Select Page

σύμβολα σε εκτενή λόγο [δοκίμιο ποιητική]

σύμβολα σε εκτενή λόγο [δοκίμιο ποιητική]

 

Ελευθερία Μπέλμπα

δοκίμιο  ποιητική

 

σύμβολα σε εκτενή λόγο  

 

Στην αρμονική ροή των συλλογισμών ή της εικονοποιίας ακόμα και η πολύστιχη δομική φόρμα δεν αποτελεί φλυαρία, όταν γίνεται αφορμή γνωστικής περιδίνησης στο ιδιαίτερο ύφος. Πλημμύρα εντυπώσεων, δράσεων, διακηρύξεων συνθέτουν το ιδεολογικό αποτύπωμα των εμπνευσμένων κειμένων, μετατρέποντας το εκτενές σχήμα σε τεκμήριο λυρικής δεξιοτεχνίας ή θεωρητικής απομίμησης μιας ειδικής λογικής των πεπραγμένων. Ενσκήπτοντας στις ιδιαίτερες διαθέσεις, την εστίαση, το αισθητικό ίχνος του δημιουργού παρακολουθούμε τη διάταξη των τμημάτων του λόγου.

Σαν υπερρεαλιστικό γύμνασμα η αναζήτηση του συγκεκριμένου υλικού στο ποίημα του Οδυσσέα Ελύτη, «η Μαρίνα των βράχων» δεν είναι εφικτή, όταν διασπάται σε ένα λυρικό όλον[1].

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη – Μα που γύριζες

Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας

Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους

Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο

Κι οι κόρες των  ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της Χί-

μαιρας

Ριγώνοντας μ’ αφρό τη θύμηση!

Που είναι η γνώριμη  ανηφοριά  του  μικρού  Σεπτεμβρίου

Στο κοκκινόχωμα όπου  έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω

Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών

Τις γωνιές  όπου  οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυο-

σμαρίνια

– Μα που γύριζες

Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας

Σού ‘λεγα να μετράς μέσ’ στο γδυτό νερό τις φωτεινές του

μέρες

Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων

Η πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους

Μ’ ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη

Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα

Βαθιά μέσ’ στο χρυσάφι του καλοκαιριού

Και τ’ άρωμα των γυακίνθων – Μα που γύριζες

Κατεβαίνοντας  προς  τους  γιαλούς  τους  κόλπους  με τα

βότσαλα

Ήταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο

Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε

Κι άνοιγες μ’ έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ’ όνομα του

Ανεβαίνοντας ανάλαφρα ως τη διαύγεια των βυθών

Όπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας.

Άκουσε, ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση

Κι ο  χρόνος γλύπτης των  ανθρώπων παράφορος

Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας

Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα

Έχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.

Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή  ως το κόκαλο άλλο

καλοκαίρι

Για ν’ αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια

Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,

Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές

Ή για να πας καβάλα στο μαΐστρο

Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο,

Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας

Θ’ αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.

Ύμνος στον έρωτα θεωρείται το ποίημα μέσω των ασαφών φιγούρων («τη σκυτάλη της Χίμαιρας») που σχηματοποιούν το κάδρο του θερινού θαλάσσιου τοπίου («τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας»). Ήδη στη συλλογή, «Προσανατολισμοί», δεσπόζει μια ελπιδοφόρα προοπτική της ζωής λόγω της συναισθηματικής αντίδρασης των εφήβων στο ερωτικό κάλεσμα («έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη»). Δίνεται η εντύπωση μιας συνεχούς κυκλικής κίνησης γύρω από το «εσύ» με μια τρυφερή ματιά στην ξεγνοιασιά. Ο αφηγητής μέσα από ενθυμήσεις («ριγώνοντας μ’ αφρό τη θύμηση») υφαίνει την παρουσία της Μαρίνας σε έναν ειδυλλιακό τόπο με τόνο παραινετικό τόσο αναφορικά με τις ανέμελες περιπλανήσεις όσο και με την επιρροή του χρονικού ορίζοντα στη συνείδηση και την ευαισθησία.

Η αναδρομική περιδιάβαση στο χωρόχρονο ανασύρει στιβαρό το τοπίο να ορίζει κάθε σημασιολογικό σύμπλεγμα («αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους») ακόμα και με τις ατελέσφορες συνυφάνσεις των λέξεων. Στο διευρυμένο χρονικό ορίζοντα («η γνώριμη  ανηφοριά  του  μικρού  Σεπτεμβρίου») βαραίνει η ατμόσφαιρα του ερωτισμού με σημείο εστίασης το πρόσωπο («στα χείλη», «οι κόρες των  ματιών σου») του ποθητού κοριτσιού και τη σφοδρότητα του πάθους («γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο»). Στη δομική ύλη η ενθύμηση αναβιώνει τις φυσιογνωμίες αόρατες και δεσπόζουσες («των άλλων κοριτσιών», «οι φίλες σου») εντός μιας αόριστης χωροταξίας που ασθμαίνει ζωντανός οργανισμός της ζωής που περιθάλπει («στο κοκκινόχωμα», «τους βαθιούς κυαμώνες», «τις γωνιές/τα δυοσμαρίνια»).

Σε αντιδιαστολή με το ερμητικό παρόν, η νεότητα αποπνέει τη νοσταλγική διάθεση, πέραν του πεδίου της επαναφοράς της έντασης («ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας»), στο φάσμα της αγωνιώδους νυχτερινής περιπλάνησης. Ωστόσο η μέρα αντιτάσσει το νηφάλιο ξεφάντωμα («τις φωτεινές του/μέρες», «να γυρνάς κίτρινους κάμπους») με συμβολικό στοιχείο το φως στο ερωτικό αντίκρισμα («μ’ ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου»), αναγνωριστικό στην ποιητική του Ελύτη, και συνάμα το διδακτικό ύφος με μια δόση ευρηματικού οίστρου αναφορικά με τη μουσικότητα των αποσιωπημένων λόγων («ηρωίδα ιάμβου»). Το συμβατικό ερώτημα με το γλυκό παράπονο που ελευθερώνει αντικατοπτρίζει αφειδώς την πηγαία έγνοια («μα που γύριζες») και φροντίδα προς το αγωνιώδες εύρημα του «εσύ» («σού ‘λεγα να μετράς μέσ’ στο γδυτό νερό»).

Ακαθόριστη, θολή παρουσία εντούτοις η Μαρίνα στο φόντο του άπλετου καλοκαιρινού ήλιου («στο χρυσάφι του καλοκαιριού», «τ’ άρωμα των γυακίνθων») αναμοχλεύοντας το πάθος με το συμβολικό χρωματισμό («φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα») ξανά περιδιαβάζει σε περιοχές που δεν αποσαφηνίζονται διαυγώς («μα που γύριζες»). Απλόχερα η τοπιογραφία σχηματοποιεί παραστάσεις αδρές («προς  τους  γιαλούς  τους  κόλπους  με τα/βότσαλα», «κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο») στο πλαίσιο μιας συμβολικής κατάδυσης («κατεβαίνοντας», «πιο βαθιά») που υπαινίσσεται τη μεταγωγή στο μονοπάτι της ενηλικιωμένης μνήμης πλέον· έτσι απότομα («άνοιγες μ’ έκπληξη τα χέρια σου») αναφύεται η αποκάλυψη του ανθρώπινου πόνου με την προσωπική οπτική που εξωραΐζει το όραμα («σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας»).

Η ανάβαση με υλικά της θαλασσογραφίας του ποιητή εξυψώνει μέσα από το ξεκάθαρο βίωμα («ως τη διαύγεια των βυθών») τη συνείδηση κλιμακωτά του αρνητικού συναισθήματος («λέγοντας τ’ όνομα του»). Αίφνης η Προστακτική («άκουσε») σχεδιάζει την επιτακτική κατεύθυνση προς το παρωχημένα πια ενδεδειγμένο απόσταγμα σοφίας ή αμφισβήτησης («ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση»). Ο λόγος λοιπόν ρυθμιστής της αισθητικής και ρυθμικής μορφής σμιλεύει πρώτιστα την ουσία της εμπειρικής αντίληψης, όπως ο καιρός ολοκληρώνει το σχηματισμό της οντότητας και των χαρακτηριστικών της («γλύπτης των  ανθρώπων παράφορος»).

