τοβιβλίο.net

Συζητώντας με τη Ρένα Ρώσση – Ζαΐρη για το βιβλίο της «Η αγαπημένη των θεών»

  Η αγαπημένη των Θεών Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ – γράφει ο Άγγελος Πετρουλάκης – Οφείλω να ομολογήσω ότι κουράστηκα να διαβάζω «γκρίζα» μυθιστορήματα, με πρωταγωνιστές που πάσχουν από κατάθλιψη, κυριευμένους από την απόγνωση, προδομένους από τον ίδιο τους τον εαυτό, λες και οι πάντες, και τα πάντα γύρω τους, βάλθηκαν να τους εξουθενώσουν, να τους κατασπαράξουν, […]

 

Η αγαπημένη των Θεών

Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ

γράφει ο Άγγελος Πετρουλάκης

Οφείλω να ομολογήσω ότι κουράστηκα να διαβάζω «γκρίζα» μυθιστορήματα, με πρωταγωνιστές που πάσχουν από κατάθλιψη, κυριευμένους από την απόγνωση, προδομένους από τον ίδιο τους τον εαυτό, λες και οι πάντες, και τα πάντα γύρω τους, βάλθηκαν να τους εξουθενώσουν, να τους κατασπαράξουν, να τους εκμηδενίσουν. Η τόση κυριαρχία τού κακού, μάλλον με έχει απογοητεύσει…

Βίωσα όμως και την εξαίρεση. Μέσα στις σελίδες τού τελευταίου βιβλίου τής Ρένας Ρώσση – Ζαΐρη, το «Η αγαπημένη των θεών».

Αν υποθέσουμε πως κάθε άτομο μαζί με τα στοιχεία του καλού, σέρνει μαζί του και στοιχεία κακού, η Ρένα Ρώσση – Ζαΐρη γίνεται η καλή μάγισσα, που αφού αφήνει τα στοιχεία τού κακού να βγουν στην επιφάνεια, τα παίρνει από το χέρι και τα οδηγεί σε μια μετάλλαξη, ή τα εξαφανίζει, για να επικρατήσουν στο τέλος τα καλά στοιχεία, εκείνα που δίνουν νόημα στη ζωή.

Με εναλλαγές τής τριτοπρόσωπης αφήγησης με την πρωτοπρόσωπη, η συγγραφέας, δίνει αμεσότητα στην εξέλιξη της μυθοπλασίας, κρατώντας έτσι αμείωτο το ενδιαφέρον τού αναγνώστη. Το σημαντικό είναι ότι, η συγγραφέας, έντεχνα οδηγεί τους χαρακτήρες σ’ έναν θρίαμβο του καλού επί του κακού, με την αισιοδοξία να είναι πάντα παρούσα.

Το μεγαλύτερο μέρος τής μυθοπλασίας διαδραματίζεται στη Δήλο και στη Μύκονο. Επίσης και στο Λονδίνο. Σε όλους τους χαρακτήρες εκείνο που βαραίνει είναι τα μυστικά. Η αποκάλυψή τους, όμως, οδηγεί και στη λύτρωσή τους. Και αυτό είναι σημαντικό για τον αναγνώστη, που έρχεται αντιμέτωπος με τη φωτεινή πλευρά τής ζωής.

Για όλα αυτά, συζήτησα με τη Ρένα Ρώσση – Ζαΐρη, η οποία ‘‘ομολογεί’’: Ό,τι γράφω το χρωστάω στα παιδιά. Εκείνα με έμαθαν να γράφω για τους ενήλικες, βουτώντας την πένα μου στο μελάνι της καρδιάς. Με έμαθαν να είμαι αληθινή, να χαίρομαι, να λυπάμαι, να γελάω ακόμα και να κλαίω γράφοντας.  Να μη φοβάμαι να ανοιχτώ συγγραφικά».

