Select Page

Περίεργες νύχτες

Περίεργες νύχτες

 

Είχε δίκιο. Ήταν πράγματι περίεργες εκείνες οι μέρες. Κι ακόμη πιο περίεργες οι νύχτες. Καταλάβαινα τι ήθελε να πει. Όταν τη ρωτούσα μου απαντούσε: «Δεν ξέρω ακριβώς, αλλά σίγουρα περίεργες με έναν όμορφο τρόπο». Ήταν πράγματι έτσι. Από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό της ημέρας.

Ξυπνούσα νωρίς το πρωί για να πάω στη δουλειά. Τη σκουντούσα απαλά, για να την προετοιμάσω για το ξύπνημα. Είχε μια δυσκολία με το πρωινό ξύπνημα. Μισή ώρα αργότερα, της τηλεφωνούσα από τη δουλειά για να βεβαιωθώ ότι είχε σηκωθεί από το κρεβάτι. Φρόντιζα να μη βρίσκομαι μπροστά σε συναδέλφους για να μπορώ να της πω γλυκόλογα που είχα να προφέρω πολλά χρόνια. Συνήθως σηκωνόταν εκείνη τη στιγμή και αμέσως ξεκινούσε τη μελέτη.

Μόλις επέστρεφα, το μεσημέρι, με υποδεχόταν με χαρά. εκτός των άλλων ήμουν η αφορμή για να διακόψει το διάβασμα. Ορμούσε πάνω μου σαν να είχα λείψει καιρό.Έπειτα τρώγαμε και πέφταμε για ύπνο. Μόλις ξυπνούσαμε, τις περισσότερες φορές κάναμε έρωτα. Πότε στο κρεβάτι, πότε στο ντους, πότε στο πάτωμα μπροστά στις κλειστές γρίλιες του σαλονιού, πότε όρθιοι στο γραφείο. Αμέσως μετά συνέχιζε τη μελέτη στην κρεβατοκάμαρα που είχε μετατρέψει σε χώρο μελέτης –της άρεσε να διαβάζει ξαπλωμένη. Εγώ πήγαινα για ψώνια, μαγείρευα για την άλλη μέρα, έκανα διάφορες δουλειές εντός κι εκτός του σπιτιού. Στις έντεκα, χτυπούσα την πόρτα της κρεβατοκάμαρας δυο-τρεις φορές. Ήταν η λήξη της ημερήσιας μελέτης και το σύνθημα για να βγούμε στη βεράντα.

Κανείς δεν μας ενοχλούσε κατά τη διάρκεια της σύντομης συμβίωσής μας. Μόνο η μητέρα της τηλεφωνούσε πού και πού για να γκρινιάξει: «Τι δουλειά είχες να σπιτωθείς με αυτόν που έχει τα διπλάσια χρόνια σου; Θα μας κάνεις ρεζίλι στον κόσμο. Λες και δεν έχεις σπίτι να έρθεις εδώ να διαβάζεις και να σε φροντίζουμε. Αφού έβαλες ένα στόχο γιατί έπρεπε να μπλέξεις τώρα;» Κανονικά θα αντιδρούσε απότομα, αλλά φαίνεται ότι η κούραση και η ζέστη της είχαν αφαιρέσει κάθε διάθεση για καβγάδες. Περίμενε με υπομονή να τελειώσει, μουρμούριζε δυο καθησυχαστικά μισόλογα και της το έκλεινε.

Απολάμβανα κάθε λεπτό που έμενε στο σπίτι μου. Χαιρόμουν ακόμη τα δευτερόλεπτα που την είχα κοντά μου, ξέροντας ότι η συμβίωσή μας είχε ημερομηνία λήξης. Ωστόσο, μόλις έβλεπα ότι χαλάρωνε έστω και λίγο, γινόμουν ο αυστηρός επιτηρητής που την επανέφερε στην τάξη. Στιγμή δεν σταμάτησα να την πιέζω να περάσει στις εξετάσεις για την υποτροφία. Παρόλο που αυτή θα την έστελνε μακριά μου.