Το φως («ο ήλιος») απεικονίζει και τις δοκιμασίες, την ελπίδα που προκύπτει από τα τραύματα της ζωής ως «θηρίο ελπίδας»· η Μαρίνα εκτεθειμένη στη δύναμή του ενδεχομένως συγκρατείται από τον έρωτα («κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα») οριακά, αν και η γαλήνη αντιμετατίθεται προσημαίνοντας τη μεταβλητότητα των συνθηκών συμβολικά μέσω των χρωμάτων («δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή  ως το κόκαλο άλλο/καλοκαίρι»). Ακόμη και η αθωότητα απολύεται στην αδιάκοπη μετακύληση των συμβάντων, ενώ η φυσική οντότητα πλέον εξανθρωπίζεται χάνοντας τον ιδανικό της προορισμό (οι τελικές προτάσεις πολλαπλασιαστικά αναιρούν τους αρχικούς ουτοπικούς συγγραφικούς στόχους, προβάλλοντας μια πιο γήινη παρουσία), εξορισμένη ενδεχομένως από την τελεολογική περιοχή της Εδέμ.

Παρόμοια παύει η περιφορά στα χνάρια του ασυνείδητου (μια υπερρεαλιστική παρακαταθήκη) εξισορροπώντας την περιφορά σε ένα διαρκές παρόν («δίχως χτες και αύριο») και καταλήγοντας στην ακινησία («στυλωμένη στους βράχους»). Η επίγνωση της ζωής, λόγω της περιδίνησης που προηγήθηκε, αμετάκλητα σηματοδοτεί τη μεταβολή του τοπίου («για ν’ αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια») και της συνείδησης της ποιότητάς του («για να πας καβάλα στο μαΐστρο»), ανατρέποντας την απορία ή την έλλειψη («θ’ αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου»).

Στο απόσπασμα από την «ανυπόταχτη πολιτεία» του Γιάννη Ρίτσου δεν ξεχωρίζει ένα ενιαίο νοηματικό σχέδιο, αλλά τμηματικά αναγνωρίζεται η αυτονόμηση δεδομένων που συγκεράζονται κατόπιν στο πολυεπίπεδο προϊόν[2]. Μετά την επιστροφή από τον Αϊ-Στράτη, τον τόπο εξορίας του, συνέθεσε το κείμενο (1952-1953) που κρίνεται μια παρατεταμένη ματιά στην Αθήνα.

Η πολιτεία περνάει μέσα από τα φώτα της.

Η πολιτεία ανάβει τις φουφούδες της μεσοκαλόκαιρα στις

γωνιές των δρόμων.

Η πολιτεία μοσκοβολάει ψημένο καλαμπόκι.

Α, πολιτεία, πολιτεία, αγαπημένη μου,

με τους κεραυνούς σου μυστικά αποθηκευμένους

στους υπονόμους

κάτου στα υπόγεια, βαθιά βαθιά, με το χτικιό, με τη φτώχεια,

με την τρέλα.

Α πολιτεία μου του τίμιου ιδρώτα,

η νύχτα σου με το εκδρομικό της σακίδιο στον ώμο της

γυρνώντας απ’ την Κυριακή προς τη Δευτέρα, με

τις πευκοβελόνες στα μαλλιά της

και με το κοκκινόχρωμα στα χέρια της-ανυπόταχτη, ανυπό-

ταχτη, ανυπόταχτη,

σπιθίζοντας την οργή σου κάτου απ’ τ’ άπληστα ρουθούνια

τω ν εμπόρων

φτιάχνοντας σκάλες με τα δεκανίκια των αναπήρων

για ένα πολύ ψηλό σπίτι

για ένα πολύ ψηλό βουνό

για έναν πολύ ψηλό ουρανό

να φτάσεις το πόμολο του ήλιου

και ν’ ανοίξεις την πόρτα στον κόσμο.

Ακούστε αυτό το τρίξιμο της πόρτας

μέσα σ’ όλη την έκταση της νύχτας

πάνου απ’ τους γλόμπους των θυρωρείων, πάνου απ’

τις πινακίδες

όπου χασμουριούνται τα κλειδιά των απόστρατων.

Αχ πολιτεία αλλοπαρμένη με τα ροζιασμένα χέρια σου.

Ακούστε αυτό το τρίξιμο της πόρτας.

Δυο εργάτες με τις φόρμες τους περνούν πιασμένοι σβέρκο

σβέρκο.

Ένα κορίτσι αφήνει χάμου τους κουβάδες του

για να μπορέσει να χαμογελάσει.

Οι στύλοι του τηλέγραφου δρασκελούν με τα μακριά τους

πόδια το σκοτάδι.

Άνθρωποι με σκυφτό κεφάλι γυρνούν κοιτάζοντας το χώμα

σαν να μετράν τη γη και το μάκρος των τάφων και το μάκρος

του ίσκιου τους

σα να ψάχνουν για το κλειδί του σπιτιού τους και για την

καρδιά τους.

