Η σιωπή ολισθαίνει παράξενα απόψε
σαν άπιαστο όνειρο.
Ξεδιπλώνει το άρωμά της νωχελικά, μυστηριακά
αρνούμενη να υποτάξει την ιδιότυπη ισχύ της
στην παρουσία μας.
Nα υποκύψει στις δικές μας διαθέσεις.

Αφουγκράζεται την ηχώ της μοναξιάς
που πλανάται παράξενα γύρω μας
και υπομένει καρτερικά στη σκιά της.
Καθρεφτίζεται στο βλέμμα μας
σαν ένα χάδι που κυλάει απελπισμένα την ερημιά του,
που κραυγάζει μάταια, να ακουστεί παντού.
Σαν ένα δάκρυ πικρό, που αποτυπώνει
στην θλιμμένη εικόνα του, την δική μας χίμαιρα.

Κι εσύ ακουμπισμένη εκεί, δίπλα στο αναμμένο τζάκι
να συντονίζεις τις αναμνήσεις σου,
με τις συντεταγμένες των επιθυμιών σου.
Να αναπολείς ξανά τις νύχτες του σεληνόφωτος.
Tις μαγικές εκείνες στιγμές,
όπου ο πόθος αιχμαλωτίζει τη σιωπή,
που ο χρόνος παγώνει και η ευτυχία διαστέλλεται.
Υποταγμένη στην ευλογία των αισθήσεων,
στους αμείλικτους νόμους της δύναμης του έρωτα.

Κι εγώ εδώ, σαν ναυαγός σε έρημο εξωτικό νησί
να υπομένω την ατέλειωτη απουσία σου,
υποτάσσοντας την όποια επιθυμία μου
στην αναπόφευκτη αναγκαιότητα της προσμονής.
Tους πόθους μου,
στην ασύμμετρη νομοτέλεια του πάθους.

Εδώ, σαν ξεχασμένος ναυαγός,
που τον πονά αφόρητα και το να ονειρεύεται.
Που μόνος υπομένει την Οδύσσειά του
που μόνος ανεβαίνει τον Γολγοθά του.
Και μονάχος του, στο πουθενά πορεύεται.

 

_

γράφει ο Φώτης Τρυφωνόπουλος