 

Ανήκετε στους πλέον γόνιμους συγγραφείς τής τελευταίας δεκαετίας με δεκαπέντε μυθιστορήματα και χιλιάδες πωλήσεις στο ενεργητικό σας. Στον χώρο τής παιδικής λογοτεχνίας βέβαια, οι αριθμοί είναι ακόμα πιο εντυπωσιακοί.

α) Αυτή η πραγματικότητα επηρεάζει την καθημερινότητά σας;

β) Επηρεάζει τον τρόπο γραφής και όσα σκέπτεσθε όταν ξεκινάτε ένα νέο βιβλίο;

«Η καθημερινότητά μου επηρεάζεται μόνο από τη συναισθηματική ανταπόκριση των αναγνωστών μου. Αυτή η πολύτιμη αγάπη που μου προσφέρουν απλόχερα και καθημερινά, είναι ένα από τα μεγαλύτερα βραβεία της ζωής μου. Έχασα μωρό σχεδόν τη μητέρα μου, πέρασα δύσκολη παιδική ηλικία κι ένα μόνο ζήτησα από τον Θεό: Να με πλημμυρίζει η αγάπη. Είμαι ευτυχισμένη γιατί την ανακάλυψα, γράφοντας.

»Κι είναι ευθύνη βαριά. Κάθε μέρα παλεύω να χαρίζω κι εγώ την αγάπη μου στους αναγνώστες μου. Κάθε μέρα έρχομαι ώρες ολόκληρες σε επαφή μαζί τους μέσα από τα μέσα κοινωνική δικτύωσης».

 

Αν η ζωή κάποιες φορές είναι μυθιστόρημα,  κατά πόσο ένα μυθιστόρημα απηχεί τον ρεαλισμό τής ζωής;

«Ο ρεαλισμός της ζωής είναι το ζητούμενο της γραφής μου, μέσα όμως από τα φίλτρα της ψυχής μου. Κεντάω πράξεις, συναισθήματα, σκέψεις, με τρυφερότητα και νοιάξιμο.

 »Η ίδια η καθημερινότητά μας είναι που με εμπνέει, οι ανάγκες της, η εποχή που ζούμε, η κρίση, αυτά τα δύσκολα για όλους χρόνια. Με εμπνέουν οι καθημερινοί άνθρωποι, οι άνθρωποι γύρω μου. Προσπαθώ να  χαρτογραφήσω την ψυχή τους. Τα μυθιστορήματά μου είναι πλημμυρισμένα χαρές και λύπες όπως η ίδια η ζωή.

»Με στοιχειώνει και ταυτόχρονα με εμπνέει η εποχή μας. Όσο κι αν λένε πως είναι στείρα, σκοτεινή, πως είναι άγευστη πνευματικά και καθόλου ρομαντική. Κι όμως για μένα ισχύει το αντίθετο. Έχω ανακαλύψει τους ήρωές μου, τους πραγματικούς ήρωές μου, που είναι οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, οι Έλληνες και οι Ελληνίδες της σημερινής εποχής. Αυτοί με εμπνέουν ακατάπαυστα, τα όσα ζουν και βιώνουν. Είναι στ’ αλήθεια ήρωες γιατί καταφέρνουν και επιβιώνουν κόντρα στην οικονομική κρίση της εποχής μας, κόντρα σε όλες τις δυσκολίες. Και δεν κατεβάζουν το κεφάλι τους και χαμογελούν και αισιοδοξούν. Ένα χαμόγελο καρδιάς προσπαθώ κι εγώ να τους χαρίσω με κάθε μυθιστόρημά μου».

Κατά τη διάρκεια της συγγραφής, ταυτίζεστε  ή αποστασιοποιείστε από τους ήρωές σας; Τους οδηγείτε εκεί που θέλετε ή σας οδηγούν εκείνοι μέσα από τη βιωματικότητα και την εξέλιξη της πλοκής;

«Οι ήρωές μου, όλοι οι ήρωες σε κάθε μυθιστόρημά μου, με στοιχειώνουν. Γίνονται ένα μαζί μου.