Ο αγέρας μιας πυρκαγιάς φουσκώνει τα σκισμένα τους

πουκάμισα.

Α, πολιτεία, πολιτεία. Έχετε δει μια πολιτεία πιο γυμνασμένη

στο θυμό και στην πείνα και στον έρωτα;

Μια πολιτεία πιο αγαπημένη;

Πολιτεία μου,

Οι τεμπέλες στα σταυροδρόμια σου δεν είναι πια γερμανικές,

αμερικάνικες είναι. Πότε λοιπόν θα διαβάσουμε τα ονόματα

των οδών σου στη γλώσσα μας;

Όλα τα παράθυρα προσηλωμένα στο ρολόι της καρδιάς σου-

ποιαν ώρα περιμένουν; ποιο δευτερόλεπτο;

ποια μυστική προθεσμία περιμένουν;

Ναι, θα τον ρίξουμε μια μέρα ανάσκελα τον πόνο.

Ακούστε αυτό το τρίξιμο της πόρτας. Ελάτε

να βοηθήσουμε την πολιτεία που κοιλοπονάει τα μετάλλινα

παιδιά της.

Εσύ είμαι εγώ.

Εσύ κι εγώ, είμαστε εμείς.

Οι άξονες έχουν πολύ τεντωμένα τα νεύρα τους

κι έχουν πολλά τραγούδια που δεν τα ‘παν ακόμα.

Ποιος φταίει που λείπει το τραγούδι μας;

Εσύ κι εγώ κι εμείς.

Πολιτεία του κατραμιού και του θυμού και του ασβέστη,

φταίμε εμείς.

Ακούστε το τρίξιμο της πόρτας. Ελάτε.

Η βασική πολιτικοκοινωνική οπτική του Ρίτσου πρωτοστατεί μέσα από το συμβολικό τίτλο της πολιτείας που βρίθει αποχρώσεων φωτεινών, ώστε διαφανής να προβάλλει το μεγαλείο που δεν οριοθετείται με αντικειμενικά προνόμια («η πολιτεία περνάει μέσ’ απ’ τα φώτα της»). Εικόνες της καθημερινότητας συμπλέκονται με κρίσεις για την ταξική προέλευση των ομάδων ή τις συνήθειες άμεσα εξαρτώμενες από το οικονομικό χάσμα.

Παρελαύνουν οι φουφούδες («ανάβει τις φουφούδες της μεσοκαλόκαιρα») στην αποπνικτική ζέστη που αποπνέει τον εγκλεισμό σε ένα στεγανό φάσμα ή ευωδιές επιβίωσης («μοσκοβολάει ψημένο καλαμπόκι»). Η τρυφερή αποστροφή της πόλης («πολιτεία, αγαπημένη μου») μπορεί να ειδωθεί ως σύνδεση του αστού με το νευραλγικό υπόστρωμα που συνοδεύει τις εντυπώσεις, τα έθη, τις ρίζες του. Ειρωνική επαναφορά η έμφαση στο ουσιαστικό σύμβολο του συγκεντρωτισμού και ταυτόχρονα της ομαλής συμβίωσης σε όρια που δεν υπερβαίνονται («πολιτεία»). Ασύνδετα παρατίθενται ουσιαστικά («στους υπόνομους/ κάτου στα υπόγεια») με την επισήμανση της αναταραχής στο εσωτερικό του αχανούς άστεως μεταφορικά («με τους κεραυνούς σου μυστικά αποθηκευμένους»).

Ασαφείς παρουσίες οι εκδρομείς («η νύχτα σου με το εκδρομικό της σακίδιο») που εξαγοράζουν σπίθες ανανέωσης και οι εργάτες («του τίμιου ιδρώτα») που αντιπροσωπεύουν την ισχύουσα αλληλεγγύη («περνούν πιασμένοι σβέρκο/σβέρκο»). Συνάμα η επίταση των δυνάμεων για αποσόβηση των αντιξοοτήτων συνδυάζεται με την ελπιδοφόρα ανάκαμψη («ένα κορίτσι αφήνει χάμου τους κουβάδες του/για να μπορέσει να χαμογελάσει»). Εντούτοις η δυστυχία εντοπίζεται στις υπόγειες κατοικίες, την ένδεια, την παράνοια («κάτου στα υπόγεια, βαθιά βαθιά, με το χτικιό, με τη φτώχεια/με την τρέλα»). Ένα εξωλογικό σύνολο συνθέτει την ξενάγηση στην πολιτεία στο χρονικό μέτρο της αργίας («η νύχτα σου») και της μισθωτής εργασίας («απ’ την Κυριακή προς τη Δευτέρα»).

