μυθιστόρημα και όχι για το συγκεκριμένο έργο φυσικά και υπήρξαν. Ανεξάρτητα αν επιλέγω Ελληνική η ξένη λογοτεχνία, το κριτήριό μου είναι τα εξελιγμένα εκφραστικά μέσα, ο έντονος συμβολισμός, η τόλμη σύνθεσης μιας δυστοπικής ατμόσφαιρας. Λατρεύω ενδεικτικά τον Μουρακάμι, τους αρχαίους τραγικούς, τον Όσκαρ Ουάιλντ αλλά ταυτόχρονα τον Γιάννη Ξανθούλη, τη γενιά του ’30, τον Αλμπέρ Καμύ και την Πανούκλα του ή τον Ζίσκιντ και το άρωμά του. Μου αρέσουν ‘‘οι φευγάτοι’’. Όσοι τολμούν να μην επαναπαύονται με το πρόσφορο υλικό μιας ιστορικής πληροφορίας αλλά συνθέτουν απ’ το μηδέν ή σχεδόν απ’ το μηδέν κάτι ολότελα δικό τους. Αυτή την οπτική προσπαθώ να υπηρετώ και διαπιστώνω ότι ο τρόπος που προσεγγίζω τα πράγματα μετά τα σαράντα μου είναι ολότελα διαφορετικός».

– Ο παράγοντας αναγνώστης σάς ενδιαφέρει κατά τη διάρκεια της συγγραφής, ή είναι κάτι που το σκέφτεστε αφού όλα τελειώσουν και το έργο πάρει τον δρόμο τής έκδοσης;

 «Νομίζω ότι όποιος τολμά να εκδώσει αυτό που γράφει ενδιαφέρεται για τον παράγοντα αναγνώστης. Σαφώς και σέβομαι και με ενδιαφέρει η γνώμη του προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος της επικοινώνησης του έργου, αυτό το μοίρασμα της ψυχής πομπού και δέκτη. Όμως αυτό δεν καθορίζει ούτε τη θεματολογία, ούτε τα εκφραστικά μου μέσα ούτε τους τρόπους που θα προσεγγίσω την ιδέα μου. Είμαι πολύ κτητική και αδιάλλακτη με αυτό το ζήτημα. Κι επειδή δεν έχω μανιέρες και συνταγές κάθε φορά που εκδίδω ένα έργο αισθάνομαι γυμνή στην κρίση του αναγνώστη σαν να είναι η πρώτη φορά παρότι έχω διανύσει ήδη είκοσι χρόνια παρουσίας στο μυθιστόρημα».

– Τρία μυθιστορήματα με τον ρατσισμό, τον Ναζισμό, το παράλογο και απάνθρωπο ως επίκεντρο. Τρία μυθιστορήματα με τη γυναικεία ψυχολογία στο «ντιβάνι» τού συγγραφέα. Προσωπικά θεωρώ τη γυναίκα συγγραφέα πολύ πιο «αρμόδια» να μιλήσει για γυναίκες. Συμβαίνει κάτι τέτοιο;

«Νομίζω πως είναι αυτονόητη αυτή η διαπίστωση, παρότι στο Άγγελοι από στάχτη η γυναίκα έχει περάσει για λίγο σε δεύτερο πλάνο και έχει κυριαρχήσει η οντότητα του πάσχοντος ανθρώπου ολιστικά. Αν σκεφτείτε όμως ότι η γυναίκα απείχε από την τέχνη και δη από τη λογοτεχνία για αιώνες λόγω των προκαταλήψεων και του αναλφαβητισμού, γίνεται κατανοητό πως όχι μόνο η γυναίκα στο ντιβάνι του συγγραφέα είναι πιο αρμόδια να μιλήσει για γυναίκες, αλλά επιβάλλεται να συμβεί κάτι τέτοιο επειδή για αιώνες μιλούσαν οι άντρες για το άλλο φύλο, πράγμα που σημαίνει ότι η πληροφόρηση δεν ήταν πρωτογενής».