»Αισθάνομαι κάτι σαν ‘‘ντεντέκτιβ χαρακτήρων’’. Για να τους καταλάβω ξεκινάω την ιστορία της ζωής τους από τη μικρή ηλικία. Γιατί εκεί στηρίζονται όλα. Γίνομαι ήρωας εγώ στη θέση τους και προσπαθώ να τους νιώσω. Με έχει βοηθήσει πολύ η παιδική ψυχολογία που έχω σπουδάσει, με έχει βοηθήσει και με βοηθάει αφάνταστα η συχνή επαφή μου με τα παιδιά. Είναι τόσο εύκολο να ‘‘σπουδάσεις’’ τη ζωή μέσα από τα παιδιά.

»Αν δεις για παράδειγμα ένα παιδί που δεν παίρνει την απαιτούμενη αγάπη και στοργή από τους γονείς του, ξέρεις πως όταν μεγαλώσει θα έχει έντονο πρόβλημα στις διαπροσωπικές του σχέσεις.

»Ξεκινώ πάντοτε με ένα στόχο που πρέπει να κατακτήσω. Στη διαδρομή όμως είναι οι ίδιοι οι ήρωές μου που με καθοδηγούν στην εξέλιξη της πλοκής. Δεν είναι πάντα εύκολο να διατηρήσω τις ισορροπίες. Το παλεύω όμως».

 

Ο παράγοντας αναγνώστης σάς ενδιέφερε κατά τη διάρκεια της συγγραφής, ή είναι κάτι που το σκεφτήκατε αφού όλα τελείωσαν και το έργο είχε πάρει τον δρόμο τής έκδοσης;

«Γράφω τριάντα χρόνια συνέχεια. Η γραφή ήταν και είναι, η ίδια μου η ανάσα. Δεν αποτελούσε ούτε αποτελεί για μένα επαγγελματική επιλογή. Δε χρειάστηκε ποτέ να πειθαρχήσω για να είμαι παραγωγική. Γιατί είναι μια βαθιά ανάγκη έκφρασης του εσωτερικού μου κόσμου.

»Ναι, φυσικά και χαίρομαι πολύ όταν τα βιβλία μου γίνονται best sellers, όμως δεν αγχώνομαι για την επιτυχία, ούτε για τις πωλήσεις. Απλά νιώθω σεβασμό για κάθε αναγνώστη και αναγνώστριά μου και δε θέλω να τους απογοητεύσω ποτέ. Γι’ αυτό και σε κάθε μυθιστόρημά μου, γρατσουνίζω την ψυχή μου. Όσα βιβλία κι αν έχω γράψει, πάντα έχω αγωνία για τη γνώμη κάθε αναγνώστη μικρού ή μεγάλου. Λίγο πριν ‘‘ανοίξει η αυλαία’’, πριν χωθούν στην αγκαλιά των αναγνωστών μου τα βιβλία μου, ναι, έχω άγχος. Τα λόγια τους, η αγάπη τους, η τρυφερότητά τους, με ηρεμεί.

»Με κάνει να πετάω στα ουράνια!»

Οι κοινωνικές συνθήκες τής εποχής και η ψυχολογία, είναι εμφανή στοιχεία ως εργαλεία τού έργου.

Επίσης η καλή γνώση τής ελληνικής μυθολογίας και της αρχαίας ελληνικής Γραμματείας. Μπορούμε να αναζητήσουμε και άλλα;

«Ό,τι είμαι, ό,τι γράφω το χρωστάω στα παιδιά. Εκείνα με έμαθαν να γράφω για τους ενήλικες, βουτώντας την πένα μου στο μελάνι της καρδιάς. Με έμαθαν να είμαι αληθινή, να χαίρομαι, να λυπάμαι, να γελάω ακόμα και να κλαίω γράφοντας.  Να μη φοβάμαι να ανοιχτώ συγγραφικά. Με έμαθαν όμως να κάνω και σκανδαλιές. Να γεμίζω ανατροπές κάθε μου μυθιστόρημα, να κόβω την ανάσα του αναγνώστη μου.