Προσωποποιημένη η πόλη εμπλέκεται («κάτου απ’ τ’ άπληστα ρουθούνια/των εμπόρων») στο πολιτικό αδιέξοδο, μέσω του πλασματικού αυτού διαλόγου με τον αφηγητή, στο διαχωρισμό της υγιούς από την αδύναμη πλευρά («τα δεκανίκια των ανάπηρων»). Η σημασία του επιθέτου «ψηλός» εντέλει αφορά την ανάταση που φαίνεται προσδοκώμενη, αλλά αναγκαστική ματαιότητα κάθε εγχειρήματος, όπως η πορεία της αναβάθμισης από τα επίγεια στα επουράνια («σπίτι/βουνό/ουρανό»). Απόληξη η αφαιρετική συνιστώσα της ηθικής αποκατάστασης του κοσμοειδώλου μέσα από τη θύρα που ανοίγει στο φως («το πόμολο του ήλιου») του σύμπαντος χωρίς σύνορα.

Αταίριαστα στιγμιότυπα λογής κοινωνικών τύπων, όπως οι «θυρωροί» και οι «απόστρατοι», επαναφέρουν την ανομοιογένεια των ηχητικών και στατικών εντυπώσεων («το τρίξιμο της πόρτας», «πάνου απ’ τις πινακίδες») με κοινό έρεισμα την αδράνεια της πνιγηρής κουραστικής νύχτας («χασμουριούνται τα κλειδιά»). Σε δεύτερο πληθυντικό πρόσωπο η αφήγηση πλέον εκπροσωπεί μια πλειονότητα που, μελετώντας τα φαινόμενα, πρέπει να εμμείνει στον υποβαθμισμένο βιοπορισμό («ακούστε αυτό το τρίξιμο της πόρτας») ή την εργασιακή τριβή με την παραγωγική εκμετάλλευση («πολιτεία αλλοπαρμένη με τα ροζιασμένα χέρια σου»).

Αντικείμενα παρελαύνουν ως σύμβολα του αστικού ή του ιδιωτικού περιγράμματος («οι στύλοι του τηλέγραφου», «το κλειδί του σπιτιού τους», «το μάκρος των τάφων», «τα σκισμένα τους/πουκάμισα») εφαπτόμενα στην καταγραφή της τυπικής σφραγίδας του συνηθισμένου, της μίμησης της πραγματικότητας. Η έμφαση στο θανατερό πλήγμα της εμπειρίας του βίου πάντως δεν εξαρτάται από προσωπικές διαθέσεις, αλλά την προβληματική πάλη της γραφικής απέλπιδος εναντίωσης στο πεπρωμένο («με σκυφτό κεφάλι γυρνούν κοιτάζοντας το χώμα»). Ασύμφορες συζεύξεις σημασιών τελικά συνηγορούν στην άποψη της ακρότητας των συναισθημάτων και των εγγενών αντιδράσεων («έχετε δει μια πολιτεία πιο γυμνασμένη/στο θυμό και στην πείνα και στον έρωτα;») μέσα από την αμφισβήτηση. Συνεπώς ευθύνεται η εξάρτηση από τους ξένους παράγοντες για την εξαφάνιση της συλλογικής ταυτότητας («οι ταμπέλες στα σταυροδρόμια σου»).

Ακόμα και η διέξοδος από τη συμφόρηση των αταίριαστων μεταξύ τους προβλημάτων («παράθυρα προσηλωμένα στο ρολόι της καρδιάς σου») προβάλλει ως αμφιταλάντευση του αφηγηματικού λόγου που δε συμπεραίνει με βεβαιότητα το ζητούμενο της ποθητής ασφάλειας, επαναφέροντας το ερώτημα για την κατάλληλη στιγμή («ώρα», «δευτερόλεπτο», «μυστική προθεσμία»)· επομένως επισφραγίζεται ανεπιστρεπτί η αέναη διαδρομή που ζωντανεύει τη φρενήρη ταχύτητα διαβίωσης μέσα στο ορθολογικό περικείμενο. Προσδόκιμο κρίνεται το συλλογικό ξεφάντωμα ενάντια στον πόνο («θα τον ρίξουμε μια μέρα ανάσκελα») αυτή τη φορά με την πόρτα να σημαίνει την απαρχή των αγώνων. Οι άνθρωποι γιγαντώνονται, για να συνδράμουν την πολιτεία να αντιτάξει στο χάος τη στρατιωτική ύλη της («τα μετάλλινα/παιδιά της»).

