Χαίρομαι πάρα πολύ όταν ανακαλύπτω αξιόλογα μυθιστορήματα, γνήσια δείγματα ελληνικής σύγχρονης λογοτεχνίας, κείμενα που ρέουν, σε ταξιδεύουν χωρίς γλωσσικά ή νοηματικά εμπόδια, ιστορίες πρωτότυπες ή πρωτότυπα δοσμένες, κείμενα στων οποίων το διηνεκές πιστεύω. Σίγουρα υπάρχουν πολλά αξιόλογα βιβλία αλλά ελάχιστα πραγματικά καλά. Ένα από αυτά είναι και το παρόν. Ό,τι επιθετικό προσδιορισμό και να του αποδώσω ωχριά μπροστά στην ίδια τη γραφή και το κείμενο.
Ας ξεκινήσουμε με την ιστορία: η Δόξα (Ορθοδοξία) ζει σε ορεινό χωριό, φτωχή και αγράμματη βοσκοπούλα. Όταν πέφτει θύμα βιασμού από βοσκό, ο πατέρας της συμφωνεί να την πάρει στην Αθήνα ως υπηρετικό προσωπικό ο γιατρός στου οποίου τα κτήματα δουλεύουν. Η Δόξα τίθεται στην υπηρεσία του Παντελή Τριανταφύλλου και κλείνει ως γυναίκα. Τυλίγεται σε ένα πέπλο αφοσίωσης, υποταγής και κρυφού έρωτα. Σε αυτό βοηθάει και το γεγονός ότι ο Παντελής είναι γυναικολόγος και κάτι τα άστατα ωράρια, κάτι η αφοσίωσή του στη δουλειά δεν του αφήνουν χρόνο για προσωπικά συναισθήματα. Τελικά ο Παντελής παντρεύεται τη Λητώ, κάτι που ματώνει τη Δόξα αλλά συνεχίζει να αυτοτιμωρείται και να βασανίζεται, αγαπώντας τη Λητώ σαν δικό της άνθρωπο. Όμως η Λητώ δεν αντέχει την κατάσταση στο γάμο της και στρέφεται σε εξωσυζικές περιπέτειες με έναν άντρα που αποδεικνύεται παλιάνθρωπος και όταν μένει έγκυος την εκβιάζει να μην πει ότι το παιδί είναι δικό του. Έτσι αρχίζει μια ενδιαφέρουσα, πολυεπίπεδη ιστορία, που μας την αφηγείται η ίδια η Δόξα, στα γεράματά της, όταν παίρνει πια την απόφαση να αποκαλύψει κάποιες αλήθειες ενώ το σπίτι τους στη Συγγρού γκρεμίστηκε και χτίστηκαν πολυτελή γραφεία (για όνομα του Θεού, μην πειράξετε τους φοίνικες, πάτησε πόδι η Δόξα, η οποία είχε κι αυτή τα δικά της μυστικά).
Η ιστορία ξετυλίγεται αργά. Ξεκινάει την ημέρα που η Δόξα πίνει τον καφέ της σε ξενοδοχείο απέναντι από το σπίτι του Παντελή Τριανταφύλλου όταν το γκρεμίζουν οι μπουλντόζες και τρέμει η καρδιά της μην ξεριζωθούν οι φοίνικες! Κι αναρωτιέσαι γιατί. Η συγγραφέας δεν βιάζεται να σου αποκαλύψει την πλοκή. Με ένα πανέμορφο γράψιμο, με μια λυρικότητα και μια ευαισθησία σπάνια στη σημερινή λογοτεχνία, μαθαίνουμε ένα ένα τα μυστικά της Δόξας, τις ελπίδες της, τον πόνο της, τη σκληρότητα και την αποφασιστικότητά της, τις βλέψεις της, τις ανασφάλειές της, τις νοερές συνομιλίες με τους δικούς της νεκρούς, τα λάθη της, τον κυκεώνα μες στον οποίο εξαιτίας της και χωρίς αυτήν κολυμπάνε κόντρα στο ρέμα δύο παιδιά για τα οποία η ίδια νιώθει υπεύθυνη που δεν τους αποκάλυψε εξαρχής την πραγματικότητα. Η Δόξα πραγματικά έχει να παλέψει με ένα σωρό ενοχές, έχει να αντιμετωπίσει ένα βαρύ παρελθόν. Δύσκολη η απόφαση, αμετάκλητη, με ένα φόρτωμα συνέπειες.
Ένα δυνατό ψυχολογικό μυθιστόρημα, με ένα σωρό πισωγυρίσματα που σε κάνουν να αγωνιάς για τη συνέχεια και για τη συνέπεια. Μπράβο στη συγγραφέα για το κείμενο και την πλοκή, μπράβο στον εκδοτικό οίκο που έφερε στο φως ένα τέτοιο διαμάντι.