Όταν γράφω, ‘‘ταξιδεύω’’ τους ήρωες και τις ηρωίδες μου. Για να έχει αέρα καθαρό η γραφή μου, για να χαρίσω στους αναγνώστες μου την ομορφιά της ζωής, έστω και μέσα από τα ταξίδια. Πιότερο περπατάω στην Ελλάδα.

Γιατί είναι μαγεία κάθε πόλη της, κάθε νησί της. Λατρεύω τα ταξίδια, ακόμα και τα συγγραφικά. Με ιντριγκάρει η ιστορία, η ομορφιά, το παρόν και το παρελθόν σε κάθε χωριό, πόλη, νησί της πατρίδας μας. Προσπαθώ να μεταδώσω την ομορφιά γύρω μου. Να βοηθήσω τον αναγνώστη μου να χαμογελάσει με το κάθε τι. Ακόμα και με τις ηλιαχτίδες, το κελάηδημα ενός πουλιού, τα χρώματα ενός λουλουδιού. Ναι, σίγουρα η ζωή δεν είναι παράδεισος. Μπορεί όμως να μοιάσει με ένα τεράστιο λούνα παρκ συναισθημάτων, με ένα αέναο ταξίδι ομορφιάς.

»Αρκεί να το θέλουμε…

»Κάπου είχα διαβάσει πως οι τόποι που γεννηθήκαμε, μεγαλώσαμε, ή απλά ζούμε, γίνονται σιγά σιγά κομμάτια του ίδιου μας του εαυτού, διαμορφώνουν τον χαρακτήρα μας, πλουτίζουν τη ζωή  μας, τη γεμίζουν φως. Και τι ποιο υπέροχο για έναν συγγραφέα να προσπαθεί να αποκρυπτογραφεί εκτός από τον χαρακτήρα του ήρωά του και τον ίδιο του τον τόπο;

»Ταξιδεύω γράφοντας όμως και στο εξωτερικό. Συνήθως σε μέρη που έχω πάει κι έχω βιώσει. Μυρίζω το κάθε μέρος, παρατηρώ τα χρώματά του, αφουγκράζομαι τους ήχους και τις ιδιαιτερότητές του. Βρίσκω μαγευτικά στοιχεία παντού».

Εν τέλει, αν βγαίνει κάποιο ηθικό δίδαγμα, είναι ότι η αλήθεια «εκδικείται». ‘Η δικαιώνεται. Όσο και να προσπαθούμε να την κρύψουμε, κάποια στιγμή βγαίνει στην επιφάνεια με άγνωστες συνέπειες.

Όμως στο «Η αγαπημένη των θεών» η αποκάλυψη της αλήθειας, όχι μόνο δεν πληγώνει, αλλά χαρίζει την πολυπόθητη ευτυχία σε όλα τα πρόσωπα. Τα εξαγνίζει.

Όλοι, ανεξαιρέτως, βγαίνουν δικαιωμένοι – ευτυχισμένοι, χωρίς κανείς τους να τιμωρείται έστω κι αν έχει σφάλλει. Θα έλεγα πως μετατρέπετε ακόμα και τους διαβόλους σε αγγέλους, με μια ιδιαίτερα συγχωρητική ματιά. Ήταν στις προθέσεις σας;

«Σε κάθε μυθιστόρημά μου παλεύω να ξεσκεπάσω την ψυχή των ηρώων μου, να καταλάβω γιατί αντιδρούν έτσι. Είμαι αυστηρή μαζί τους και ταυτόχρονα τους δικαιολογώ, γιατί ξέρω πως τα ελαττώματά τους, οι τρύπες της ψυχής τους δεν έχουν επουλωθεί. Και μαζί με τους αναγνώστες μου προσπαθώ να καταλάβω και να κατανοήσω τις πληγές τους. Ίσως και να συγχωρήσω τα λάθη τους.

