Συναυλία

Δημοσίευση: 27.08.2021

Ετικέτες

Κατηγορία

 Το αίσθημα στις συναυλίες, οι κρυφές μας συνομιλίες.

 Δυνατά χειροκροτήματα, απαλά μικρά αγγίγματα.

 Εικόνες από κτήρια, χειμώνα δίπλα από τα κοιμητήρια.

 Φωνή αγγέλου, ξένη γλώσσα, μεταφράζω στο αυτί σου και κοιτάς αλλού.

 Το σκοτάδι κρύβει τα γλυκά εκφραστικά σου μάτια, τα οποία αναζητώ μάταια.

 Τι συμβαίνει γοητευτικό μου πλάσμα; Δεν κοιτάς χαμηλά γιατί πλανιέσαι στα άστρα; 

 

Και ηχούν δυνατά χειροκροτήματα

και νιώθω μικρά δειλά αγγίγματα

 

Πρόσωπο που κλαίει στην οθόνη, σαστίζω, τα κόκκαλα μου αφήνουν σκόνη.

Δεν καταλαβαίνεις την γλώσσα του κυρίου με την κιθάρα και ντρέπεσαι συνέχεια να ρωτάς, μέσα σου τις ερωτήσεις κρατάς.

Κιθάρα απαλή που μας οδηγεί όλους μαζί σε ένα μέρος από όπου δεν υπάρχει διαφυγή.

Ο κύριος παίζει την κιθάρα, φωνή αγγέλου, τα δάκρυα του προσώπου στην οθόνη δεν φαίνονται καθαρά.

Κοιτάς εμένα με αμφιβολία, κοιτώ εσένα με χαμόγελο βγαλμένο από φιλία,

αν και η φιλία δεν αρκεί όταν η καρδιά αρχίζει να ποθεί.

 

Και ηχούν δυνατά χειροκροτήματα 

και ο κύριος με την κιθάρα ορίζει του κοινού τα βήματα

 

Η μελωδία αυτή σου αρέσει πιο πολύ, κουνιέσαι στο ρυθμό και ξεχνώ ποια είναι η δική μου πόλη.

Το χέρι σου ματώνει από τις γρατσουνιές που αφήνεις, σε ακουμπώ εκεί και παγώνεις.

Ο κύριος ακουμπά το μικρόφωνο, το βλέπω σαν σημάδι, σε χαϊδεύω ώστε το χέρι σου να πάψει να πονά.

Τα μάτια σου πιάνω απαλά με την άκρη των δικών μου να δακρύζουν, μοιάζουν σαν να ξέχασαν να ζουν.

Με σφίγγεις σε μια θερμή αγκαλιά εκεί που δεν το αναμένω, το κεφάλι σου ξεκουράζεις πάνω στο δικό μου ακουμπισμένο.

Τι συμβαίνει γοητευτικό μου πλάσμα; Με έφερες κοντά την στιγμή που ο κύριος εξομολογείται την αγάπη του στο άσμα (εν αγνοία σου).

 

Και ηχούν δυνατά χειροκροτήματα

και το κοινό χοροπηδά, σπάνια στη γη πατά

 

Κουνιόμαστε μαζί στον νέο αυτό ρυθμό, ξέχνα για λίγο ό,τι σε τυραννά και σκέψου την στιγμή μας στο σταθμό.

Δεν ήταν όμορφα εκεί; Στον σταθμό με τα λουλούδια στο πεζοδρόμιο, που είπες ότι ταιριάζουν με τα μάτια μου;

Από εκεί θα περάσουμε μετά από εδώ, ευελπιστώ στα μάτια να με κοιτάς, αύριο να μην ξυπνήσω μόνη.

Θέλω τόσα να σου πω, τόσα να ζωγραφίσω για σένα, θέλω ρυάκια να βρω, ρυάκια ξεχασμένα,

να κυλιόμαστε σε αυτά σαν ζώα σε αρένα.

Τα χεριά σου με αγκαλιάζουν προστατευτικά και τώρα πια κλείνουν στους αγκώνες.

 

Και ηχούν δυνατά χειροκροτήματα

και εμείς χορεύουμε αγκαλιά ξεχνώντας όλα τα ζητήματα

 

Δεν πίστευα ποτέ πως η μικρή μου η καρδία μπορεί να χτυπήσει τόσο δυνατά.

Δεν φταίνε τα τύμπανα, ούτε η μουσική, νιώθω τα πόδια μου να κόβονται και για όλα φταις εσύ.

Παίρνω ανάσες και μετρώ τον σφυγμό, να μην με καταλάβεις προσπαθώ.

Τα χέρια σου αφήνουν τους αγκώνες και με ακουμπάνε στην κοιλιά, και τις δύο πλευρές καλύπτουν.

Έπαψα να αναπνέω, νιώθω άσχημα, πάρ’τα από εκεί σου λέω και τα απομακρύνεις ήρεμα.