Καθισμένος στη βεράντα και περιμένοντας να πάει έντεκα η ώρα, σκεφτόμουν τις καλοκαιρινές νύχτες που πέρασα μόνος στην ίδια βεράντα ώσπου εκείνη η τυχαία συνάντηση να την ξαναβάλει στη ζωή μου. Είχα να τη δω έξι χρόνια. Από τότε που ήταν μαθήτρια λυκείου και περιστασιακά έκανε τη μπέιμπι σίτερ στην κόρη μου. Μία ασχημάτιστη κοπέλα με ένα άγουρο ακόμη κορμί –αλλά ποιος νοιαζόταν για το κορμί; Αυτό που με έκανε να την ερωτευτώ ήταν το ντροπαλό βλέμμα της, το χαμόγελό της και η ασυνήθιστη για την ηλικία της ωριμότητα που τόσο θετική επίδραση είχε στην κόρη μου. Μετά από όλα αυτά τα χρόνια, είχα καταφέρει να θάψω τον έρωτά μου, πείθοντας τον εαυτό μου ότι δεν ήταν έρωτας, γιατί — όπως έλεγα συνέχεια στον εαυτό μου — «δεν μπορεί να είναι έρωτας, απλά σου γυάλισε το κοριτσάκι». Μέχρι εκείνο το βράδυ που εγώ καθόμουν στο μπαρ περιμένοντας έναν αργοπορημένο φίλο μου κι εκείνη, καθώς έφευγε με τις φίλες της, κοντοστάθηκε δίπλα μου, με κοίταξε διερευνητικά και με ρώτησε «τι κάνετε κύριε Βασίλη;»

Επηρεασμένος μάλλον από το αλκοόλ, της πρότεινα — ίσως λίγο φορτικά — να πει στις φίλες της, που περίμεναν ανυπόμονα στην πόρτα, να φύγουν και να μείνει για να πιει μαζί μου ένα ποτό και να μου πει τα νέα της. Όσο εκείνη, αφού τελικά πείστηκε, καληνύχτιζε τις φίλες της στο πεζοδρόμιο, εγώ τηλεφωνούσα βιαστικά στο φίλο μου λέγοντάς του ότι μου έτυχε κάτι επείγον και θα έπρεπε να φύγω. Όταν προσπαθούσε να βολευτεί στο διπλανό σκαμπό, ήξερα ότι σύντομα θα της ομολογούσα τον θαμμένο έρωτά μου.

Αυτό έγινε περίπου μισή ώρα μετά. Ανακουφισμένος, διαπίστωσα ότι δεν έβαλε τα γέλια ούτε έκανε κάποια δυναμική ενέργεια, όπως για παράδειγμα να με περιλούσει με το ποτό της. Κοκκίνισε λίγο και απόρησε πώς ένα άβγαλτο κι αδέξιο κοριτσάκι μπόρεσε να συγκινήσει έναν ώριμο άντρα και μάλιστα παντρεμένο με μία όμορφη γυναίκα. Ήταν ακόμη τόσο αθώα που μπορούσε να αναρωτιέται τέτοια πράγματα.

Μετά μιλήσαμε για το διαζύγιό μου που μόλις είχε εκδοθεί, για τις σπουδές της που μόλις είχαν ολοκληρωθεί και για την απόφασή της να διεκδικήσει την υποτροφία, μόνο μέσο για να μπορέσει να πραγματοποιήσει το όνειρό της να συνεχίσει τις σπουδές της στο Παρίσι.

Όταν μπήκαμε στο αμάξι για να την πάω στο σπίτι της, αναρωτιόμουν πότε θα την ξανάβλεπα. Για την ακρίβεια αναρωτιόμουν αν θα την ξανάβλεπα. Τότε μου είπε ότι προτιμούσε να έρθει στο δικό μου σπίτι.

«Γενικά, νομίζω ότι δεν ξέρω τι θέλω», πρόσθεσε «αλλά αυτή τη στιγμή ξέρω πολύ καλά ότι θέλω λίγο σεξ. Απλά».

«Μήπως μιλάει το αλκοόλ;» ρώτησα.

«Ας ακούσουμε τι έχει να μας πει», απάντησε και με φίλησε.

Λίγα λεπτά αργότερα, όταν την έγδυνα, σκεφτόμουν ότι πριν από μία ώρα μου μιλούσε στον πληθυντικό. Τελικά ήταν κάτι παραπάνω από «σεξ απλά». Ήταν το ξεκίνημα της σύντομης συγκατοίκησής μας που εγκαινιάστηκε με μία συμφωνία αυστηρή: θα έμενε στο σπίτι μου με την προϋπόθεση ότι θα διάβαζε εντατικά για να κερδίσει την υποτροφία.