»Στο τέλος κάθε μου βιβλίου επιδιώκω να φτάνω πάντοτε στη λύτρωση, λυτρώνομαι εγώ, οι χαρακτήρες, οι αναγνώστες μου.

»Η τιμωρία έρχεται από μόνη της, σαν αποτέλεσμα των πράξεών τους. Η ματιά μου μπορεί να είναι συγχωρητική, αλλά αυτό δε σημαίνει πως δεν πληρώνουν τα λάθη τους και πολύ σκληρά πολλές φορές. Η δικαιοσύνη πιστεύω πως παίζει τον ρόλο της σε κάθε μυθιστόρημά μου. Είναι ποτέ δυνατόν δολοφόνοι ή βιαστές να μένουν ατιμώρητοι;

»Στην ‘‘Αγαπημένη των θεών’’, οι ήρωες λυτρώθηκαν όταν βούτηξαν στις αλήθειες της ζωής τους. Κι ήθελα να το τονίσω αυτό, πως η αλήθεια είναι που μας οδηγεί στην ανακάλυψη του εαυτού μας, η αλήθεια είναι που μας εξαγνίζει.

»Σκοπός μου όμως, σε όλα τα μυθιστορήματά μου, είναι να συνειδητοποιήσουμε πως δεν υπάρχουν καλοί, δεν υπάρχουν κακοί. Ως παιδαγωγός δε συμφωνώ με τις ταμπέλες. Υπάρχουν απλά άνθρωποι που μεγάλωσαν με απίστευτες συναισθηματικές στερήσεις. Και σιγά σιγά αλλοιώθηκαν. Το άσπρο κάτασπρο της ψυχής τους μετατράπηκε σε κατάμαυρο. Είναι πρόκληση για μένα να ανιχνεύσω το πώς νιώθουν, να γίνω ένα με την προσωπικότητά τους.

»Και πάντα, μα πάντα οδηγώ στην κάθαρση, τους ήρωές μου. Ακόμα και αν πονάω μέσα μου, ακόμα και αν τους έχω ‘‘αγαπήσει’’. Happy end για μένα είναι η ελπίδα σε ένα καλύτερο μέλλον. Είναι να διαβάζεις ένα μυθιστόρημα κι όταν κλείσεις και την τελευταία του σελίδα, να πιστεύεις πως κατάλαβες λιγάκι περισσότερο τον ίδιο σου τον εαυτό».

 

Με την απόσταση πλέον του χρόνου, από την έκδοση τού μυθιστορήματος, διαπιστώνετε ότι υπήρχαν πράγματα που θα μπορούσαν να ειπωθούν, αλλά δεν ειπώθηκαν;

«Αντίθετα αναρωτήθηκα αν ειπώθηκαν πολλά περισσότερα. ‘‘Η αγαπημένη των θεών’’ παλεύει να ερμηνεύσει το μυστήριο της τύχης των ανθρώπων, την ερωτική απογοήτευση, την απιστία, τις πουλημένες ζωές, τον εκφοβισμό, τη διαφορετικότητα, τους τοξικούς ανθρώπους αλλά και τους ανθρώπους που αποφασίζουν να παίξουν συνειδητά ή ασυνείδητα, τον ρόλο του θύματος, τη δύναμη της συγνώμης και τα παιδιά που μεγαλώνουν στερημένα από γονική αγάπη».

 

Καίριο σημείο τής ζωής ενός ανθρώπου είναι η επιλογή αυτού που είναι σωστό, αλλά και εκείνου που επιθυμεί να κάνει. Η αμφιταλάντευση των προσώπων μεταξύ της αλήθειας και του ψεύδους, έστω του κατά συνθήκη ψεύδους. Σας απασχόλησε αυτό, καθώς διαμορφώνατε τους χαρακτήρες των προσώπων που χρησιμοποιήσατε στο μυθιστόρημα;

«Όλοι μας αμφιταλαντευόμαστε ανάμεσα σε αυτό που είναι σωστό και σε αυτό που λαχταρούμε ή μας συμφέρει να ακολουθήσουμε. Το ίδιο και οι ήρωές μου. Παλεύουν πολλές φορές ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα. Πίστεψαν πως χρησιμοποιώντας το ψέμα θα έβγαιναν από δύσκολες καταστάσεις. Ώσπου οδηγήθηκαν σε αδιέξοδα και έπρεπε να επιλέξουν…

»H αλήθεια είναι πρωταγωνίστρια της ιστορίας, της μοίρας των ηρώων μου. Κάποια στιγμή ξετρυπώνει μέσα από τις σκιές κι ανατρέπει το μονοπάτι της ζωής τους.