Μια παράταιρη ομοιογένεια στην υπερβολή της με τη συμπόρευση προτρεπτικής προστακτικής και προσωπικών αντωνυμιών καθορίζουν το σκελετό των μετάλλων, των αξόνων και επιπλέον των ανθεκτικών υλικών («του κατραμιού και του θυμού και του ασβέστη») που θάλλουν το οικοδόμημα της πολιτείας («έχουν πολλά τραγούδια που δεν τα ‘παν ακόμα»). Επιρρίπτονται ευθύνες στην ομφαλοσκοπία κάθε πολιτικής μονάδας, όπως φαίνεται από τον εξομολογητικό τόνο («φταίμε εμείς») και το προειδοποιητικό άκουσμα της πόρτας που θυμίζει τώρα την εξάπλωση του ατομικού προς το οικουμενικό αδιέξοδο αισιόδοξα («ν’ ανοίξεις την πόρτα στον κόσμο») λόγω της συνεισφοράς κάθε μέρους στο όλον.

Άξονες σχετικά με τη μνήμη, τη λήθη και τελικά την ορατή απουσία του αγαπημένου άντρα ταλανίζουν το λόγο της Κικής Δημουλά στη συλλογή «Χαίρε ποτέ» σε μια συνομιλία αειθαλή[3]. Το «γᾶς ὀμφαλός» αφορά μια μοναχική περιήγηση του ποιητικού υποκειμένου στους Δελφούς με έναυσμα τις επιπτώσεις της φθοράς του χρόνου σε πρόσωπα και πράγματα.

Ἀναστηλώνεται Νοέμβρης τῶν Δελφῶν.

Ἀπόβροχο στὶς μετῶπες τῆς ἀπορρόφησής του.

Σύννεφα ποὺ δὲν θὰ φύγουν μοιράζονται θρόνους.

Ζωφόροι φύλλων κίτρινων κοσμοῦν

Ἀντισεισμικὰ ἀνάκτορα ἀνέμων.

Πομπὴ σκαλοπατιῶν.

Προπορεύονται οἱ ἀρχὲς τοῦ τόπου, σαρκοφάγοι.

Ἀκολουθοῦν βασιλεῖς, προσκυνητὲς τῆς προφητείας

ἀρχηγοὶ πολέμων μὲ δῶρα ποὺ στέλνει ἡ φιλοδοξία

στοὺς μάντεις της, αἰῶνες κοιλαράδες βραδυκίνητοι

μὲ τὶς ἐπαναλήψεις παλλακίδες τους.

Φρουρὰ τῆς ροῆς σωματοφύλακες ἑκατέρωθεν,

σαρκοφάγοι πάλι μὲ τὶς περικνημίδες τους

-τσουκνίδες καὶ ξερόχορτα.

Καθ᾿ ὁδόν, στέψη σκέψης

ποὺ ἔκανα γιὰ σένα, ἐπ᾿ ἀνδραγαθία:

μὲ τὴν ἀπουσία σου μεγάλωσες

ἐξάπλωσες τῶν ἀφανῶν τὶς κτήσεις.

Ταξιθέτριες πέτρες στὸ θέατρο.

Στὴ σειρὰ τῶν ἐπισήμων κάθονται θυμάρια.

Τζαμπατζῆδες θεατρόφιλοι βράχοι τριγύρω

κρέμονται σκαρφαλωμένοι στὸν ἀπόηχο.

Στὸν κορυφαῖο ρόλο της ἡ τραγῳδὸς αὐλαία.

Ἐνθουσιώδους παρακμῆς χειροκροτήματα,

μπιζάρουν μέλισσες κι ἄλλα βομβώδη

μελιστάλακτα κεντριά, αἰώρησης κάνιστρα

μὲ φρεσκοκομμένες πεταλοῦδες

ραίνουν τὴν πρωταγωνίστρια ἑρμηνεία μας.

Ψηλά, ἀπὸ τὸ στάδιο, ἐξακοντίζονται ἰαχὲς

κύκλοι δρομεῖς ἐπευφημοῦνται

νικητὴς ἀνακηρύσσεται

ἕνας ἕνας ποὺ κλείνει.