Στις έντεκα το βράδυ, όταν άνοιγε η πόρτα της κρεβατοκάμαρας, η χαριτωμένη κοπέλα είχε μεταμορφωθεί σε μία απόκοσμη ύπαρξη που βημάτιζε νωχελικά προς τη βεράντα. Φορούσε μόνο ένα πουκάμισό μου με ένα κουμπί κουμπωμένο στο ύψος του αφαλού της, αλλά το νυσταλέο βλέμμα της εξαφάνιζε κάθε ερωτισμό και μάλλον χαμόγελο μου προκαλούσε. Ξάπλωνε στη σεζ-λονγκ κι έκλεινε τα μάτια της. Πήγαινα στην κουζίνα να της ετοιμάσω ένα κοκτέιλ κι ανήγγελλα την επιστροφή μου βάζοντας το παγωμένο ποτήρι στο χέρι της. Χωρίς να ανοίξει τα μάτια το έπαιρνε και το ακουμπούσε στο λαιμό ή στο μάγουλό της υποδεχόμενη τη δροσιά του με ένα βαθύ αναστεναγμό.

Άναβα κεράκια κι έβαζα χαμηλά μουσική. Προτιμούσα παλιά τζαζ και μπλουζ. Είναι η πιο ταιριαστή για καλοκαιρινό βράδυ –έτσι της έλεγα, όταν ρωτούσε. Μετά μιλούσε συνήθως για το πόσο περίεργες ήταν εκείνες οι νύχτες. Μία φορά μου το εξήγησε λίγο περισσότερο: «Όλη τη μέρα είμαι κλεισμένη σε ένα δωμάτιο. Δεν βλέπω, δεν ακούω και δεν μιλάω με κανέναν εκτός από σένα. Το βράδυ που βγαίνουμε στη βεράντα, επικρατεί ησυχία. Ελάχιστα είναι τα σημάδια ζωής γύρω μας. Όλα μου δημιουργούν την έντονη αίσθηση ότι είμαστε οι τελευταίοι σ’ αυτήν την πόλη, ότι όλοι έφυγαν για κάποιο λόγο, ίσως για να γλιτώσουν από κάποια καταστροφή — τι άλλο; — κι εμείς, σαν να αδιαφορούμε για τον επερχόμενο όλεθρο, μείναμε πίσω. Κάνουμε έρωτα, πίνουμε κοκτέιλ, ακούμε τζαζ και μπλουζ και περιμένουμε να μας καταπιεί η καταστροφή». Άνοιξε τα μάτια της, ανασήκωσε λίγο το κεφάλι και με κοίταξε σαν να ήθελε να δείξει ότι θα πει κάτι σοβαρό: «Ξέρεις κάτι; Αν η καταστροφή ερχόταν πραγματικά, έτσι ακριβώς θα ήθελα να την αντιμετωπίσω. Όχι να το βάλω στα πόδια όπως όλοι οι άλλοι».

Τη μέρα που έκανε τη νύξη ότι οι περίεργες νύχτες θα μπορούσαν να συνεχιστούν και μετά το καλοκαίρι, εάν δεν έπαιρνε την υποτροφία, πάλεψα μέσα μου για να της πω και μάλιστα με μια δόση αυστηρότητας:

«Αυτό ξέχασέ το. Η συμβίωσή μας τελειώνει μόλις βγουν τα αποτελέσματα. Είτε είναι θετικά είτε αρνητικά».

«Αν είναι αρνητικά, γιατί;»

«Μόνο έτσι θα είμαι σίγουρος ότι θα κάνεις το παν για να κερδίσεις την υποτροφία».

«Υποψιάστηκες ότι θα θυσίαζα την υποτροφία για χάρη σου;»

«Ξέρω ότι δεν θα κάνεις τέτοια βλακεία. Αλλά δεν πειράζει να είμαι σίγουρος».

«Δεν είναι εντελώς στο χέρι μου. Οι θέσεις είναι τρεις κι οι υποψήφιοι είκοσι. Καταλαβαίνεις πόσο δύσκολο είναι;»

«Αν ξέρεις ότι σε περίπτωση αποτυχίας γυρίζεις στο πατρικό σου, ίσως να μη σου φαίνονται ανυπέρβλητες οι δυσκολίες».

«Δηλαδή τελειώνουμε τον Οκτώβριο; Τόσο ήταν μόνο;»

«Δεν το μαθαίνεις τώρα».