»Πίστευα πάντα πως η αγάπη είναι ό,τι πιο σημαντικό υπάρχει σε αυτό τον κόσμο. Υπάρχει όμως αγάπη, χωρίς αλήθεια;  Κι αν υπάρχει, μπορεί να επιβιώσει; Όταν ξεφουσκώσουν τα μπαλόνια των ψευδαισθήσεων, στεριώνει η αγάπη;

»Η θάλασσα της αλήθειας είναι δύσκολη και πονεμένη. Μπορούμε να αντέξουμε παλεύοντας με τα κύματά της, να ανέβουμε στην επιφάνεια, να αφήσουμε πίσω μας τα ψέματα;

»Θεωρώ ότι η αλήθεια είναι απίστευτα πολύτιμη, απίστευτα σημαντική κι η εποχή που ζούμε τη χρειάζεται αφόρητα.

»Σε όλα σχεδόν μυθιστορήματά μου, αλλά και στην ‘‘Αγαπημένη των θεών’’ παλεύω να ανακαλύψω την αλήθεια, να ξετρυπώσω τα ψέματα στις διαπροσωπικές, στις φιλικές, στις ερωτικές, στις κοινωνικές σχέσεις, παντού. Και ναι, πιστεύω στη δύναμή της. Δεν είναι απλά δυνατή, είναι παντοδύναμη!»

 

Υπήρξαν συγγραφείς, εκτός από τον Καζαντζάκη, του οποίου η παρουσία είναι συνεχώς εμφανής, που επηρέασαν τις αντιλήψεις σας για το μυθιστόρημα;

«Ο Νίκος Καζαντζάκης είναι λατρεία. Ο πιο σπουδαίος Έλληνας συγγραφέας και φιλόσοφος. Γράφω και τον σκέφτομαι, ζω και προσπαθώ να πάρω κουράγιο από κάθε του λέξη. Μια και μόνο πρότασή του αποτελεί έμπνευση για μένα, μπορεί να «γεννήσει» ολόκληρο μυθιστόρημα.

»Στην ‘‘Αγαπημένη των θεών’’ όμως, ένα μυθιστόρημα παθιασμένο όπως η Ελλάδα, γεμάτο φως κι ανθρώπους ‘‘ηλιόλουστους’’, που βουτάει στο Αιγαίο, ήταν ποτέ δυνατόν να μη με επηρεάσει ο Οδυσσέας Ελύτης, ο ποιητής του φωτός;»

 

Μυθιστορήματά σας έχουν μεταφερθεί επιτυχώς στην τηλεοπτική οθόνη. Πώς είναι να παρακολουθείτε ως τηλεθεάτρια τις ιστορίες που δημιουργήσατε ως συγγραφέας;

«Ευτυχία, τιμή, ενθουσιασμός, όνειρα ζωής που γίνονται πραγματικότητα… Νιώθω απίστευτη χαρά και περηφάνια όταν παρακολουθώ ιστορίες που δημιούργησα στην τηλεοπτική οθόνη.

»Καλά, καλά δεν το πιστεύω!»

 

Αυτό που διαπίστωσα διαβάζοντας το «Η αγαπημένη των θεών», είναι ότι βασικό στοιχείο, που σας διαφοροποιεί από άλλους συγγραφείς, εντοπίζεται στην έλλειψη καταθλιπτικών καταστάσεων, κάτι που αφθονεί στην ελληνική πεζογραφία. Οι «ήρωες», που χτίζεται, δεν είναι άτομα παθητικά. Ενεργούν, δεν αφήνονται στη μοίρα τους. Ακόμα και η Ρήνη, που φαίνεται – κατά διαστήματα – να απολαμβάνει μια απραξία. Ο καθένας με τον δικό του τρόπο «παίρνει τη ζωή στα χέρια του». Και ισορροπεί, ακόμα και αν χρειάζεται να συμβιβαστεί μέχρι που οι συνθήκες ωριμάζουν για κάτι διαφορετικό. Είναι στάση ζωή αυτό, ή επινοημένη στρατηγική;

«Είναι ποτέ δυνατόν να είναι στρατηγική; Είμαι παιδαγωγός πρώτα απ’ όλα, λατρεύω τα παιδιά, έχω ανακαλύψει το νόημα της ζωής στα δικά τους χαμόγελα.  Ως άνθρωπος, ως συγγραφέας, χαμογελάω κι εγώ μέσα από την καρδιά μου, με το γέλιο ενός μωρού, τον γαλάζιο ουρανό, τον λαμπερό ήλιο, τη θάλασσα, τα λουλούδια, τα παιδιά, τα δικά μου παιδιά, αλλά και τα παιδιά με τα οποία συναναστρέφομαι. Χαμογελάω προσπαθώντας να ερμηνεύσω την αλήθεια στο βλέμμα των ανθρώπων, με κάποιο τραγούδι, με το ουράνιο τόξο, γενικά χαμογελάω με την ίδια τη ζωή…

»‘‘Τραγουδάω’’ στα βιβλία που γράφω, ‘‘τραγουδάω’’ πως μπορούμε να κάνουμε πραγματικότητα τα όνειρά μας αν παλέψουμε γι’ αυτά, όσο αδύνατα κι αν μας μοιάζουν. Και συμφωνώ απόλυτα με τον Νίκο Καζαντζάκη που πιστεύει πως  ‘‘ναι, το αδύνατο μπορεί να γίνει δυνατό!’’»

Στο μυθιστόρημα περιγράφετε με αδρές γραμμές την παιδική ηλικία τριών βασικών πρωταγωνιστών: Της Άρτεμης, της Ανδριάνας και του Κρίστοφερ. Επίσης και την προσέγγιση ενός ‘‘ανυπότακτου’’ παιδιού από την Ανδριάνα. Αντιλαμβάνομαι, έχοντας υπ’ όψιν μου και την τεράστια δουλειά σας στην παιδική λογοτεχνία, πως το «θέμα Παιδί» σάς ενδιαφέρει άμεσα. Και πως είστε της άποψης ότι δεν υπάρχουν ‘‘δύσκολα’’ παιδιά, αλλά κατάλληλοι δρόμοι προσέγγισης. Θα ήθελα την απάντησή σας ή τις απόψεις σας.

«Οι εμπειρίες της παιδικής μας ηλικίας διαμορφώνουν τον χαρακτήρα μας, την προσωπικότητά μας, μας ακολουθούν σε όλη την ενήλικη ζωή μας, καθορίζουν ακόμα και τις διαπροσωπικές μας σχέσεις.

»Η καθημερινή μας ζωή είναι πλημμυρισμένη αμέτρητα συναισθήματα. Αγάπη, τρυφερότητα, καλοσύνη, οργή, μίσος, ζήλια, κακία… Με ποια συναισθήματα ακριβώς θα είναι γεμάτη η σελίδα κάθε ανθρώπου, εξαρτάται από την παιδική του ηλικία. Εξαρτάται από την οικογένειά του. Η αγάπη και η ασφάλεια που εισπράξαμε στην παιδική μας ηλικία παίζουν τεράστιο ρόλο στη μετέπειτα ζωή μας.

»Είμαστε όσα μας έχουν συμβεί.

