Με ρωτάς γιατί πίνω το ουίσκι μου δίχως πάγο.
24 Νοεμβρίου, 2:19:
«Λιώνει ο Πάγος στο ποτό μου», είπε.
Και χάθηκε.
«Και εγώ λ ι ώ ν ω», ψιθύρισα. «Χ ά ν ο μ α ι».
Μη βάλεις Πάγο,
Προς θεού.
Ο Πάγος λιώνει,
Όπως τα σωθικά μου για ’κείνη
Όπως τα μάτια μου όταν ιρίδιζε λευκό
Όπως η καρδιά μου όταν χειλοστόμησε Έρωτα και Ποίηση.
Μη βάλεις Πάγο,
Λυπήσου με.
Είναι σκληρή σαν και αυτόν
Παγωμένη, υγραίνει
Ξέρει να θολώνει τα νερά
Δεν αντέχω να τη νιώθω
-Παγώνω, φλέγομαι
Να την καταπίνω, να τη γεύομαι
-Την ορέγομαι.
Μη βάλεις Πάγο,
Σε παρακαλώ.
Ο Πάγος είναι διαφανής
Η καρδιά μου ήταν διαυγής.
Τα μαλλιά της μαύρα
-Βόστρυχοι επιβλητικοί
Τα χέρια της μαύρα
Μού μελάνιασαν την ψυχή.
Μη με κοιτάς απορημένος
Τα μάτια λεν ψέματα
Με κοίταζαν με
Λάμψη
Με βούτηξαν στη λάσπη.
Τύφλωσέ με
Με ουίσκι
Οι κόρες μου θωρούν τη μορφή της
-Πονάνε, κλαίνε, φταίνε
Δε φορούσαν γυαλιά…
Σκίσε μου τα ρούχα
Ζητούν το χέρι, την αφή, το κορμί της
-Τ ί π ο τ α δεν έμαθαν ακόμη
Νιώθω γυμνός
Είμαι γυμνός
Μ’ ένα γαρύφαλλο στα στήθη.
Βάλε ένα Τζακ
Γέμισε το ποτήρι
Σπάστο στον αγκώνα μου
Ό λ α τα συντρίβει η ερωτική αιχμή.
Βγάλε επιτέλους τα κομματάκια
Απ’ την καρδιά μου
Μού ματώνουν τη μελάνη
Ποιήματα Κόκκινα, πολιτικά, π λ ά ν η.
Χρέωσέ το είκοσι δάκρυα
Και δέκα ψωροευρώ.
Πάγο δε με λες,
Μα έ λ ι ω ν α.
Πάγο δε με λες,
Μα έγινα.
Θα τ’ αντέξω και αυτό.
_
γράφει η Παρασκευή Παυλίδου








0 Σχόλια