«Όχι αλλά τώρα βλέπω ότι είναι κρίμα να διαλυθεί τόσο νωρίς η μόνη αξιόλογη σχέση που είχα».

«Μην το λες αυτό!» της απαντούσα υψώνοντας τη φωνή μου. «Δεν είναι φυσιολογικό η πιο αξιόλογη σχέση σου να είναι αυτή».

«Είτε το πω είτε όχι, ισχύει. Και τώρα που το σκέφτομαι, θα άξιζε να θυσιάσω ένα όνειρό μου για αυτή τη σχέση».

«Όχι! Βρες κάποιον άλλο να σου καταστρέψει το μέλλον».

Ήταν από τις λίγες στιγμές που είχαμε ένα έντονο διάλογο, στα όρια της φιλονικίας. Συνήθως οι κουβέντες της ήταν λίγες και μέσα από τα δόντια, με τα μάτια σχεδόν πάντα κλειστά. Κάπου μετά τα μεσάνυχτα μουρμούριζε όλο και πιο χαμηλόφωνα. Γύρω στις δύο σταματούσε να αποκρίνεται. Τότε τη σήκωνα απαλά στα χέρια και τη μετέφερα στο κρεβάτι.

Μετά τις εξετάσεις, που δεν είχε διάβασμα, με περίμενε όλη μέρα να γυρίσω από τη δουλειά, χαζεύοντας στην τηλεόραση. Έτσι έλεγε τουλάχιστον. Όμως, κάποτε που μπήκα στο διαμέρισμα χωρίς να με αντιληφθεί, την είδα να κάθεται στον καναπέ του σαλονιού, με κατεβασμένα τα στόρια, να τρώει τα νύχια της και να κοιτάει κάπου ακαθόριστα. Ένα μεσημέρι, στο καθιερωμένο τηλεφώνημα που έκανα για να ρωτήσω αν βγήκαν τα αποτελέσματα, αντί να απαντήσει ως συνήθως «τίποτα ακόμη», απάντησε ξεψυχισμένα ότι είχαν βγει. Δεν πρόσθεσε τίποτα άλλο.

«Λοιπόν;» τη ρώτησα.

«Θα τα πούμε από κοντά», μου απάντησε με σπασμένη φωνή και έκλεισε το τηλέφωνο.

Ζήτησα άδεια κι έφυγα νωρίτερα. Μόλις άνοιξα την πόρτα, την είδα κουλουριασμένη στην πολυθρόνα να σκουπίζει τα μάτια της και να ρουφά τη μύτη. Την αγκάλιασα και της χάιδεψα τα μαλλιά.

«Μην κάνεις έτσι. Μπορείς να ξαναπροσπαθήσεις του χρόνου».

«Δεν κατάλαβες», μου είπε. «Την πήρα την υποτροφία».

Το πρώτο τηλεφώνημα από το Παρίσι ξεκίνησε με ένα θριαμβευτικό «μπονζούρ μον αμούρ». Ακολούθησε ένας χείμαρρος από νέα και πληροφορίες εκπεφρασμένα με έντονο ενθουσιασμό. Πίστεψα ότι όλα πήγαιναν καλά. Δεν ήταν όμως και τα επόμενα στο ίδιο ύφος. Ενώ προσαρμόστηκε ομαλά στη νέα της ζωή, ενώ τα μαθήματα ήταν σύμφωνα με τις προσδοκίες της, ενώ το Παρίσι ήταν υπέροχο το φθινόπωρο, διέκρινα μία προϊούσα μελαγχολική νότα, μία σταδιακή πτώση του ενθουσιασμού. Ίσως είναι ιδέα μου, σκέφτηκα. Δεν ήταν ιδέα μου. Ένα μεσημέρι μου τηλεφώνησε στη δουλειά, παρόλο που συνήθως μου τηλεφωνούσε το βράδυ στο σπίτι. Μου είπε διάφορα χαζογελώντας αλλά φαινόταν η προσπάθεια να κρύψει κάτι.

«Είναι όλα εντάξει;» τη ρώτησα.