»Δύσκολα μπορούμε να αγνοήσουμε όλα όσα μας στοιχειώνουν, να ξεφύγουμε από τα λάθη που έκαναν οι γονείς μας. Τα εξωτερικά χαρακτηριστικά μας αλλάζουν τόσο εύκολα. Ο εσωτερικός μας όμως κόσμος, όχι. Τα παιδικά μας χρόνια, οι εμπειρίες μας, όσα μας διαμόρφωσαν, βάρη ασήκωτα είναι και τα κουβαλάμε μαζί μας.

»Οι συναισθηματικοί δεσμοί μιας οικογένειας καταστρέφονται εύκολα. Και είναι τα παιδιά που πληρώνουν τα λάθη μας, τα παιδιά που πρέπει να παλέψουν για να οικοδομήσουν και πάλι τις αξίες τους. Τα στιγματίζει το παρελθόν, οι πληγωμένες θύμησες. Τα αλλάζει. Τρέμουν το αύριο, παίρνουν βιαστικές, λανθασμένες αποφάσεις, φυλακίζουν τα συναισθήματά τους.

»Στην ‘‘Αγαπημένη των θεών’’, αλλά και σε κάθε μυθιστόρημά μου, βουτάω στις ανθρώπινες σχέσεις και ιδιαίτερα στις σχέσεις ανάμεσα στα παιδιά και στους γονείς τους. Σχέσεις ζωής, πλημμυρισμένες συγκρούσεις, λάθη, πληγές, σ’ έναν συνεχή αγώνα δρόμου που οδηγεί στην ενηλικίωση και την ωρίμανση. Παλεύω να πιάσω σφιχτά από το χέρι τους αναγνώστες μου, τους παρακινώ να ταξιδέψουν στον μικρόκοσμο των παιδιών, στον μεγαλόκοσμο των ενηλίκων. Και τελικά στον ίδιο τους τον εαυτό».

 

Στα κεφάλαια που αφορούν την Άρτεμη και τον Κρίστοφερ, η αφήγηση από τριτοπρόσωπη αλλάζει σε πρωτοπρόσωπη. Ενίοτε γίνεται και εξομολογητική. Είναι γιατί έπρεπε να ειπωθούν κάποια πράγματα ως ομολογία, ή απλά εξυπηρετούσε την εξέλιξη της μυθοπλασίας;

«Μου αρέσουν και τα δύο είδη γραφής. Συνήθως προτιμώ να γράφω σε πρώτο πρόσωπο για να γίνομαι ένα με τον ήρωά μου, για να ‘‘ζω’’ για λίγο τη ζωή του, για να μεταμορφώνομαι στον ίδιο τον ήρωα κι εγώ και οι αναγνώστες μου. Κάποιες φορές γράφω ορισμένα κεφάλαια σε τρίτο πρόσωπο, αν υπάρχουν πολλοί ήρωες σε ένα μυθιστόρημά μου ή για να εξυπηρετήσω την εξέλιξή του, όπως έγινε και στην ‘‘Αγαπημένη των θεών’’».

Σε κάποια στιγμή η Άρτεμη ομολογεί πως το «Μακρύ ταξίδι της μέρας μέσα στη νύχτα» του Ευγένιου Ο’ Νηλ, τη βοήθησε να ξορκίσει και τους δικούς της προσωπικούς δαίμονες. Πιστεύετε πως το Θέατρο δρα ψυχοθεραπευτικά στον άνθρωπο, όταν αυτός συναντά τον εαυτό του σε κάποιον εμβληματικό χαρακτήρα;

«To θέατρο γυμνώνει ψυχές. Σε βοηθάει να ταυτίζεσαι με τον ήρωα, να γίνεσαι ένα μαζί του και πολλές φορές να συναντάς τον ίδιο τον εαυτό σου. Σε γαληνεύει, σε προτρέπει να ξορκίσεις τους δαίμονές σου, τα τραύματά σου. Λειτουργεί σαν καθρέφτης των φόβων σου και μπορεί να σε οδηγήσει στον δρόμο που οδηγεί στο φως…»

 

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου