Select Page

“συλλογιστική πορεία”, δοκίμιο της Ελευθερίας Μπέλμπα

“συλλογιστική πορεία”, δοκίμιο της Ελευθερίας Μπέλμπα

 

δοκίμιο της Ελευθερίας Μπέλμπα

 

σ υ λ λ ο γ ι σ τ ι κ ή     π ο ρ ε ί α

Στην ποιητική λειτουργία συγγενής τρόπος θεωρείται η ανάδειξη ενός συλλογισμού που αποτυπώνει και τους προβληματισμούς, τις εμμονές ή τις διαδοχικές ιδέες του γράφοντος.

Στο κείμενο του Τόλη Νικηφόρου, «Όταν πεθαίνει ένα παιδί»[1] η σκέψη δομείται πάνω στην ανάδειξη του χρονικού σημείου.

Όταν πεθαίνει ένα παιδί

πέφτει βαθύτατο σκοτάδι το ξημέρωμα

βρέχει μεγάλα δάκρυα λαμπερά

πέτρινα γίνονται τα φύλλα και τα δέντρα

όταν πεθαίνει ένα παιδί

ταράζεται ο ύπνος των αρχαίων νεκρών

κι από τη γη αναδύονται τα πρόσωπά τους

ενώ σαν χάλκινο πουλί

ο άνεμος τοξεύεται στο χώμα.

Στο τετράστιχο η επανάληψη της χρονικοϋποθετικής πρότασης μεγεθύνει τη σημασία του συμβάντος που ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα κι είναι διαχρονικό («όταν πεθαίνει ένα παιδί»). Στις αποδόσεις του υποθετικού λόγου («πέφτει βαθύτατο σκοτάδι το ξημέρωμα/βρέχει μεγάλα δάκρυα λαμπερά/πέτρινα γίνονται τα φύλλα και τα δέντρα») σημαντική είναι η ενσωμάτωση σε μια αντίδραση φυσικής διαδικασίας με διατύπωση μεταφορική. Επιπλέον τη συναισθηματική έκρηξη («βρέχει μεγάλα δάκρυα λαμπερά») σηματοδοτεί η υπερβολή («βρέχει…δάκρυα»).

Στην επόμενη πεντάστιχη στροφή ο υποθετικός συλλογισμός έχει την ίδια αφετηρία («όταν πεθαίνει ένα παιδί»), αφενός μεν η ανάδυση της μορφής των νεκρών που αφορά την ανατροπή, τρόπον τινά, της λογικής ισορροπίας στον κόσμο («ταράζεται ο ύπνος των αρχαίων νεκρών/κι από τη γη αναδύονται τα πρόσωπά τους»)˙ αφετέρου δε η φυσική νόρμα μεταμορφώνεται («ο άνεμος τοξεύεται στο χώμα») μέσω της παρομοίωσης («σαν χάλκινο πουλί») που ορίζει το κάρφωμα του αέρα στη γη.

Εν τέλει η σκέψη του ποιητή για το θάνατο των παιδιών από ασιτία («αβιταμίνωση/είναι όρος των στατιστικών δελτίων/η πείνα εξωραϊσμένη») γίνεται εναντίωση στη φυσική τάξη πραγμάτων. Παρατηρείται χρονική διαδοχή των νοημάτων που στήνει μια εκδοχή διαμαρτυρίας στο σύνηθες φαινόμενο («σε χώρες που ονομάζονται εξωτικές»).

Στον «Ἐφησυχασμό»[2] (Αἲγινα, 26.10.1987) του Θανάση Παπαθανασόπουλου τίθεται το βασικό ερώτημα που λειτουργεί ως άξονας προβληματισμού («ἀφοῦ τό δέχεται ἡ γλῶσσα μου γιατί νά νοιάζομαι/πού οἱ ἂλλες γλῶσσες δέν το ὑποφέρουν;»).

Τό ὀνοματεπώνυμό μου

«μακροσκελές καί ἀδιάφθορο».

Ἀφοῦ τό δέχεται ἡ γλῶσσα μου γιατί νά νοιάζομαι

πού οἱ ἂλλες γλῶσσες δέν τό ὑποφέρουν;

Ἡ ἂποψη τῆς ἑλληνικῆς λαλιᾶς

πάντα βαραίνει.