Έκανε μία μικρή παύση. Και μετά άρχισε να αφηγείται:

«Ξέρεις τι έπαθα μον αμούρ; Πήγαμε προχθές, εγώ και τρεις συμφοιτητές σε ένα μπαράκι. Δυο αγόρια, ένα κορίτσι κι εγώ – μόλις τους είχα γνωρίσει στη σχολή. Εκεί, που λες, έπαιζε παλιά τζαζ και μπλουζ. Και θυμήθηκα τις περίεργες νύχτες στη βεράντα σου. Στην αρχή απλά ένιωσα νοσταλγία ακούγοντας την Αρίθα Φράνκλιν και τη Νίνα Σιμόν. Έπειτα έβαλε Νατ Κινγκ Κόουλ. Κατάλαβα ότι δυσκολεύουν τα πράγματα, αλλά ακόμη το πάλευα. Μόλις, όμως, έπαιξε το Summertime σε εκείνη την ωραία εκτέλεση με την Έλα Φιτζέραλντ και τον Λούις Άρμστρονγκ δεν άντεξα. Άρχισα να κλαίω. Να κλαίω ασταμάτητα. Οι άλλοι τρόμαξαν, οι καημένοι. Κοιτούσαν μία εμένα και μία ο ένας τον άλλον. Με ρωτούσαν τι έπαθα κι εγώ τους έλεγα “δεν είναι τίποτα, μην ανησυχείτε” και προσπαθούσα να γελάσω για να δείξω ότι δεν τρέχει τίποτα, αλλά τα δάκρυα δεν σταματούσαν. Θα με πέρασαν για τρελή που γελούσα κι έκλαιγα μαζί. Ρεζίλι έγινα, αλλά είχε και την πλάκα του όλο αυτό. Την άλλη μέρα, έπινα τον καφέ μου στην κουζίνα, πριν πάω στη σχολή, κι αναρωτιόμουν “Θεέ μου, τι ήταν αυτό που με έπιασε χθες”. Μ’ακούς μον αμούρ;»

«Σ’ακούω».

«Και δεν μιλάς;»

«Μην ανησυχείς, είναι νωρίς ακόμη. Η βεράντα, εγώ και οι περίεργες νύχτες που περάσαμε μαζί… όλα θα γίνονται πιο θαμπά. Έτσι πρέπει να γίνει κι έτσι θα γίνει»

«Πιστεύεις πως έτσι πρέπει μον αμούρ;»

«Ναι, έτσι πρέπει».

«Αχ μον αμούρ! Δεν θέλω να σου πω τι σκέφτομαι για αυτά τα “πρέπει” σου. Αύριο βγάζω εισιτήριο. Έρχομαι πίσω. Να πάνε στο διάολο όλα. Έρχομαι σε σένα. Με ακούς μον αμούρ; Θα ξαναζήσουμε τις περίεργες νύχτες στη βεράντα σου».

Αιφνιδιάστικα. Προσπάθησα, όσο δύσκολο κι αν ήταν, να γίνω πειστικός μιλώντας χαμηλόφωνα για να μη με ακούσουν οι συνάδελφοι. «Ξέρεις, μπήκε Νοέμβρης πια. Κάνει ψύχρα. Και η γειτονιά έχει αρκετή φασαρία. Γύρισαν όλοι πίσω. Η επερχόμενη καταστροφή δεν ήρθε. Οι νύχτες δεν είναι και τόσο περίεργες πια. Δεν βγαίνω στη βεράντα τα βράδια. Πίνω τσάι, κουκουλώνομαι στον καναπέ και με παίρνει ο ύπνος στην τηλεόραση». Δεν απάντησε. Πήρα βαθιά ανάσα και συνέχισα προσπαθώντας να βάλω λίγο καγχασμό στον τόνο της φωνής μου:«Μα επιτέλους, μήπως έδωσες πολλή σημασία σε μία καλοκαιρινή περιπέτεια; Δεν λέω ότι δεν περάσαμε καλά, αλλά μάλλον το παραπήρες στα σοβαρά. Σκέψου λίγο πιο ώριμα σε παρακαλώ πολύ». Δεν απάντησε και πάλι. Άκουγα όμως την ανάσα της που είχε γίνει βαριά.«Εντάξει, μον αμούρ, κατάλαβα. Μη φοβάσαι, δεν θα έρθω. Μόνο σταμάτα να λες τόσο φρικτά ψέματα».

«Και συ σταμάτα να με λες μον αμούρ».

«Μον σερί, ίσως;»

«Έστω».

«Αμπιεντό μον σερί».