Ἐπακολουθῶ. Στέρνες βωμοὶ ἄδυτα θυσιῶν

ὑδραγωγεῖα κινήτρων, ἡ ἀρχαιότερη Πυθία:

ἡ σαρκοφάγος πάλι. Ἀλλὰ ἡ ζωὴ

τὸν ἀποφεύγει τὸν χρησμό της.

Στάση σκέψης ποὺ κάνω γιὰ ὅλες

τὶς σπασμένες ἀρτιότητες: «στὸ κάτω μέρος

μαρμάρινης τρεχούσης γυναικός»,

βῆμα ἀβοήθητο ποδιοῦ πρὸς χαμένο σῶμα,

μόνο ἡ κουλουριασμένη κίνηση

ἀνώνυμου νεκροῦ πολεμιστῆ

δίπλα σὲ ἀπόστρατη ἀσπίδα

καὶ «δούλης νεαρᾶς τὸ σπασμένο κάτοπτρο»

-τώρα πῶς θὰ καλλωπίζεται ἡ ὑποδούλωση.

Σφὶγξ καθρεφτίζει τὸ ἀναπάντητο.

Καντίνες. Κάτι γιὰ τὸ δρόμο. Σάντουιτς,

ἀναψυκτικά, ἐμφιαλωμένο λάλον ὕδωρ.

Μάρμαρα πάλι, ἀφιερώματα σὲ πέτρες

χαραγμένες. Δύσκολα διαβάζω.

Τὸ σκληρὸ ἔμαθα πῶς χαράζει

ἀλλὰ ὄχι πῶς χαράζεται.

Ἀργὰ συλλαβίζοντας ἀναστηλώνω

μόνον τὴ λέξη ΕΠΤΟΗΘΗ. Μόνο; Ὄχι καὶ μόνο.

Ἀκουστὸ ἀνὰ τὸν κόσμο τὸ Ἐπτοήθη.

Μαντεῖο.

Γᾶς ὀμφαλός.

Ο τίτλος του ποιήματος προϊδεάζει για την εμφαντική λειτουργία του μαντείου, κέντρου της γης, φορέα του νοήματος της ζωής (η γλυπτή αναπαράσταση του ομφαλού εντός του αδύτου του Απόλλωνα). Εξαρχής στο κείμενο παρών ο φθινοπωρινός Νοέμβριος στις μετόπες του αρχαίου ναού συμπίπτει με την υπαρξιακή κατάδυση στο φόντο μιας βροχερής μουντής μέρας («ἀπόβροχο», «σύννεφα», «φύλλων κίτρινων»).

Έμμεσα αποδίδεται η διάθεση του ποιητικού υποκειμένου, άλλωστε ο μοναχικός περίπατος γίνεται έναυσμα της εσωτερικής αναζήτησης με το μελαγχολικό λυρισμό των ασύμβατων λεκτικών συνδέσμων («μοιράζονται θρόνους», «ἀνάκτορα ἀνέμων», «πομπὴ σκαλοπατιῶν») στο σκηνικό της διήγησης. Κατόπιν οριοθετείται ο χώρος με τις σαρκοφάγους, ενώ η αρχαία θρησκευτική πομπή ανηφορίζει («ἀκολουθοῦν βασιλεῖς, προσκυνητὲς»). Στο χώρο με τις λάρνακες των νεκρών επισφραγίζεται η είσοδος στο βασικό μοτίβο της απουσίας· ενδεικτική είναι η χρήση της προσωποποίησης των σαρκοφάγων («προπορεύονται οἱ ἀρχὲς τοῦ τόπου»).

Έτσι φαίνεται ότι ο θάνατος εξουσιάζει τη ζωή ως μνημονική εμμονή, ενώ στη ροή του χρόνου παρελαύνουν δεδομένα ως συμβολισμοί των επικρατουσών συνθηκών διαχρονικά· η ματαιότητα των φιλοπόλεμων τάσεων («ἀρχηγοὶ πολέμων»), η δωροθέτηση της μαντικής ενίσχυσης («μὲ δῶρα»), η συνήθης απληστία («αἰῶνες κοιλαράδες»), οι επιδερμικές δοσοληψίες («προσκυνητές»), η έκλυση των ηθών («ἐπαναλήψεις παλλακίδες»), οι επιβλέποντες της πομπής («φρουρὰ τῆς ροῆς») συνθέτουν την παρακμιακή κοινωνία που αξιολογείται με τις λέξεις που εισάγουν σαρκαστική και αρνητική σημασία («ἡ φιλοδοξία», «βραδυκίνητοι»). Απλός καθημερινός λόγος διακόπτεται από λόγιες μορφές και συνακόλουθα το πεζολογικό αφήγημα προσαρμόζεται στην ενδοσκόπηση υπηρετώντας ως επί το πλείστον υπερρεαλιστικές χρήσεις («κοιλαράδες», «ἑκατέρωθεν»).