Αφόρμηση της ιδιαίτερης εστίασης στη γλωσσική χρήση «τό ὀνοματεπώνυμο» δε χαρακτηρίζει προσωπική καταληκτική την κρίση («ἡ ἂποψη τῆς ἑλληνικῆς λαλιᾶς/πάντα βαραίνει»), αλλά αποτελεί ενδεδειγμένο παράδειγμα της γλωσσικής απόδοσης των ονομάτων («μακροσκελές καί ἀδιάφθορο») θεωρείται το ονοματεπώνυμο του ποιητικού υποκειμένου (για την εσκεμμένη υποκειμενικότητα σε εισαγωγικά τα επίθετα εκ των οποίων το δεύτερο προσδίδει έντονο σατιρικό τόνο σε συνάφεια με την αποφατική γραφή, «δέν τό ὑποφέρουν»).

Η αναπάντεχη απορία στο συλλογισμό γίνεται έναυσμα αποτίμησησς του κριτηρίου αξιολόγησης της λεκτικής σημασίας («ἡ ἂποψη τῆς ἑλληνικῆς λαλιᾶς/πάντα βαραίνει»). Ο τίτλος («ἐφησυχασμός») εξάλλου στα πλαίσια του αυτοπροσδιορισμού γίνεται πρόταση-απάντηση στο νοούμενο δίλημμα περί προσδιορισμού της των εννοιών. Η κατάσταση της διανοητικής διαδρομής ορίζεται από το «γιατί» και φέρει ως αξίωμα-αποτέλεσμα τη σπουδαιότητα των ερμηνειών της γλώσσας μας.

Στο «Ιντερμέδιο»[3] του Ιωάννη Γρυπάρη η προσωποποίηση της αλήεθιας εξαρχής («κ’ ἡ Ἀλήθεια/μέ δύο βυζιά δέ μᾶς προφταίνει») εισάγει στο θέμα της ερμηνείας των εννοιών γνώση και αλήθεια (συναφείς εσαεί απ’ την κλασική γραμματεία, εφόσον η φιλοσοφία τις ταυτίζει ως πηγές της ουσίας του κόσμου).

Ἡ γνώση πλημμυράει κ’ ἡ Ἀλήθεια

μέ δύο βυζιά δέ μᾶς προφταίνει,

τίς φλέβες στά στεγνά της στήθια

ἀνοίγομε ξεψυχιασμένοι.

Ἡ γνώση ἐπόντισε καί τρέχει

στά στενορρύμια καί τίς ροῦγες,

ψηλ’ ἀπ’ τόν κόσμο ποῦ μᾶς ἒχει

ἁπλώνομε ἂτρομες φτεροῦγες.

Περίσσεψεν ἡ γνώση, πρῶμα

ξασπρίζουν τἂμεστά μας θέρη-

Μά ἂν δέν ἐνύχτωσεν ἀκόμα

δέν εἶναι πιά καί μεσημέρι…

Ο ποιητής ξετυλίγει το συλλογισμό περί γνώσεως με τη φωνή της πλειοψηφίας: σε α΄ πληθυντικό πρόσωπο μαρτυρεί τη ροπή προς τη μάθηση, την εξακρίβωση της αλήθειας. Σε λογική σειρά εστιάζει στην αδημονία των ανθρώπων, την ταχύτατη εξέλιξη των γνώσεων («μέ δύο βυζιά δέ μᾶς προφταίνει,/τίς φλέβες στά στεγνά της στήθια/ἀνοίγομε ξεψυχιασμένοι») που δημιουργεί μια δίνη στην καθολική περιοχή ενός κόσμου σε εγρήγορση («ψηλ’ ἀπ’ τόν κόσμο ποῦ μᾶς ἒχει/ἁπλώνομε ἂτρομες φτεροῦγες»).

Η γλαφυρή καταγραφή της αλληγορίας συνιστά μια αντίληψη για τη συσσώρευση των γνωστικών πυρήνων σε συνδυασμό με τη διαρκή έλλειψη πνευματικής πληρότητας («περίσσεψεν ἡ γνώση»). Καταλήγει στην επιδίωξη σχεδόν της ισόρροπης σχέσης ανάμεσα στη φιλογνωσία και τον πολλαπλασιασμό των πηγών μάθησης («μά ἂν δέν ἐνύχτωσεν ἀκόμα/δέν εἶναι πιά καί μεσημέρι»).

Στο απόσπασμα από το κείμενο, «Σκέψεις σε βροχερή μέρα»[4], η Μπιάνκα Ρωμαίου στα πλαίσια του συλλογισμού πραγματεύεται μια σειρά από έννοιες καθορίζοντας το περιεχόμενό τους σε Ενεστώτα διαρκείας.

Ὑπάρχει πάντα ὁ φόβος τῆς νύχτας.

Οἱ σκέψεις γυμνώνονται ἀπό αἰσιοδοξία.

Καί τότε,

οἱ τοίχοι τραντάζονται συνθέμελα.

Ὁ φόβος ἁπλώνει τά χέρια του,

κρυβόμαστε στις χούφτες τους,

πουλιά περίτρομα σέ θύελλα.

Ἡ κουρελιασμένη αἰσιοδοξία μας,

-ἰστός ἀράχνης-

κινεῖται στήν ἀνάσα τοῦ φόβου.

Ἡ βροχή στό πεζοδρόμιο,

περπατᾶ ράθυμα,

σάν κουρασμένη σκέψη.

Στο κλισέ, «ὑπάρχει πάντα ὁ φόβος τῆς νύχτας», κυρίως εμφιλοχωρεί ο πεσιμισμός σε συνδυασμό με την αντιθετική χρήση του ουσιαστικού «αἰσιοδοξία» ακόμα και στις συνειρμικές ιδέες όπως μεταφορικά επισημαίνεται («οἱ σκέψεις γυμνώνονται ἀπό αἰσιοδοξία», «ἡ κουρελιασμένη αἰσιοδοξία μας»). Συνακόλουθα ο φόβος, βασικός πυλώνας των αισθήσεων, σε προσωποποιήσεις διαδοχικά φαίνεται να δυναστεύει την ατομική βούληση («ὁ φόβος ἁπλώνει τά χέρια του,/κρυβόμαστε στις χούφτες τους», «στήν ἀνάσα τοῦ φόβου»).

Η οικοδόμηση της σκέψης της ποιήτριας ξεπηδά από το α΄ πληθυντικό πρόσωπο ως κοινότοπη εμπειρία των συνειδήσεων που αποτυπώνονται ως «πουλιά περίτρομα σέ θύελλα» με «κουρελιασμένη αἰσιοδοξία» (το μοτίβο του αδύνατου διαποτίζει την ένταση των συναισθημάτων). Συνεπώς η βροχή ως σύμβολο της σκοτεινής ατμόσφαιρας του εσωτερικού βίου αναδεικνύει την τάση παραίτησης  απ’ την προσπάθεια («περπατᾶ ράθυμα,/σάν κουρασμένη σκέψη»).

Σε ένα ιδιαίτερο μέρος ανιχνεύεται μιαν αποτύπωση συλλογισμού, πέραν της συνολικής θεώρησης του ποιήματος, «από την ποιητική συνομιλία των Δ. Δημητριάδη-Γ. Αλισάνογλου»[5] («κι όμως…έπακρο»).

Κι όμως ζεις

Και το ποίημα

Αρχίζει πάλι μέσα σου

Δοκιμάζει την απομάκρυνση

Στην ιδέα της προσπάθειας

Να αγκαλιάσει το ανοίκειο

Η ακραία δυσκολία

Της κατάστασής σου

Είναι το ποίημα

Τίποτε δεν μιλά ζωηρότερα

Στον κόσμο

Απ’ αυτή την γεμάτη υποσχέσεις

Γλώσσα

Που είναι γλώσσα μιας απόλυτης θλίψης

Βιώνεται σαν κάθετη κίνηση

Ακαριαία

Στο έπακρο

Διασφαλίζεται η αυτοψία της ποιητικής τριβής (σε β΄ ενικό πρόσωπο) μέσα από το ξετύλιγμα μιας διαδικασίας λειτουργικής σχεδόν για την περάτωση της σύνθεσης. Έτσι το αίτημα της σταθεροποίησης του ποιητικού οίστρου διαπνέεται από τη βεβαιότητα της Οριστικής έγκλισης («ζεις», «αρχίζει», «δοκιμάζει») σε κλιμακωτή ροή. Η ζωή διοχετεύεται στο καλούπι των στίχων πάντα επαναληπτικά σαν μια απόπειρα εναντίωσης στο μόρφημα που δεν μπορεί να προσεγγίσει κάποιος («να αγκαλιάσει το ανοίκειο»). Αποδεικνύεται ως ιδέα, θεωρητικό οικοδόμημα («στην ιδέα της προσπάθειας») που βασίζεται σε μεθοδεύσεις τιθάσευσης των δυσχερειών. Η αυτοπραγμάτωση του δημιουργού υφαίνεται στον έντεχνο λόγο («αρχίζει πάλι μέσα σου»), αλλά και αποτρέπεται εξαιτίας της δυσκαμψίας της συμβατικότητας του λόγου.

