ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΕΙΣ
…από τους αδέξιους βηματισμούς…
Η αστέγαστη σιωπή και το φευγάτο βλέμμα,
κρυφή παραδοχή κι αστράτευτη εμπειρία.
Η αγανάκτηση, ανώριμη οργή και ρήτρα,
αυτάρεσκη επινόηση, του φόβου αγυρτεία.
Σωριάσαμε τις μέρες μας ανώνυμες και υποτελείς,
μετρήσαμε τα χρόνια μας με σύμβολα και εποχές
και τώρα πώς ν’ αναμετρηθείς με σχήματα και ίσκιους
και πώς ν’ αξιωθείς μακαρισμούς και προβλέψεις;
…στο ανένταχτο κρησφύγετο…
Οι παλιές μνήμες και οι ύστεροι αναλογισμοί,
γραφή επιθυμιών και ανάγνωση σοφίας.
Η προσφυγή στους ορισμούς και τις αριθμήσεις,
αίρεση αξιών και αντίστιξη ευθύνης.
Συνταχθήκαμε με αναλυτές και προφήτες,
αναρτήσαμε ιδέες ‚αξίες και προτάσεις
και τώρα πώς ν’ αναμετρηθείς με μεταστάσεις
και πώς ν’ αξιωθείς την πρακτική της γνώσης;
…και τις απόκρυφες ομολογίες.
Η χθεσινή επίσπευση, το κέλευσμα τ’ αυριανό,
επίγραμμα μοναξιάς και επιμύθιο ιστορίας.
Το δίλημμα, συνείδησης κενό και υποτροπή,
αφορισμού ανάκρουση, ανάγκη και μαρτυρία.
Πορευθήκαμε με προτεραιότητες και ανιχνεύσεις,
στασιάσαμε με σύνδρομα και αμφισβητήσεις
και τώρα πώς ν’ αναμετρηθείς με τη δεσποτεία του χρόνου
και πώς ν’ αξιωθείς τη λύτρωση της υπέρβασης;
ΣΥΛΛΕΙΤΟΥΡΓΟ
Μόνοι κι ανήλιαγοι από το βλέμμα του θεού
και απροστάτευτοι πια από την ιερή του μέθη,
καταφύγαμε χωρίς θρήνους στη σιωπή και τις μνήμες,
για να μοιραζόμαστε στον ασάλευτό τους ίσκιο
της μοναξιάς την αθωότητα και το φέγγος
και ν’ ακούμε την ηχώ της κρυφής φυγής στο όνειρο.
Και πορευόμαστε με απουσίες και παραιτήσεις
πίσω απ’ τις αντηλιές του χρόνου,
αδέξιοι δραπέτες απ’ της ψυχής τα πάθη,
σ’ έναν μικρό και ασπούδαστο πηγαιμό,
χλωμοί οδοιπόροι στην ωριμότητα του φόβου,
της σύνεσης και του συμβιβασμού.
Μικρή πομπή ο κόσμος και η ζωή λιτανεία,
για της ψυχής το άνθισμα, του νου το στρατοκόπι,
για τη σπονδή στον έρωτα, στην έκσταση και το θαύμα.
Χωρούσαν οι αλήθειες μας σε μια ματιά
κι ορίζαμε μ’ ενα λόγο της ταύτισης το λευτέρωμα,
τ’ ανθρώπινο κι ανέσπερο στη δοκιμή του αιώνιου.
Κι απόψε, ασυντρόφευτοι στασιαστές και συνοδοιπόροι,
σ’ ένα συλλείτουργο ομολογιών και παρακλήσεων,
μνημονεύουμε σπαραγμούς κια ολοκληρώσεις
και μικραίνουμε την άβυσσο της ανάγκης
για να μην έχουμε στη στέρηση ψευδαισθήσεις
παρά φως και χρώματα από τόσες αναμνήσεις.
ΑΝΙΣΤΟΡΗΤΟΙ
Σε τούτους τους δρόμους σέρνεται η σιωπή.
Ένοχη και απολογητική.
Σε τούτες τις μέρες τρυπώνουν οι ψίθυροι.
Ασαφείς και ανακριτικοί.
Και στριμώχτηκαν όλοι αυτοί, πανικόβλητοι συνοδοιπόροι
με μια επιτηδευμένη έκπληξη και απορία
στα στενά του φόβου και τ’ ανοιχτά του θυμού,
να δηλώσουν συμμετοχή και ακολουθία.
Σε τούτους τους λόγους περισσεύει η υποκρισία.
Αξόδευτη και αναδρομική.
Σε τούτες τις γραφές στερεύουν οι ευθύνες.
Αλλότριες και ασπούδαστες.
Και συντάχθηκαν όλοι αυτοί, επιτήδειοι συλλειτουργοί
με πλήρη ομοφωνία και συναίσθηση αρραγή
στης ιστορίας το αύριο, στο χθες της δημιουργίας,
το χρέος να αναδείξουν ως συνείδηση και διδαχή.
Κι έγινε ο κομπασμός οιμωγή και βλασφημία,
η εγρήγορση μοναξιά και η αφοσίωση πλάνη.
Η περηφάνια στοίχειωσε σε σαρκασμό και ειρωνεία,
η φρόνηση υπέκυψε σε αναφορές και αιτίες
κι έμειναν όλοι αυτοί οι αστόχαστοι χειροκροτητές,
απρόσωποι στασιαστές και ασύντακτοι φυγάδες,
ανιστόρητοι, χωρίς πνεύμα και δίχως προορισμό,
ναυάγια μιας πλαστογραφημένης και κίβδηλης εποχής.
_
γράφει ο Γιώργος Αλεξανδρής








0 Σχόλια