Χαρακτηριστικά αποσπάσματα (ειλικρινά δεν ήξερα τι να διαλέξω):
(σε τηλεοπτική εκπομπή που η μάνα έβγαλε το παιδί στην κάμερα για να πει ότι ο πατέρας της ασελγούσε πάνω της) «25.000 ευρώ θα πάρουν σίγουρα, η πλατινέ μάνα θα τσεπώσει τα 25.000 αργύρια για να ανανεώσει την επίπλωση του σπιτιού και η 15χρονη θα ντρέπεται τους 25 της τάξης της. Η Δόξα πατά το κουμπί, η οθόνη σκοτεινιάζει. Δεν μπορεί να βλέπει βυζιά και χείλη φουσκωμένα να παριστάνουν τις υπερασπίστριες του βιασμού των αθώων, δεν μπορεί να βλέπει στα σχοινιά της τηλεοπτικής ταράτσας απλωμένο τον κοριτσίστικο σπαραγμό. Με ένα κουμπί κλείνει όλες τις ηλεκτρικές συσκευές. Δεν χρειάζεται κανένα κουμπί για να ανοίξουν τα παραθυρόφυλλα της μνήμης. Σ’ αυτά τα παραθυρόφυλλα οι μεντεσέδες είναι σκουριασμένοι και τρίζουν μέσα στο μυαλό. Αυτά τα παραθυρόφυλλα όταν ανοίγουν, δεν κλείνουν με κανένα κουμπί, ανοίγουν και πάνε σε όποια σελίδα θέλουν» (σελ. 21).
«Μια στιγμή κάνουν οι θύμησες να ξεπεταχτούν και να σε αφήσουν άυπνο, μια στιγμή θέλει η ζωή για να αλλάξει, μια στιγμή θέλει ο χάρος να σε πάρει, δεν προλαβαίνεις να του πεις δεν έρχομαι, φαίνεται στη θωριά του πως μένεις άλαλος, μπορεί και γοητευμένος. Κανείς δεν γύρισε να μας πει» (σελ. 22).
«Τα παιδιά τα ταΐζεις, τα ντύνεις, τα μεγαλώνεις, μα σαν φτάσει ο έρωτας δεν μπορείς πια να αναμιχθείς. Η κρίσιμη ηλικία δεν επιδέχεται βοήθειες, κρύβει συναισθήματα, κρατά μυστικά, ζηλεύει φανταστικούς αντίζηλους και εκδικείται ανεμόμυλους. Τυφλή γενικά η ηλικία των ερώτων και όταν ξεστρατίσει δεν μπορεί από μόνη της να βρει τα μονοπάτια» (σελ. 45).
«Ο Τριαντάφυλλος Τριανταφύλλου, παιδίατρος στα επίσημα έγγραφα, Τίτος στα ανεπίσημα, θέλει μια μπόρα δυνατή να έρθει ν’ αλλάξει τη ζωή του μα ξέρει πως μια μπόρα μπορεί κι απλώς να κατεβάσει λάσπες και έτσι δεν το τόλμησε ποτέ να εκτεθεί σε βροχές και μπόρες, πάντα με το αδιάβροχο και την ομπρέλα η ζωή του, αυτή που δεν έχει βραχεί από μπουρίνια. Η ζωή που μένει κάτω από τέντες και σκέπαστρα, τελικά ζωή των δειλών» (σελ. 136).
«Η μεγαλούπολη έχει την απόλυτη μοναξιά, αυτήν της απόλυτης αδιαφορίας για τον διπλανό σου, αυτόν που δεν ξέρεις και θα περάσει από δίπλα σου και δεν θα τον ξαναδείς. Η μεγαλούπολη είναι ένα χωνευτήρι, που όλα τα εξαφανίζει ολοταχώς. Και μήπως ξέρουμε πόσα γίνονται και πόσα θα γίνουν μέχρι το τέλος της ζωής μας; Άγραφα τα βιβλία της ζωής, τα μόνα που οι αναγνώστες μπορούν να διαβάσουν από το τέλος προς την αρχή κι από την αρχή προς το τέλος, τα μόνα που στα κεφάλαια τον τίτλο τον δίνει ο συγγραφέας εκ των υστέρων, αφού γίνουν τα γεγονότα» (σελ. 158).
«Οι μεγάλοι καημοί και οι μικροί δεν θέλουν φώτα πολλά, γενικά προτιμούν τα σκοτάδια για να μη φαίνεται το μέγεθος και το βάθος τους. Οι μεγάλοι καημοί βαθιά πηγάδια με καθόλου νερό ξεραμένα από έλλειψη διεξόδων, πηγάδια γεμάτα αδιέξοδα. Οι μεγάλοι καημοί δεν περνούν με τα συνηθισμένα φάρμακα. Θέλουν να τους ανασύρει από τα βάθη του πηγαδιού το ίδιο χέρι που τους έριξε, μόνο ο αίτιος είναι και ο γιατρός» (σελ. 173).
«Τι να μου πει η μοριακή βιολογία για το δέντρο της ζωής όταν ψιθυρίζουν τα φύλλα και μιλάνε οι ρίζες» (σελ. 232).
«Η φυλή [των τσιγγάνων] που έχει ανακαλύψει το νόημα της ζωής, βάλε στέγη τον ουρανό και τη θάλασσα μπανιέρα, ερωτεύσου στα 12, τεκνοποίησε στα 13, πέθανε όποτε θέλει ο Θεός, μείνε ελεύθερος» (σελ. 271).
0 Σχόλια