Η έμφαση στην ενδοσκόπηση, ως κέντρο βάρους του συλλογισμού, είναι καταφανής από το συγκριτικό επίρρημα («τίποτε δεν μιλά ζωηρότερα/στον κόσμο») που εμφανίζει του δυνατότητα του διαλέγεσθαι με τον υποθετικό αναγνώστη. Η χρήση της ποιητικής έκφρασης εξάλλου συμπορεύεται και με το διδακτικό τόνο, την κατάθεση λύσεων σε αδιέξοδα («απ’ αυτή την γεμάτη υποσχέσεις/γλώσσα»). Εντούτοις για τον γράφοντα ο γλωσσικός χειρισμός αποβαίνει ανεξέλεγκτος με έντονη επίδραση στον αγώνα αυτεπίγνωσης («είναι γλώσσα μιας απόλυτης θλίψης»), ίσως κάτι ανάλογο με την κάθαρση που επιτρέπει τουλάχιστον την αναμέτρηση με τις εαυτού δυνάμεις.

Μια συνοπτική πραγμάτευση του φιλοσοφικού χρόνου επιχειρείται στο ομώνυμο ποίημα («ο χρόνος») του Ιάσονα Ιωαννίδη[6].

Κακός γλύπτης ὁ χρόνος, μοχθηρός.

Παίρνει τελειωμένα ἀγάλματα,

Ὂρθια, δυνατά κι ἀχτιδοβόλα.

Τά σκοτεινιάζει στην ἀρχή. Τά κυρτώνει.

Κι ὓστερα τά λυώνει,

Μέσα σέ κρύα χώματα καί πέτρες.

Μέσα από μια προσωποποίηση ο χρόνος επιδεικνύεται ως υπαίτιος την αρνητική πραγματικότητα ή εκπονεί τις αναποδιές («κακός», «μοχθηρός»). Η δραστηριότητα του χρόνου που σμιλεύει τα «ἀγάλματα» ήδη τελειοποιημένα («τελειωμένα») εξηγεί την ανατρεπτική του επέμβαση. Τα επίθετα («ὂρθια, δυνατά κι ἀχτιδοβόλα») αποσαφηνίζουν την αντίθεση με τα ρήματα («τά σκοτεινιάζει», «τά κυρτώνει», «τά λυώνει»).

Έτσι στο κείμενο διακρίνεται η αναδίπλωση της επιρροής του χρόνου πάνω στα πράγματα-όντα σε μια διαχρονική έξαρση («στην ἀρχή», «κι ὓστερα»). Η εστίαση στο θάνατο ως απόληξη των κραδασμών του χρόνου πιστοποιείται με το περιεκτικό νόημα των ουσιαστικών («χώματα», «πέτρες»), προσδίδοντας οντολογικό περιεχόμενο στην κεντρική ιδέα.

Ένας συλλογισμός εκ των έσω που προϊδεάζει τον αναγνώστη για τις απαιτήσεις μιας ρεαλιστικής ενατένισης των βιωμάτων, όπως διαπιστώνει στο ολιγόστιχο κείμενό της («Μεσολάβηση») η Σωσώ Πέτρου Βλάσση[7].

