Τα τύμπανα του πολέμου, ηχούν τώρα ξανά
ο ανθρώπινος παραλογισμός, σε όλο του το μεγαλείο.
Τραγικές μανάδες, με τα παιδιά τους αγκαλιά
παλεύουν με τον θάνατο, την πείνα και το κρύο.
Στο άγνωστο, γυρεύοντας ελπίδα προχωρούν
ενώ ο ήχος απ’ τις σφαίρες, την καρδιά τρυπάει.
Καυτά τα δάκρυα από τα μάτια τους κυλούν
ακλόνητη παραμένει η ψυχή τους κι ας πονάει.
Σε ένα σκηνικό απερίγραπτου ολέθρου και φωτιάς
ξεσπιτωμένες, ξεριζωμένες, σε μια πορεία τρόμου
σε ένα οδοιπορικό, που μας σπαράσσει την καρδιά
βαδίζουν στο άγνωστο, σε ένα σκηνικό του παραλόγου.
Αίμα, δάκρυα κι οδυνηρός ξεριζωμός
κι ο θάνατος από δίπλα να διαβαίνει
αβάσταχτος ο πόνος, η θλίψη κι ο καημός
χωρίς να ξέρουν τι τις περιμένει.
Βαδίζουν στον δρόμο της προσφυγιάς, με καρτερία
με τις μνήμες, πολύτιμο φυλαχτό στη καρδιά
ξεριζωμένες βάναυσα, από την προγονική εστία
με τις βόμβες του ολέθρου, μοναδική τους συντροφιά.
Τάφοι προγονικοί, που έσβησε το καντήλι τους
μικρά παιδιά που δίχως λόγο, ξεσπιτώθηκαν
τραγικές μανάδες, με ξέπνοα τα χείλη τους
να κουβαλούν, τα λίγα υπάρχοντά τους, που διασώθηκαν.
Τώρα τον οδυνηρό δρόμο της προσφυγιάς, μονάχες παίρνουν
αφού ξεχάστηκαν οι μεγάλες υποσχέσεις και τα παχιά τα λόγια.
Δεν ξέρουν σε τι πλέον να ελπίζουν, αλλά και τι να περιμένουν
ξέρουν μονάχα, πως ο Γολγοθάς τους, θα ‘χει αμέτρητα εμπόδια.
Οιμωγές κι εικόνες, από την μάνα γη της Ουκρανίας
βαραίνουν επίμονα, τον ύπνο τους τα βράδια
όνειρα εφιαλτικά, συνθέτουν το σκηνικό της αγωνίας
κι αφήνουν ανάγλυφα, στη ψυχή τους τα σημάδια.
Δεν χωράνε λόγια παρηγοριάς, σε ένα τέτοιο δράμα
θλίψη βουβή βαραίνει την ψυχή, σπαρακτικός ο πόνος.
Η κρυφή ελπίδα που φωλιάζει στη καρδιά, γίνεται τάμα
να γίνει βάλσαμο στις πληγές, ο πανδαμάτωρ χρόνος.
_
γράφει ο Φώτης Τρυφωνόπουλος








0 Σχόλια