Ρώτησα κείνο το παιδί: «Ποιοι είναι οι γονείς;»

Απάντηση δεν πήρα 'γω. «Τι έχει η φωνή;»

Τότε με κοίταξε δειλά, χαμήλωσε το βλέμμα,

Σήκωσε το χεράκι του και μου ΄δειξε το δέρμα.

Ίσως να ήθελε να πει πως δεν θέλω να ξέρω.

«Σουδάν, Συρία, Αφγανιστάν;» του λέω κι επιμένω.

Μόνο μια λέξη άκουσα απ’ τα χλωμά του χείλη,

Όταν το δάκρυ κύλησε στης μάνας το μαντήλι.

Υψώνει λίγο τη φωνή και «ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ!» μου λέει.

 

Έτσι μου είπε και κοιτώ τα μάτια, τα θλιμμένα.

Ξεδίπλωσε τα βλέφαρα, κοιτάζει προς εμένα.

«Αν θέλεις κάτι να μου πεις, της προσφυγιάς παιδάκι,

Λέγε κι ακούει η ψυχή, μίλησε μου λιγάκι».

Εκείνο ακούει σιωπηλό, χλωμό και φοβισμένο,

Ίδιο ελάφι τού βουνού, βαριά τραυματισμένο.

Ψάχνω στο βλέμμα λίγο φως, να βρω εκεί ελπίδα.

Η τρικυμία είναι κει. Αυτήν μονάχα είδα!

 

Κάθομαι τότε δίπλα του κι ακούω τη σιωπή του

Αυτή μονάχα απέμεινε, βαθιά μες την ψυχή του.

Ίαση ψάχνω για να βρω, να διώξω το σκοτάδι.

 

Ποιος να τον διώξει μακριά απ’ την αυλή του Άδη;

Ο Ποιητής ξεπρόβαλε και του χαμογελάει.

Ιαμβικούς διθυράμβους για κείνον τραγουδάει.

Η ποίηση αρχίνησε να κάνει πιρουέτες.

Σαν ένας κήρυκας σωστός άρχισε τις κουβέντες.

Η θλίψη τότε άρχισε δειλά δειλά να φεύγει.

Στα μάτια τώρα χόρευαν ελπίδες ανά ζεύγη.

 

Ήλιος χαράς ανέτειλε μες του παιδιού τα μάτια

Μακάρια η ποίηση που σμίγει τα κομμάτια,

Εκείνα που σκορπίζονται στη δίνη του πολέμου.

Ραβδί που είναι μαγικό, η ποίηση, Θεέ μου!

Αχ, να χαθεί ο Ρατσισμός! Ποίηση, μίλησέ μου!



_
γράφει η Άρτεμις Ιουλιανού Λακάγιο

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!