Έρχεται η οδυνηρή πάντα

πραγματικότητα και σε κάνει,

βέβαια ν’ αποκτήσεις

την τραγική αίσθησή της,

τότε ακριβώς, που με τη

σύμβαση της καθημερινότητας,

πήγαινες ν’ αφομοιωθείς…

Πανομοιότυπη η συναίσθηση της χαώδους κατάστασης που παρουσιάζεται αναπάντεχη. Στην καταλυτική εμπειρία του ολέθρου που δε χαρακτηρίζεται ιδιαιτέρως («η οδυνηρή πάντα /πραγματικότητα») προσαρμόζεται βιαίως ο άνθρωπος. Ουσιαστικά δοκιμάζει την πλήρη αντίληψη των συνθηκών («ν’ αποκτήσεις/την τραγική αίσθησή της»), κάτι το επιβεβλημένο. Όμως η εγγενής εξισορρόπηση της ατομικής μονολιθικότητας με την καθολική επισκόπηση του βίου που εν τέλει κάποτε και τακτικά πραγματώνεται («που», «πήγαινες ν’ αφομοιωθείς») ανατρέπεται πάλι. Στο συλλογισμό προσεγγίζεται το ζητούμενο της μεταβολής της τύχης (ειδάλλως δεν ερμηνεύεται η μεταστροφή της ομαλότητας) με βάση την αδυναμία συνεχώς του ατόμου να ενσωματωθεί σε διαφοροποιημένα μεταξύ τους δεδομένα στα οποία καλείται ν’ ανταπεξέλθει.

_____

[1] Τόλη Νικηφόρου, «Την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας», Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη 1997 (το ποίημα απ’ τη συλλογή «Ο πλοηγός του απείρου», 1986 )

[2] Θανάση Παπαθανασόπουλου, «Τό ἀψηλάφητο», εκδόσεις Μελέαγρος, Αθήνα, 1992

[3] Ιωάννη Γρυπάρη, «Σκαραβαίοι καί Τερρακότες», Πελεκάνος, 2009 (Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη Α.Ε.)

[4] Μπιάνκα Ρωμαίου, «Requiem», ποιήματα, Πιτσιλός, Αθήνα 1989

[5] Δημητριάδης Δημήτρης, Γιώργος Αλισάνογλου «Προς την αλόγιστη κατεύθυνση, Σαιξπηρικόν 2013 («από την ποιητική συνομιλία των Δ. Δημητριάδη-Γ. Αλισάνογλου», Poetix, τεύχ. 11, άνοιξη-καλοκάιρι 2014)

[6] Ιάσων Ιωαννίδης, «Πορεία και χρόνος», ποιήματα, Διογένης, Αθήνα 1987

[7] Σωσώ Πέτρου Βλάσση, «Ανθρώπινα δώρα», ποιήματα, Δωδέκατη ώρα, Αθήνα 1993

Επιμέλεια κειμένου

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΜΠΕΛΜΠΑ

Η Ελευθερία Μπέλμπα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1969. Σπούδασε ελληνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός. Δοκίμια, μεταφράσεις, κριτικές λογοτεχνίας της ίδιας έχουν δημοσιευτεί στο λογοτεχνικό τύπο. Αποσπάσματα του έργου της περιλαμβάνονται σε ανθολογίες. Είναι μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών και της Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η. [Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών και Συγγραφέων των Πέντε Ηπείρων].Εκδόσεις:
♦ «Φθινοπωρινές νότες», ποιήματα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1994
♦ «Δίχτια», ποιήματα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1996
♦ «Poesis modus», ποιήματα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1996
♦ «Γλωσσική διδασκαλία για την Α΄ Λυκείου», (γραμματικά-συντακτικά φαινόμενα της αρχαίας ελληνικής), Γρηγόρη, 1997
♦ «Αμόλεχος», ποίηση, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1999
♦ «Έαρος νυχτερινό κατευόδιο», ποιήματα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 2000
♦ «Η κυρία Άλρα», ποιήματα, Ανατολικός, Αθήνα 2002
♦ «Άσκηση πάνω στα δοκίμια του Αλέκου Βασιλείου», δοκίμια, Αθήνα 2003
♦ «Προς τους ολυμπιακούς αγώνας εν Αθήναις, 2004», ποίηση-περιλαμβάνεται στο «Ολυμπιακό αφιέρωμα 2004- Ανθολογία της Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η.», Γερμανία, 2004
♦ «Πολιτική θεωρία», ποιήματα-περιλαμβάνονται στον «Φιλολογικό Κόσμο- Ανθολογία», Ατέρμονο, Αθήνα 2006
♦ «Οδοιπορικό στη γραμμή του θέρους (επιστολή στον Ίωνα)», ποίηση-περιλαμβάνεται στην «4η Ανθολογία της Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η.», Ζήτη, Θεσσαλονίκη 2009

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε το!

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!