ρωτάς «Γιατί», λέω «Έτσι», επιμένεις και διστάζω μα φωνάζω «Δεν αισθάνομαι καλά με τον εαυτό μου!»

 

Και ηχούν δυνατά χειροκροτήματα

και εσύ νιώθεις σαν να σε διαπέρασαν σαράντα βλήματα

 

«Μην το πιστεύεις αυτό μάτια μου, θα ήθελα να βρω εκείνον που σου δηλητηριάζει το μυαλό.»

‘’Μπροστά σου τον έχεις’’ θέλω να σου πω, αλλά σωπαίνω γιατί δείχνεις πως έχεις και άλλα να μου πεις.

«Όταν σε είδα πρώτη φορά ξέχασα που έπρεπε να πάω μετά, ποια είχαμε μέρα

και ήσουν τόσο ήρεμη, προσγειωμένη, θετική που έδιωχνες σιγά σιγά τους δαίμονες μου.

Αφέσου πάνω μου και μαζί θα καταφέρουμε να εξορίσουμε και τους δικούς σου»

τώρα μιλάω, «Οι δικοί μου έχουν βαθιές ρίζες και δεν φεύγουν παρά μονάχα βλέπουν και γελούν.»

 

Και ηχούν χειροκροτήματα

και αχνοφαίνονται πίσω από την σκηνή αχανή κτήματα

 

«Πλέον δεν είσαι χαμένη σε ρήγμα, θα προσπαθήσω να είμαι στήριγμα.» συνειδητοποιώντας πως αυτό θέλω, να προσπαθήσω για ένα μέλλον καλύτερο από το παρελθόν, λέω: «Πάμε να φύγουμε από εδώ όσο το τραγούδι ηχεί, γιατί όταν έρθει η αυγή θέλω να προλάβω να σε έχω γευτεί.»

Μας βλέπουν όλοι οι άλλοι, μας περνάνε για τρελούς, στο σταθμό πηγαίνουμε νυχτερινό τρένο να βρούμε χωρίς οπαδούς.

Όταν φτάνουμε, τρέχουμε και τα λουλούδια προσπερνούμε.

Τα λουλούδια σαν να ξέρουν, γελούν και ανεμίζουν στον ρυθμό που ορίζει ο κύριος με την κιθάρα και την φωνή αγγέλου.

 

 

_

γράφει η Ιωάννα Σμικρού

Ακολουθήστε μας

Κι εγώ δεν είχα ήλιο

Κι εγώ δεν είχα ήλιο

Η στάχτη του σκορπίστηκε στο Αιγαίον Πέλαγος, διότι ήθελε να μην υπάρχει τίποτα απ’ αυτόν, να υπάρχουν μόνο τα έργα του.   Ο νόστος ήταν πάντοτε ελληνικός... Προς τα έξω εδειχνε ευτυχισμένος, όμως η θάλασσα τού έδειχνε τον δρόμο: μόνος, να κολυμπά στο Αιγαίον...

Αναίτια Ευθυμία

Αναίτια Ευθυμία

Πράξεις ολικές και αμαρτωλές, βλασφημίες και άνομες επιθυμίες μου, κείτονται εντός μου. Επιπόλαιες οι αναθεωρήσεις μου, κατά βάση γιατί επιβάλλονται. Ξεκινάω πάλι από την αρχή, μόνο για να βεβαιωθώ, πως οι αστερισμοί ανήκουν στους ουρανούς. Τα σφάλματά μου και ο...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Επιμέλεια άρθρου

Διαβάστε κι αυτά

Αναίτια Ευθυμία

Αναίτια Ευθυμία

Πράξεις ολικές και αμαρτωλές, βλασφημίες και άνομες επιθυμίες μου, κείτονται εντός μου. Επιπόλαιες οι αναθεωρήσεις μου, κατά βάση γιατί επιβάλλονται. Ξεκινάω πάλι από την αρχή, μόνο για να βεβαιωθώ, πως οι αστερισμοί ανήκουν στους ουρανούς. Τα σφάλματά μου και ο...

Το σπαθί του Δαμοκλή

Το σπαθί του Δαμοκλή

Και ο δόλιος ο Δαμοκλής, Κάθεται και στοχάζεται Στου παλατιού την πόρτα Και μονός του καταριέται Τον άτιμο τον τύραννο, Που τον εκαταράστη. Και κάθε ώρα που περνά Το χρώμα η πορφύρα χάνει, και χρυσός την λάμψη, την απαράμιλλη, Και το φαΐ την γεύση του. Αφού του Άδη το...

σε τρεις στροφές

σε τρεις στροφές

Πάνω στο παραθύρι ένας βασιλικός  κάποια κλωνιά από ζουμπούλια στο τραπέζι της κουζίνας Τα βήματα της μάνας άδεια Κοίταξα μέσα μου να τη βρω Πότε απόδιωξε από πάνω της τα μαύρα; Φόρεσε εκείνη τη φανταχτερή ρόμπα τη μόνη που είχε ξεμείνει σε κάποιο παλιό μπαούλο στο...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου