Πλάστιγγα

20.12.2019

Τώρα είσαι μαζί μου στὸ πεδίο τῆς Ἀποκάλυψης

ὅπου μὲ στάχτες πλέον φυσᾶ ὁ βοριάς,

στὸ ἱστορικὸ ἐπίκεντρο τῆς διάλυσης,

καταμεσὶς του κάρβουνου καὶ τῆς σκουριᾶς.

 

Είδαμε τα σύγχρονα βασίλεια που σαρώθησαν

κι ἀπ’ τοὺς κρατῆρες τῶν βομβαρδισμῶν

τὸ Μέγα Θρῆνο οἱ μάζες ἐξακόντισαν

μέχρι τὶς παρυφὲς τῶν ἄηχων oυρανῶν.

 

…ένα τοπίο ως πέρα πλήρους ἐρημώσεως…

Μόν’ ἐδῶ κι ἐκεῖ σὰν ξένες πινελιὲς

ἀγριόχορτα, κισσοί, ὅ,τι ὁ φονικὸς ἰὸς

βρῆκε ἀσήμαντο καὶ τ’ ἄφησε ὑγιές.

 

Μὲ πέτσινο μπουφάν, πλάι στὸ τσιμέντο,

κάποιο λευκό κρανίο μάταια διεκδικεῖ

μὲ τὸν αἰώνιο μορφασμὸ του χαραγμένο

μιὰ εὐκαιρία γιὰ ἐπιστροφὴ στὴ ζωή.

 

Ἐν ἄγαλμα μιᾶς κόρης ἀπ’ τὰ ἐρείπια

(φέρει βέβαια διαβρωμένη ἐπιγραφὴ)

ἴσως, ἔτσι ὅπως κοιτᾶ θλιμμένα καὶ ἤπια,

νά ‘ναι ἡ Κασσάνδρα ποῦ ‘χει πιὰ ἐπαληθευτεῖ…

 

Γονατίζω μὲ Τιμὴ κι Εὐγνωμοσύνη!

ποὺ ἐπιτέλους πύρινος καταυγασμὸς

μᾶς ἐπέστρεψε τὰ ἡνία ποὺ ἡ Εὐθύνη

κρατᾶ στὸ ἔμβλημα τῆς Πλάστιγγας ἐμπρός:

 

Τὰ ἔνστικτα τῆς Φύσεως, ἀπ’ τὰ ὁποία

συντίθεται ὁ Φθόνος κι ἡ Ἀρετή,

ἡ χαλύβδινη ἐκείνη Ἰσορροπία

ποὺ ὁρίζει τὴν πορεία σὲ καθετί.

 

Ἰδού, πρίγκιπά, ἀτένισε ἕνα γύρω…

κεῖ ὅπου συ γεύεσαι μαῦρο καπνό,

ἐγὼ ἀντ’ αὐτοῦ μεθῶ στ’ ἄχραντο μύρο

θυμιάματος στὸ Ἀπέριττο κι Ἁπλό.

 

Κεῖ ποὺ μετρᾶς κτιρίων ἀπομεινάρια

καὶ συγκροτήματα ἰσοπεδωμένα,

ἐγὼ ζυγίζω τὰ Ταλώνεια χνάρια

σὲ μία νέα, πιὸ τίμια ἀρένα.

 

Ἐλεύθεροι ἀπ’ τὴν χάρτινη διχόνοια

καὶ τὴν ὕλη… Πῶς εἴχαμε σκλαβωθεῖ!

Δακρύζεις γιὰ μι’ ἄτεγκτη Θεία Πρόνοια

μά, ἐγὼ βλέπω μονάχα Ἐπιλογή.

 

Σκοτώσαμε τὸν κύκνο γιὰ τὸ ἄσμα,

ἁπλῶς γιὰ νὰ ἠχογραφηθεῖ.

Μπαζώσαμε τῆς κόλασης τὸ χάσμα

μὲ λαούς, νὰ γίνει τὸ ἔδαφος εὐθύ.

 

Ἀπ’ τὰ φυλλώματα, στῶν κεραυνῶν τὴ λάμψη

φεγγίσαν τὰ πρόσωπα τῶν κτηνῶν

καὶ τῶν Ἁγίων τ’ ἀγάλματα ἀπ’ τὴ λάσπη

συνέπασχαν σκυφτὰ γιὰ τὸ παρόν…

 

Τώρα ποὺ τὸ αἷμα ἔπαψε νὰ ρέει

καὶ συνετρίβη κάτω ἡ πόρνη Βαβυλών,

συρθήκαμε ὅσοι μείναμε ἀρουραῖοι

ἀπὸ τοὺς ὑπονόμους τῶν ἐθνῶν

 

στὸ φῶς, σ’ ἐνα ἀρχιπέλαγος ὀρφάνιας,

ἀπὸ μιὰ νέα Λεμουρία, ἔτος μηδέν.

