Select Page

Περιδιαβαίνοντας το Λεμονοδάσος του Κοσμά Πολίτη

Περιδιαβαίνοντας το Λεμονοδάσος του Κοσμά Πολίτη

Γεννημένος στην Αθήνα το 1888 ο Πάρις, εκ του Παρασκευάς, Ταβελούδης έκανε την πρώτη του εμφάνιση στο λογοτεχνικό στερέωμα με το πρωτόλειό του το Λεμονοδάσος και με το ψευδώνυμο Κοσμάς Πολίτης, ένα όνομα που από το 1930 και μετά θα ακουγόταν πολύ συχνά στους καλλιτεχνικούς κύκλους των Αθηνών.

Δε συνέβη καμία μεταβολή στη ζωή μου’. Αυτή η πρώτη έκφραση με την οποία ξεκινάει το πρώτο του διήγημα είναι ίσως και το μεγαλύτερο ψέμα που μας λέει ο συγγραφέας. Και στην πραγματική του ζωή αλλά και στην ζωή του πρωταγωνιστή έχουν επέλθει πολλές αλλαγές και γι’αυτό άλλωστε και οι δύο –καθόλου συγκυριακά αντιθέτως τελείως στοχευμένα- επιλέγουν ως συναισθηματική διέξοδο τη συγγραφή, ο πρώτος του βιβλίου και ο δεύτερος ενός είδους προσωπικού ημερολογίου.

Η ιστορία αρχίζει με τον Παύλο Αποστόλου να ξεκινάει ένα ημερολόγιο όταν βρίσκεται στους Δελφούς για επαγγελματικούς λόγους. Πιο συγκεκριμένα φανταστείτε τον σαν την κυρία Περιστέρη της εποχής. Όντας αρχιτέκτονας και δη υιός ενός ήδη εδραιωμένου αρχιτέκτονα, επισκέπτεται τον ιερό χώρο των Δελφών για να μπορέσει να τον μελετήσει και να τον αποτυπώσει με τα σχέδια του στο χαρτί. Όσο αδιάφορος ίσως ακούγεται ο τόπος, δεν είναι καθόλου τυχαίος. Σύμφωνα με κάποιες ερμηνείες αναλυτών του έργου του Πολίτη, ο ιερός αυτός χώρος λειτουργεί ως καλύπτρα της μυστικιστικής διάθεσης του συγγραφέα. Αν ο ήρωας δηλαδή βρισκόταν οπουδήποτε αλλού η ανάλυση του διηγήματος θα ήταν τελείως διαφορετική.

Στους Δελφούς λοιπόν ο ήρωάς μας, συναντάει τυχαία μία παρέα γνωστών του από την Αθήνα στην οποία συμπεριλαμβάνεται και η άγνωστη ως τα τότε γι’ αυτόν, Δεσποινίδα (ω ναι με Δ κεφαλαίο) Βιργινία Δροσινού ή Βίργκω όπως  η ίδια προτιμά να την αποκαλούν. Η ωραία νεαρά θα κεντρίσει αμέσως το ενδιαφέρον του Παύλου και για να δώσει τέλος στην παιδιάστικη κόντρα που δημιουργήθηκε μεταξύ τους θα τον καλέσει να την επισκεφτεί στον Πόρο όπου θα μπορέσει να νιώσει από κοντά τις μαγικές ιδιότητες του Λεμονοδάσους.

Από εκεί και έπειτα η ιστορία εκτυλίσσεται ανάμεσα, στην ασπρόμαυρη, όπως την έχω εγώ προσωπικά στο μυαλό μου, Αθήνα της δεκαετίας του ’30 και στο ήρεμο ακόμα από τουρίστες νησάκι του Πόρου. Το συνεχές πήγαινε-έλα του πρωταγωνιστή πάνω στο πλοίο της γραμμής αντικατοπτρίζει τις συναισθηματικές του μεταπτώσεις και ταλαντεύσεις και καταλήγει να γίνεται ο ουτοπικός του χώρος.

Ο συγγραφέας αν και τυπικά ανήκει στη γενιά του ’30 παρασέρνεται από το νεοφερμένο ακόμα στην Ελλάδα κίνημα του συμβολισμού και γεφυρώνει τον ρομαντισμό με τον μοντερνισμό,  του οποίου κύριο γνώρισμα είναι ο εσωτερικός διάλογος του ήρωα και  χρησιμοποιεί σαν βασικό του εργαλείο το μυστικισμό.

Εδώ θα πρέπει να γίνει σαφές ότι ο μυστικισμός – ιδιαίτερα στη τέχνη και ειδικότερα στο συγκεκριμένο λογοτεχνικό παράδειγμα- ουδεμία σχέση έχει με παραψυχολογικά φαινόμενα και κρυφά νοήματα. Μυστικισμός είναι ένα από τα εργαλεία που επιλέγει ο συγγραφέας για να καθησυχάσει τις προσωπικές του πνευματικές ανησυχίες, χωρίς δόλο και χωρίς φυσικά να αποσκοπεί να προσηλυτίσει τον αναγνώστη.Πιο απλά, μη φοβάστε, ο Πολίτης δεν θίγει καμία θρησκεία και αν ενθουσιαστήκατε ηρεμήστε, δεν είναι ένας πρώιμος Νταν Μπράουν (αν αυτό πιστέψατε τότε καλύτερα να  μην ασχοληθείτε καθόλου με αυτό το βιβλίο). Άλλωστε δεν είναι ανάγκη να δέσουμε σκοινί κορδόνι την ύπαρξη αυτού του μυστικισμού, είναι απλά ένα στοιχείο καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου που εμένα προσωπικά με γοήτευσε και που αυτή η ιδέα μου ενισχύθηκε από το επίμετρο της συγκεκριμένης έκδοσης. Και επειδή εμένα μου αρέσει να βρίσκω κρυφά νοήματα στα διαβάσματά μου ενθουσιάστηκα όταν το επίμετρο επιβεβαίωσε τις προσωπικές μου αναλύσεις.

