Να βαράει μύγες στη βεράντα. Ναι, μάλιστα. Αυτό λαχταρούσε τα καλοκαίρια. Αυγουστιάτικες μύγες. Παχιές. Να βάζει δύναμη στη σκοτώστρα, να τις ξεπαστρεύει μεμιάς. Τελεσιδίκως. Για διακοπές, ούτε λόγος. Χρυσό τον έκανε η Καρώρραινα να φύγουν στα εκτός, αλλά τζίφος. Μουλαρίαση οξεία δίχως γιατρειά καμία. Αμετάπειστος ο Ρώρρης Καρρώρης. Απαρεγκλίτως. Στραβόξυλο απ΄ τα γεννοφάσκια του, ξεκούτιανε στα στερνά του. Φουλ κι ολοκληρωτικώς. Βουτιές, απλωτές, ξαπλωτούρες, άπασες απευκταίες.

Κάθε που έλεγε τη λέξη θάλασσα άκουγες στη φωνή του μια σιχασιά, μιαν άρνηση. Όσο κι αν μοιρολόγαγε η Καρρώραινα τη μαύρη της την τύχη, ανίδρωτα τα ώτα του Ρώρρη Καρρώρη. Να βαράει μύγες. Αυτό λαχταρούσε τα καλοκαίρια. Αυγουστιάτικες μύγες. Παχιές. Να βουρδουλάει και νταν… να γεμίζει ο τόπος αντεράκια και συκώτια. Πάνω στις ζέστες τις μεγάλες, φουρκίστηκε η κυρά. Έξω απ’ τα δόντια το τελεσίγραφο στον Ρώρρη Καρρώρη: «Ή έρχεσαι μαζί μου διακοπές, ή πάω μαζί με τον κυρ Στέλιο». Μα ούτε που λύγισε ο Ρώρρης Καρρώρης. «Ώρα καλή, καλή μου» ψέλλισε. Να πας και να μου γράφεις. Κι έτσι βαριεστημένος, έπιασε τη σκοτώστρα και χλαπ… έκανε τη μύγα σούπα. Τέλη Αυγούστου, του ’ρθε γράμμα.

«Αγαπητέ Ρώρρη, όσο εσύ βαρούσες μύγες, η πεταλούδα σου πέταξε. Οριστικώς. Εύχομαι να υγιαίνεις». Τσακίζοντας στη χούφτα το χαρτί, ο Ρώρρης Καρρώρης παγίδεψε μέσα του τη λιωμένη γαϊδουρόμυγα. Πάραυτα μούσκεψε το χαρτί. Όχι απ’ τα αντεράκια. Ούτε απ’ τα συκώτια.

 

της Γεωργίας Δημητροπούλου

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!