Εἶχα ὄνειρα νὰ δῶ καὶ νέα λιμάνια

καὶ κάθε φρούριο κατακτηθὲν

 

νὰ προσπορίζει στ’ ὄνομά μας δόξα, μνεῖες,

σπρώχνοντάς τα λάβαρά μας πρὸς

πολυαριθμότερες ἐκστρατεῖες,

μέχρις ὅτου ἀπὸ ἄγριος συρφετὸς

 

νὰ γίνουμε ἕνα κράμα. Δυναστεία!

Ὀνειρευόμουν…! Δὲν θὰ ὑπάρξει κὰν

κάτι (ἔστω γιὰ μιὰ εἰκοσαετία)

πλέον νὰ ρημαχτεῖ… ἐρμιὰ τὸ πᾶν.

 

Ἐδῶ, μὲ κόπο βρίσκουμε καὶ τρῶμε.

Κάποτε, βεβαίως, θὰ ἐξαπλωθοῦν

χωράφια μὲ σπαρτᾶ καὶ ὀπωρῶνες,

πέτρινοι οἰκισμοὶ θὲ νὰ στηθοῦν

 

μὲ μύλους, ἀχυρῶνες καὶ πλατεῖες·

προεστῶτες μὲ συγκεντρωμένο βιὸς

θὰ χτίσουν τειχισμένες πολιτεῖες…

Μοιραία θὰ ξανακοπεῖ χρυσός.

Καὶ τότε θά ‘ν’ ἡ ὥρα γιὰ τὸ ἀτσάλι!

Διότι ἀφοῦ θὰ ἔχουν ὁδηγηθεῖ

στὰ ἴδια «πολιτισμένα» λάθη πάλι,

δικαίως πάνοπλοι καὶ βλοσυροὶ

 

θὰ καλπάσετε ὁ καθένας γιὰ νὰ σπείρει

φόνο καὶ βιασμὸ καὶ ἁρπαγή,

τῆς λεηλασίας τὸ πανηγύρι

νὰ βάψει κάθε ἑστία πορφυρή.

 

Ξέρω ὅτι ὡς τότε θά ‘μαι σκόνη.

Κράτα τη, ὅμως, γιέ μου, τὴ γραμμὴ

του αἵματός μας. Μάθε πῶς σηκώνει

βάρος ὁ ἀρχηγὸς ποὺ ὀρθοτομεῖ.

 

Ὅτι ἡμῶν ἔσεται ἡ Βασιλεία!

καὶ τὸ σκῆπτρο ποὺ θὰ ὑπερασπιστείς,

σπινθὴρ γεννέσεως μὲς στὰ μαυσωλεῖα,

ὁ σελασφόρος ἄξων πάσης ζωῆς

 

εἶναι μονάχα τὸ ὑψωμένο Ξίφος.

Στὴ λάμψη του ἐς ἀεὶ θ’ ἀντανακλᾶ

τὴν ὠμότητά του ὁ μέλλων Μύθος·

μ’ αὐτὴν ποὺ χτίζει τὰ ἰδανικά.

 

Πόσο ἐπώδυνα μετά! ὅμως «Μαθαίνω!»

βρυχᾶται ὁ γρύπας πιὰ χωρὶς φτερά,

«τὸ ράμφος μου στὸν βράχο ἀκονισμένο,

τὰ νύχια μου, ἰδού, πιὸ κοφτερά!

 

Πίνω τὸ αἷμα μου κι ἀναγεννῶμαι.

Στὴν περηφάνια μοῦ ‘χουν προστεθεῖ

ἡ Λύσσα κι ἡ Ἐκδίκηση ποὺ τρῶνε

σύμπαντα, μέσα σὲ μιὰ στιγμή».

 

Σου λέω, πλήρης τρόμου, ὅτι Τὸν εἶδα,

ναὶ! καὶ κεῖ στὸν ἔναστρο οὐρανό,

πίσω Του, ὅλο ἄδειαζε ἡ Κλεψύδρα

ἀργὰ τῆς παρανοίας τὸν μυελό

 

ἀπ’ τὴν χιλιετῆ πυογόνο κύστη

τῆς ἴδιας τῆς Ἱστορικῆς Σαρκός

βαθιὰ μέσα στὸ νοῦ του ὄψιμου Μύστη,

που, τρεμάμενος, δυνάμωνε διαρκῶς

 

. . .

 

ἀπαρέγκλιτα ἡ βροντὴ του Ὄντος:

«λάβε, Υἱέ Μου, τὴν ἐπικράτεια αὐτὴ

καὶ εἰσελθέτω Ἀέναον Σκότος,

ἵνα δικαιωθοῦν οἱ ἀνώνυμοι νεκροί.

 

Κι ὑπὸ τὶς διαταγές Μου νὰ ἐξολοθρεύσεις

πάντα ὅσα πέπρωνται ἐπαχθῆ».

Κτηνωδία- Πειθώ, Διάσπασις- Ζεύξις:

Ὅλα τοῦτα κλείνει τὸ Σπαθί.