– Οι κοινωνικές συνθήκες τής εποχής και η ψυχολογία, είναι εμφανή στοιχεία ως εργαλεία τού έργου. Μπορούμε να αναζητήσουμε και άλλα;

«Άλλο πρωτογενές υλικό του βιβλίου είναι ο φόβος της άγνοιας. Ο τρόμος απέναντι στο άβατο του εαυτού μας, σ’ εκείνο το απροσπέλαστο κομμάτι μας που δεν ξέρουμε τι μας κρύβει και από τι είναι φτιαγμένο. Ταυτόχρονα άξονας του βιβλίου είναι η ύβρις και το αναπότρεπτο της συμπαντικής τιμωρίας, μιας τιμωρίας στην οποία πιστεύω σθεναρά. Αλλά και η ανθρώπινη φιλία και ο έρωτας  και η έννοια μιας ισότητας ειλικρινούς δίχως εμπόδια και στεγανά. Εργαλείο σημαντικό υπήρξε και αυτός καθαυτός ο Ααλίφ, ο μετανάστης ήρωάς μου τόσο ως υπόσταση μες στο έργο που προωθεί την εξέλιξη όσο και με αυτά που εκστομίζει όπως η ιστορία της Ναγκίρα που εγκιβωτισμένη δίνει το στίγμα για τα δεινά των γυναικών ως και σήμερα. Μετά το πέρας της συγγραφής της τριλογίας, ομολογώ ότι ανακαλύπτω συνεχώς πτυχές που δρουν υποδόρια μέσα στην ιστορία. Εν ολίγοις τα ισχυρότερα εργαλεία ήταν η ψυχοδυναμική και τα χαρακτηριστικά των ανθρώπων που έπλασα. Δεν είναι τυχαίος ο χαρακτήρας του Γουόκερ με τα ελληνικά και γερμανικά γονίδια ούτε τυχαία η περιγραφή των συνεπειών του βιασμού μες στο βιβλίο».

– Μέσα από τους προβληματισμούς και τα ερωτηματικά που βασανίζουν τα πρόσωπα του μυθιστορήματος προκύπτει συχνά το ζήτημα των ορίων τού καλού και του κακού. Το συναντάμε έντονα σε ξένους συγγραφείς αυτό, όπως στον Πρίμο Λέβι, στον Τσβέταν Τοντόροφ, και σε πολλούς ακόμα, μέχρι και τον Φίλιπ Κερ τής αστυνομικής λογοτεχνίας, οι οποίοι έχουν ασχοληθεί με το φαινόμενο του Ναζισμού. Η ανάγκη τής σκληρής ιστορικής αλήθειας, σας έστρεψε προς αυτούς τους προβληματισμούς, ή η αναβίωση της Ναζιστικής διαστροφής στον πολιτικό χώρο τής Ευρώπης;

«Θα έλεγα πως η αναβίωση της Ναζιστικής διαστροφής είναι αυτή που με ενεργοποίησε να ασχοληθώ με το φαινόμενο. Το γεγονός ότι συμβαίνει αυτή τη στιγμή που μιλάμε μια επιστροφή σ’ έναν νοσηρό πρωτογονισμό και σε μια απολίτιστη έκρηξη βίας με τρομάζει, με χαράζει επώδυνα για την ακρίβεια. Έτσι εμπνεύστηκα το σημάδι στο κορμί των θυμάτων. Το συμπέρασμά μου μάλιστα είναι ότι ο ναζισμός και ο νεοναζισμός δεν αποτελούν απλώς μια ακραία ιδεολογία, αλλά συνάδει πάντα με κλινική νοσηρότητα και βρίσκει έδαφος να αναπτυχθεί σε παθογενείς προσωπικότητες».

– «Ζήσε και αγάπησε όσο μπορείς», είναι μια από τις παρακαταθήκες – κατ’ εμέ – του βιβλίου. Ευχή ή επιδίωξη;

«Σίγουρα ευχή. Ως επιδίωξη η ανθρώπινη φυλή απέχει πολύ ακόμη. Δεν είναι τυχαίο που ο Χριστός σταυρώθηκε γι’ αυτό του το σύνθημα απ’ όσους γύρευαν επισταμένα άλλους μοχλούς πίσω απ’ την ανυστερόβουλη δράση του».

– Χτίσατε ένα μυθιστόρημα με υλικά από το διεστραμμένο γενετικό πρόγραμμα του Χίτλερ περί ευγονικής μετάλλαξης του ανθρώπινου είδους, αλλά ακολουθώντας συγγραφικές στρατηγικές αστυνομικής λογοτεχνίας, με έντονες νότες ψυχολογικού θρίλερ. Πολυπρόσωπο σε άξονες, σε βαθμό που να εκπλήσσει. Η συγγραφή είχε προσχεδιαστεί ή είχατε οδηγό την έκπληξη και τη δημιουργία ανατροπών;

«Χαίρομαι που περιγράψατε άψογα την τεχνική του τρίτου βιβλίου. Όποιος μελετήσει την αρχιτεκτονική και τα χαρακτηριστικά των τριών βιβλίων θα διαπιστώσει, πέρα απ’ την έντονη εσωτερικότητα και ψυχογράφηση των ηρώων, πως πρόκειται για βιβλία με διαφορετική υφολογική ταυτότητα. Το πρώτο είναι έντονα ηθογραφικό, το δεύτερο κινείται στα ασφαλή πλαίσια της ιστορικής μυθιστορίας και το τρίτο προσδιορίζεται άψογα από την προσέγγισή σας. Όπως γνωρίζετε κι εσείς που ασχολείστε με τον λόγο, για τον δημιουργό δεν έχει σημασία μόνο τι θα πει αλλά και η δομική και εκφραστική εκφορά του έργου. Η τριλογία μου προσέφερε τη δυνατότητα να τολμήσω κάτι που ήθελα να κάνω χρόνια. Το ψυχολογικό θρίλερ και η νορβηγική σχολή πάντοτε με έλκυαν. Ήρθε η στιγμή να δοκιμαστώ.  Δύσκολο εγχείρημα. Μπορεί να επέτρεψα στους ήρωές μου να ξεδιπλωθούν ελεύθερα, όμως ακόμη και η δημιουργία ανατροπών έπρεπε να είναι ζυγισμένη και να επιτυγχάνεται πειθαρχημένα.  Αναρχία στη γραφή δεν χωρεί. Δεν γνωρίζω το βαθμό που το πέτυχα αλλά στο συγκεκριμένο βιβλίο απαιτήθηκε πολύ προσεκτικότερος σχεδιασμός που πάει να πει πολύ και συνεχής αναδιάρθρωση και αναθεώρηση».

– Πόσο ελεύθερος μπορεί να νιώθει ένας συγγραφέας απέναντι στην Ιστορία; Και ποιες μπορεί να είναι οι ευθύνες του, από την ώρα που αποφασίζει να την εκμεταλλευθεί ως υλικό του και μάλιστα αρκετές δεκαετίες μετά;

«Ο συγγραφέας είναι πάντα ελεύθερος αν έχει προηγηθεί μια καλή μελέτη του υλικού του. Μελέτη από πρωτογενείς πηγές, μάρτυρες, κινηματογραφικές παραγωγές, βιβλία. Όταν διαμορφώσει με ακρίβεια το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί διασφαλίζει και την ελευθερία του. Από την άλλη στο χέρι του είναι με την ύλη της ιστορίας να διαμορφώσει μια δική του δομή (π.χ. όσα έγιναν στο Τρόμσε όπου δημιούργησα τη δική μου δυστοπική ατμόσφαιρα για να αναδείξω το μήνυμα μου) αρκεί να το δηλώσει. Θέσφατο αποτελεί για μένα ο σεβασμός στην ιστορική αλήθεια».

– Η ολοκλήρωση του έργου θα έρθει με ένα ακόμα μυθιστόρημα. Και μετά;

«Μετά… περισυλλογή. Συχνά μελαγχολία και ενδεχομένως παροδική κατάθλιψη. Τρόμος μήπως ήταν η τελευταία φορά. Αναζήτηση μιας νέας ιδέας που συχνά έρχεται αιφνίδια σαν τον έρωτα. Κι ενώ πολλές φορές αγανακτώ απ’ την καταπόνηση, αρκούν ελάχιστοι μήνες για να ανακάμψω και να αναζητήσω το νέο ερέθισμα που θα με βασανίσει απ’ την αρχή. Εξάλλου, έχω δηλώσει πως οι συγγραφείς πάσχουμε από ένα είδος μαζοχισμού. Αυτοβασανιζόμαστε. Το τραύμα γεννά πάντα την τέχνη, κι όταν παύει να πονάει η πληγή μας, την σκαλίζουμε οι ίδιοι για να ξαναματώσει και να στάξει έμπνευση».

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Εκπαιδευτικά βιβλία

Οδηγός ιστοσελίδας

Εκπαιδευτικό υλικό

Αρχείο

Υποβολή συμμετοχής!

Είσοδος