Κι έτσι έγιναν τα πράγματα. Όπως έπρεπε. Δύο βδομάδες αργότερα, ανάμεσα στα διάφορα ασήμαντα νέα που μου εξιστορούσε μου ανέφερε τον Αχμέντ, ένα Γάλλο μαροκινής καταγωγής – ψηλό, μελαχρινό, με όμορφα μάτια – που την πολιορκούσε. Κατάλαβα ότι το ενδιαφέρον του δεν την άφηνε ασυγκίνητη. Εγώ βέβαια δεν έβαλα τα κλάματα μπροστά στους συναδέλφους μου, ούτε καν τα βράδια μόνος στο σπίτι, ακόμη κι όταν έβγαινα στη βεράντα. Καλού – κακού βέβαια δεν ξανάκουσα παλιά τζαζ και μπλουζ.

Ήταν ώρα να θάψω για δεύτερη φορά ό,τι είχα νιώσει για εκείνη. Μόνο που αυτή τη φορά κουβαλούσα μαζί μου, σαν παρηγοριά, την ικανοποίηση ότι δεν στάθηκα εμπόδιο στη ζωή ενός κοριτσιού. Και φυσικά τη ανάμνηση από εκείνες τις περίεργες μέρες και νύχτες, τις τελευταίες στιγμές ερωτικής δόξας, πριν υποταχθώ ολοκληρωτικά στην ωριμότητα που επέλαυνε ορμητική πάνω μου.

 

_

γράφει ο Άγγελος Μανουσόπουλος

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μάχη Τζουγανάκη

Δηλώνω τυπικά αρχισυντάκτρια της σελίδας. Άτυπα όμως και πιο γνήσια, δηλώνω μέλος μιας όμορφης ομάδας πολύ δεμένης που οι «τίτλοι» του καθενός είναι περιττοί. Δηλώνω επίσης συγγραφέας, ποιήτρια, ερασιτέχνης φωτογράφος, μουσικόφιλή, βιβλιόφιλη, θεατρόφιλη, σινεφίλ και ερωτευμένη με οτιδήποτε ξυπνά τη δημιουργικότητά μου. Τελικά όμως έμαθα… πως το να δηλώνει κανείς τι είναι και τι δεν είναι, είναι ένα μεγάλο παραμύθι, όχι από εκείνα που μου αρέσει να διαβάζω, αλλά από εκείνα που σου θέτουν όρια και σε στριμώχνουν σε καλούπια. Μα εγώ τις λέξεις «όρια» και «καλούπια» τις έχω αφαιρέσει από το λεξιλόγιο της ψυχής μου...

4 Σχόλια

  1. Έλενα Σαλιγκάρα

    Πολύ όμορφη ιστορία! Γεμάτη γλύκα αλλά και πίκρα όπως ακριβώς και η ζωή.

    Απάντηση
  2. Μάχη Τζουγανάκη

    μου άρεσε το κείμενό σας…λίγο σινέ..γλυκό και πικρό μαζί…νιότη και γηρατειά.. έρωτας χωρίς υπότιτλους..

    Απάντηση
  3. Λένα Μαυρουδή Μούλιου

    Μα υπάρχουν σήμερα άνδρες που δεν παλιμπαιδίζουν έτσι και βρεθούν ερωτευμένοι με καμιά μικρούλα μικρότερη ίσως και από την ίδια τους την κόρη;Τιμή τους και καμάρι τους και κλειδωμένες βαθιά μέσα τους οι όποιες διαφορές απορρέουν από την όχι και τόσο ηθική διαφορά της ηλικίας τους, Τα υλικά αγαθάσυνήθως υπερκαλύπτουν τα κενά και ναρκώνουν τις ανομοιότητες .
    Γι αυτό πανέμορφο μεν το τέλος,όπως και όλη η ιστορία σας αλλά έχει μια πιθανότητα στο εκατομμύριο να συμβεί.,

    Απάντηση
    • Άγγελος Μανουσόπουλος

      Έλενα, Μάχη και Λένα σας ευχαριστώ.
      Λένα, συμφωνώ εν μέρει, αλλά οι λογοτεχνικοί ήρωες έχουν την τάση να φέρονται λίγο διαφορετικά από τους κανονικούς ανθρώπους. Ευτυχώς. Ωστόσο, ακόμη και στην κανονική ζωή δεν θεωρώ απίθανο κάποιος ή κάποια να θυσιάσει τον έρωτά του για το καλό του ανθρώπου με τον οποίο είναι ερωτευμένος/η, έστω κι αν αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να τον χάσει.

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Ακολουθήστε μας!

Ακόλουθοι

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!