 

Κι ὁ θρίαμβος, σὰν ἀστροχίτων ἕσπερος

κι οἱ δεήσεις, σὰν χειμερινὰ χωριά,

πιάνουν μόνο το ἕνα μέρος

πάνω στὴν Αἰώνια Ζυγαριά.

 

Μαζί σου στὸ πεδίο του Ἀφάνταστου

μὲ τὰ ἐξιλαστήρια καμμένα ὀστά.

Στὴν περικεφαλαία σου, στὴν κάπα σου

ἵπταται ἡ Πλάστιγγα μπροστά.

 

 

_

γράφει ο Αργύρης Χριστομάγνος

Ακολουθήστε μας

Βασιλικός ίσον αναμνήσεις

Βασιλικός ίσον αναμνήσεις

  Ένα κλωνάρι βασιλικό κρατεί το παιδί την πρώτη του μέρα στο σχολειό• για να πάρει κουράγιο τ' άμοιρο, του τ’ έδωσε η μάνα του• για μια καλή νέα αρχή.  Το ίδιο και η Αρετούλα. Ένα κλωνάρι βασιλικό κρατά περιχαρής στ' αρραβωνιάσματά της. Ένα κλωνάρι βασιλικό...

Του πεπρωμένου σκάλες

Του πεπρωμένου σκάλες

Ανηφοριές, κατηφοριές έχει η ζωή μεγάλες κύκλους διαγράφουν οι στιγμές όμορφες, γκρίζες κι άλλες του πεπρωμένου σκάλες . Όταν η λύπη σου χτυπά απρόσκλητη την πόρτα δοκιμασία που ζητά υπομονής την νότα . Πολλών σου στόχων το βουνό απότομο κι οδυνηρό θα το ανεβείς...

Βερούκης

Βερούκης

ΒΕΡΟΥΚΗΣ Ο μάστορας Βερούκης, συνεργείο ονομαστό,  μόνος ήρθε απ’ το χωριό, 17 στα 18, έφτυσε αίμα, να το ανοίξει, δούλευε σαν το σκυλί, μα η ζωή καλή μαζί του, έγινε κάποιος και αυτός, έχει πια 6 υπαλλήλους, χρειάζεται και έβδομο, του προτείνανε παιδί, πατριώτη, απ’...

πλάκες – συγγράμματα

πλάκες – συγγράμματα

  Στην ακατάστατη μάντρα των αζήτητων αναμνήσεων θα βρεις τις πλάκες με τα συγγράμματα, τα ρητά  που ανακατεμένα πια δε βγάζουν νόημα. Μόνο σε μπερδεύουν, το μηδέν και το άγαν, το τίποτα με το άπαν, η δόξα συναντά τη λόξα και οι προσευχές τις κατάρες. Τα ονόματα...

Στην ερημιά της ελπίδας

Στην ερημιά της ελπίδας

Η μέρα τελειώνει, το φως χαμηλώνει η δύση αρπάζει φωτιά και ματώνει ο ήλιος βαθιά στον ορίζοντα γέρνει στην μοναξιά της ελπίδας μια αχτίδα του στέλνει   Η νύχτα που φέρνει μια μπόρα θυμώνει η αγάπη μονάχη στο κρύο παγώνει της βροχής οι ριπές αντηχούν στο περβάζι...

Διαβάστε κι αυτά

Στην ερημιά της ελπίδας

Στην ερημιά της ελπίδας

Η μέρα τελειώνει, το φως χαμηλώνει η δύση αρπάζει φωτιά και ματώνει ο ήλιος βαθιά στον ορίζοντα γέρνει στην μοναξιά της ελπίδας μια αχτίδα του στέλνει   Η νύχτα που φέρνει μια μπόρα θυμώνει η αγάπη μονάχη στο κρύο παγώνει της βροχής οι ριπές αντηχούν στο περβάζι...

Οι μικροί γαλαξίες – Νικηφόρος Βρεττάκος

Οι μικροί γαλαξίες – Νικηφόρος Βρεττάκος

γράφει η Άντια Αδαμίδου - Οι μικροί γαλαξίες Του Νικηφόρου Βρεττάκου Πᾶνε κι ἔρχονται οἱ ἄνθρωποι πάνω στὴ γῆ. Σταματᾶνε γιὰ λίγο, στέκονται ὁ ἕνας ἀντίκρυ στὸν ἄλλο, μιλοῦν μεταξύ τους. Ἔπειτα φεύγουν, διασταυρώνονται, μοιάζουν σὰν πέτρες ποὺ βλέπονται. Ὅμως, ἐσύ, δὲ...

Απογραφή

Απογραφή

Απόψε είχαμε απογραφή. Με επισκέφθηκαν όλες μου απελπισίες μαζεμένες.  Εγώ δεν είχα ιδέα – ποτέ δεν με ενημέρωσε καμία πριν έρθει. Με έπιασαν απροετοίμαστο. Πώς επισκέπτεσαι τον άλλο τέτοια ώρα κυρά μου; Είχα τροχιοδρομήσει να ζήσω μια ευτυχία – στον ύπνο μου....

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου