Select Page

Στα χρόνια της ομίχλης-Χατισέ, του Νίκου Γούλια

Στα χρόνια της ομίχλης-Χατισέ, του Νίκου Γούλια

 

Μετά την καταπληκτική Ιάσμη, η συγκλονιστική Χατισέ. Άλλο ένα καλογραμμένο βιβλίο του συγγραφέα Νίκου Γούλια και μια συγκλονιστική συνέχεια της ιστορίας του. Είναι τόσο πολλά τα αισθήματά μου, είναι τόσο έντονες οι συγκινήσεις που μου προσέφερε αυτό το βιβλίο και δυστυχώς τόσο δύσκολη η θέση μου από εδώ που δεν μπορώ να γράψω και να περιγράψω τίποτε από αυτά γιατί τα περισσότερα δυστυχώς βασίζονται στην πλοκή, οπότε αν γράψω ακριβώς ό,τι θέλω θα προδώσω πολλά σημεία της ιστορίας και είναι κρίμα.

Να ξέρετε κάτι: η ιστορία ξεκινάει το 1876 στον σιδηροδρομικό σταθμό του Κορδελιού, όπου φτάνει ένας άγνωστος και κουβαλά εκτός από τις βαλίτσες του κι ένα σκοτεινό παρελθόν. Από κει και πέρα ξετυλίγεται η ιστορία του βενετσιάνου ζωγράφου Πάολο και της οικογένειάς του. Από τη Βενετία του 1797 στη Σμύρνη του 1809, στη Σύρο του 1811 και της πανούκλας, πίσω στη Σμύρνη του 1821 και τέλος στα Αλάτσατα του 1852 άνθρωποι και ιστορίες, μυρωδιές και ήχοι ταξιδεύουν τον αναγνώστη στα μακρινά χρόνια της ομίχλης. Ο συγγραφέας γράφει πολύ ωραία, χρησιμοποιεί βενετσιάνικες και τούρκικες λέξεις στο κείμενο και έχει τη δύναμη να αναπαριστά μπροστά στον αναγνώστη γεγονότα και καταστάσεις με τρόπο που λίγοι πια συγγραφείς μπορούν. Επιτέλους μαθαίνουμε με τον πιο τραγικό τρόπο τι συνέβη στη δόλια τη Ροδόκλεια όταν οι Τούρκοι λεηλάτησαν τη Χίο το 1822, ποια ήταν η καλόγρια που ανέθρεψε τον Ισίδωρο και τ' αδέλφια του όταν φυγαδεύτηκαν στη Σύρο και γενικά έχουμε μια ιστορία που χαίρεται να σφίγγει τον κλοιό της αλήθειας γύρω από τους ήρωές της.

Ένα εκπληκτικό γλαφυρό κείμενο και μια πλοκή τόσο σφιχτοδεμένη που δεν μπορείς να πάρεις ανάσα. Νομίζεις ότι διαβάζεις κάτι άσχετο, κάτι που απλώς υπάρχει για να σου γεμίζει τις σελίδες και να σου ροκανίζει το χρόνο και ξαφνικά, μια ανατροπή σου τραβά απότομα την αυλαία και μπροστά στα μάτια σου ξετυλίγεται μια τραγική ιστορία με τους βασικούς πρωταγωνιστές που γνωρίζεις ήδη από το πρώτο βιβλίο! Μακάρι να μπορούσα να γράψω περισσότερα!

Απολαύστε κάποια χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

"Έπειτα από κείνη την ημέρα, κάθε πρωί, με το γάλα λευκή γραμμή ακόμα στο πανωχείλι του, "πάω στου νόνου", έλεγε και πρώτος σηκωνόταν απ' το τραπέζι" (σελ. 66).

Διαβάστε για την αγορά της Σμύρνης στις αρχές του 19ου αιώνα:

"Σε ξύλινους πάγκους να ισορροπούν απάνω σε δεκάδες, ίσως και σε εκατοντάδες τρίποδα, βαλμένα το ένα δίπλα στο άλλο και από τις δυο μεριές, τα χρωματιστά υφάσματα σε τόπια αραδιασμένα απάνω τους ή στοιβαγμένα πίσω, στα πλάγια ή ακόμα και κατάχαμα, από τα πιο απλά μέχρι μεταξωτά ανατολίτικα, δαμασκηνά και άλλα, ήτανε τόσο πολλά κι εντυπωσιακά, που μαγνήτιζαν το βλέμμα. Χρώματα βυσσινιά, πράσινα, κόκκινα, μπλε, κίτρινα και τουρκουάζ τραβούσαν τον διαβάτη όλο και πιο μέσα, όλο και πιο βαθιά στο μπεζεστένι, και δε γινόταν εκείνος να μην προχωρήσει, αφού μετά τα υφάσματα, ο δρόμος με τα χαλιά ήταν όλος στρωμένος. Κι αυτό δεν ήταν σχήμα λόγου.

"Κρεμασμένα από παντού σε απίστευτη ποικιλία χρωμάτων και σχεδίων, και να ήθελες να προσπεράσεις ήτανε φύσει αδύνατον, καθώς οι ίδιοι οι έμποροι σε πιάναν από το χέρι να σου τα δείξουν το ένα μετά το άλλο. Μαγευόσουν όχι μόνο από την ομορφιά τους αλλά και από τα λογής ονόματα, που μόνο το άκουσμά τους ήτανε αρκετό για να σε ταξιδέψει σε μέρη άγνωστα και μακρινά: Καζάκ από τον Καύκασο, Καργκάι από τις δυτικές Ινδίες, Μπουχάρα από τους Τουρκομάνους της Κεντρικής Ασίας, περσικά από μαλλί, βαμβάκι και μετάξι, άλλα από τη μακρινή Ταμπρίζ, άλλα από τη Ναΐν ανατολικά του Ισφαχάν στην άκρη της ερήμου, κι άλλα παό την όαση Μπιαμπανάκ, το Μασάντ, την Κομ, το Μπιτζάρ. Κι ήταν και άλλα πολύχρωμα, γεμάτα απίστευτους, περίτεχνους αυτοσχεδιασμούς που φτιάχναν νομαδικές φυλές -Λουρς, Κούρδοι, Κασκάι, Σαχσαβάν- και που φορτωμένα σε καμήλες που πειθήνια κάθονταν στα τέσσερα με τα χαλιά ανοιγμένα απάνω τους, οι ίδιοι οι νομάδες τα εμπορεύονταν μέσα στο μπεζεστένι μιλώντας άγνωστες διαλέκτους -εξωτικές φιγούρες με τα παρδαλά τουρμπάνια και τις μακριές τους κελεμπίες.

"Ρωμιοί και Τούρκοι, Ατζέμηδες και Σαμαλήδες γυρνούσαν εκεί μέσα πουλώντας σμυρναίικα γιουβρέκια, σαλέπι, λεμονάδα παρασκευασμένη "χαζίρικα", σάμαλι μαστιχάτο, παστελάκια με σουσάμι, "τση γριάς τα μαλλιά", κάστανα, νταριά και λεμπλεμπιά, που τα διαλαλούσαν φωναχτά, ενώ καφετζήδες και Ατζέμηδες, φορώντας μαύρο φέσι, πουλούσαν τσάι και τουμπεκί ψιλοκομμένο" (σελ. 111-112).

"Στα κουγιουμτζίδικα (κοσμηαμτοπωλεία) η πελατεία ήταν κυρίως ανδρική. Εδώ, οι πιο μεγάλοι σε ηλικία μα με το πουγκί γεμάτο, ζύγιζαν ποια θα ήταν η πιο καλοστοχευμένη ριξιά του ερωτικού βέλους ανάμεσα στο πουγκί τους και στο θηλυκό αντικείμενο του πόθου τους. Εδώ αγόραζαν ή εξαγόραζαν τον έρωτα. Στις παστρικές έδιναν χρήματα, ήξεραν τους κανόνες του παιχνιδιού, ήξεραν και την ταρίφα. Τα δύσκολα, όμως, άρχιζαν εκεί όπου δεν υπήρχαν οι κανόνες, εκεί όπου το τυφλό πάθος αφηνόταν στη δύναμη του πουγκιού να εντυπωσιάσει, επιλέγοντας κάτι ούτε φτηνιάρικο ούτε πολυφορεμένο, αφού ανάλογα με το πόσο απόρθητη ήταν η γυναικεία αγκαλιά που επιθυμούσε κανείς να κατακτήσει, ανάλογο έπρεπε να είναι και το πεσκέσι. Και υπήρχαν πολλά, και για όλες τις περιπτώσεις. Άλλα εξασφάλιζαν κάποιας την ανοχή, αν ήτανε μικρή, άλλα εξαγόραζαν τη συνενοχή, αν ήταν παντρεμένη, άλλα τιμούσαν την πίστη και άλλα υμνούσαν την αγάπη" (σελ. 113).

"Αμείλικτος ο χρόνος...Σαν τον θεριστή στα κτήματα τον Ιούνη που ένα προς ένα ρίχνει καταγής στο διάβα του τα ώριμα στάχυα, έτσι κι εκείνος ανελέητα αφαιρούσε και έκοβε από των κοριτσιών την πρώτη λάμψη στα μαλλιά, την αίσθηση της μεταξένιας φλούδας του βερίκοκου στα μάγουλα, του κερασιού το χρώμα και του πετροκέρασου την τραγανή αίσθηση από τα φουσκωτά χειλάκια. Η περιφέρειά τους μεγάλωνε, κι αν η μέση τους φαινόταν ακόμα δαχτυλιδένια, ήταν απ' τα ρούχα που την έσφιγγαν τόσο, ώστε δεν μπορούσαν μήτε να πάρουν ανάσα" (σελ. 154).

"Το καλοκαίρι του '22 έφυγε αργά. Καταχρηστικά είχε σπρώξει κάμποσο τις μέρες του βαθιά στο ακόμα μαλακό φθινόπωρο, που χωρίς αγέρηδες και κρύα, ήταν φαίνεται ενδοτικό. Μα κι ο Σεπτέμβρης, απρόθυμος κι αυτός να μπει εκείνη τη χρονιά, πολλά όμορφα δειλινά χώρισε στους ενοίκους του ατελιέ, που ανελλιπώς τα απολάμβαναν βγαίνοντας στον μπαχτσέ" (σελ. 315).

"Μήτε δυο μήνες δεν πέρασαν που είχε φύγει ο Ζοζέφ, κι ένα απόγευμα μετά τον Δεκαπενταύγουστο, μπαίνοντας στο σπίτι ο Λιωνής βρήκε την Πηνελόπη γερμένη στην ξύλινη κουνιστή πολυθρόνα, γαλήνια και χαμογελαστή. Το χέρι που πάντα του έτεινε σαν τον έβλεπε, ήταν πεσμένο, λάμνοντας στο νερό της Αχερουσίας. Τα μάτια της, ήδη κλειστά" (σελ. 393).

 

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Εγγραφείτε στο newsletter

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!