Ο Κοσμάς Πολίτης  χειρίστηκε τόσο διακριτικά  αυτό το εργαλείο που είναι απλά σαν να το ακούμπησε στη διήγημα για όποιον τυχόν ενδιαφέρεται να αποκαλύψει και περαιτέρω εκφάνσεις σε απλά γεγονότα. Επιπλέον σε έναν εσωτερικό διάλογο –και κατ’ επέκταση σε μία εσωτερική πάλη- ο ήρωας δεν μπορεί απλά να τα αποδέχεται όλα, διαφορετικά δεν έχει θεριό απέναντί του να παλέψει. Και ο Παύλος Αποστόλου από την πρώτη του αράδα παραδέχεται ότι ούτε στη φιλολογία αλλά ούτε και στον έρωτα μπορεί να αποδώσει την ακαταμάχητη αυτή ανάγκη που νιώθει να δει γραμμένες τις σκέψεις του. Για το μόνο που είναι σίγουρος είναι αυτή η ανεξήγητη ορμή.

Η εξέλιξη της ιστορίας είναι πολύ ενδιαφέρουσα καθ’ όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης. Ο συγγραφέας εντέχνως δελεάζει τον ήρωά του με ένα δεύτερο ερωτικό σκίρτημα που πριν προλάβει να ολοκληρωθεί λήγει. Γενικότερα, ένα από τα έμφυτα ταλέντα του συγγραφέα (και λέω έμφυτο καθότι αυτό είναι το πρώτο του έργο) είναι ότι γνωρίζει και αντιλαμβάνεται πότε κάποια σκηνή έχει ολοκληρωθεί. Δεν πλατειάζει δεν  μακρηγορεί. Δεν εκπίπτει σε λεπτομερείς περιγραφές πέραν του δέοντος και δεν αναλύει τίποτα παραπάνω απ’ ό,τι θα μπορούσε να αντιληφθεί ο ίδιος του ο ήρωας. Όπως είπα και πιο πάνω, τα μηνύματα είναι εκεί όποιος έχει όρεξη και διάθεση να τα αναλύσει ας το κάνει.

Η διακριτικότητα του συγγραφέα είναι πρόδηλη και  στον  τρόπο με τον οποίο χειρίζεται κάποιες σκηνές στις οποίες τοποθετεί την πρώτη Ελληνίδα (που εγώ μπορώ να ανακαλέσω στην ελληνική λογοτεχνία) –έστω ούσα δευτερεύον πρόσωπο- που συνεπαίρνεται και συνεπαίρνει με την αποδοχή των ομοφυλοφιλικών της επιλογών.

Η εσωτερική πάλη του πρωταγωνιστή κρατάει τόσο όσο η ηθική της εποχής επιβάλλει στη Βίργκω να αντιστέκεται. Μόλις όμως ο Παύλος αρχίσει να κουράζεται και ξεκινήσει να πιέζει την αγαπημένη του αρχίζει και η απομάκρυνσή του από αυτή. Διαισθανόμενος πως η μοίρα δεν θα του επιτρέψει άλλο αυτά τα πήγαινε-έλα, επηρεασμένος από τη ζήλια του και ντροπιασμένος από τις συμπεριφορές που αυτό το βλοσυρό συναίσθημα του είχε επιβάλλει, αρπάζει τα χαλινάρια – κυριολεκτικά- και γκρεμίζεται μαζί με το άλογο του.

Ελπίζω μέχρι τώρα να έχω εξάψει αρκετά τη φαντασία σας και την όρεξή σας να μεταφερθείτε σε μία μακρινή εποχή, να ζήσετε τις ανησυχίες του πρωταγωνιστή και να θέλετε και εσείς να πλανευτείτε από τις ευωδιές του μαγικού Λεμονοδάσους που ο πρωταγωνιστής δεν μπόρεσε ποτέ να απολαύσει πλήρως.

Αν ακόμα δεν έχω κεντρίσει αρκετά το ενδιαφέρον σας, έχω να πω μόνο ότι θεωρώ αυτό το βιβλίο ένα κρυμμένο θησαυρό της ελληνικής λογοτεχνίας που θα ήταν κρίμα να μην κρατήσετε στα χέρια σας. Απόδειξη αυτού η διαχρονικότητα της σκέψης του συγγραφέα όταν σε κάποιο σημείο του βιβλίου δηλώνει χωρίς καμία επιφύλαξη ότι το μέλλον μας έχει πάρει καταπόδι και μας ακολουθεί , αντί να προπορεύεται.

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Ημερολόγιο 2018

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!