Το ξηραμένο, εγκαταλειμμένο τοπίο («τσουκνίδες καὶ ξερόχορτα») εύρημα της φύσης επαναφέρει στην μελαγχολική διαπίστωση της οριστικής απουσίας («σαρκοφάγοι πάλι»). Παράλληλα ο χώρος ανακαλεί τη αίσθηση του αγαπημένου, μέσω της συνειρμικής εικονοπλασίας, που αφήνει ρυθμικές εντυπώσεις με παρηχήσεις του «σ» (ή του «ν» και του «τ» στα αντίστοιχα χωρία, «μέλισσες κι ἄλλα βομβώδη/μελιστάλακτα» και «τζαμπατζῆδες/ταξιθέτριες»), ομοιόαρκτα και ομοιοτέλευτα («στέψη σκέψης», «γιὰ σένα», «μεγάλωσες/ἐξάπλωσες»). Μια συνομιλία απόκοσμη σε δεύτερο ρηματικό πρόσωπο επικαλείται την αξιοσύνη του άντρα («ἐξάπλωσες τῶν ἀφανῶν τὶς κτήσεις»), των σωμάτων των αφανών αποδημησάντων απλών ψυχών που δε χάνονται από τη θύμηση των δικών τους.

Στη διαδρομή λοιπόν κυριαρχεί η ερημικότητα του θεάτρου που αντιδιαστέλλεται στην διδασκαλία μιας παράστασης ιδεατής στον αισθαντικό παρακμιακό διάκοσμο («ἐνθουσιώδους παρακμῆς χειροκροτήματα»). Προσφιλής η αλληγορική απεικόνιση των συντελεστών του αόρατου θεάματος («ταξιθέτριες», «τῶν ἐπισήμων», «ἡ τραγῳδὸς»), η πλασματικά σατιρική διάθεση («τζαμπατζῆδες θεατρόφιλοι βράχοι») και ο ηχητικός απόηχος των καταργημένων μεγαλείων («μπιζάρουν μέλισσες κι ἄλλα βομβώδη»). Στην προσφορά του θεάματος συγκαταλέγεται η αντιμετάθεση της καθημερινής αυθόρμητης αλληλουχίας της συνείδησης («τὴν πρωταγωνίστρια ἑρμηνεία μας») με την ατημέλητη αλληλουχία φράσεων, τη λεπτολογία («σκαρφαλωμένοι στὸν ἀπόηχο», «αἰώρησης κάνιστρα») για ενίσχυση της αειθαλούς αποσύνθεσης.

Τα αντικείμενα της αθάνατης τέχνης των Δελφών αντικατοπτρίζουν την απουσία του κτήτορά τους σε μια ψύχραιμη αφηγηματική τεχνική της παρατηρητικότητας και των σαρκαστικών υπαινιγμών. Εκφωνήματα χαράς οι ιαχές («ἐξακοντίζονται ἰαχὲς»), κατά το κλασικό πρότυπο,  στο στάδιο των ολοκληρωμένων μερών του βίου με φειδωλή ερμηνεία της κίνησης («κύκλοι δρομεῖς»). Ώσπου εγείρεται ο σκεπτικισμός για τα αινίγματα της ζωής σε πρωτοπρόσωπο ρήμα («ἐπακολουθῶ») με κατάληξη πάλι στο θάνατο που δεν δύναται να προσημανθεί ακόμα και από την αρχαιότερη αξιόπιστη μαντεία («ἡ ἀρχαιότερη Πυθία»), μολονότι θεωρείται η πιο βέβαιη πρόβλεψη ή ο πιο σοβαρός γρίφος («ἡ ζωὴ/τὸν ἀποφεύγει τὸν χρησμό της»).

Στην αυστηρή σύνοδο των ουσιαστικών («στέρνες βωμοὶ ἄδυτα θυσιῶν/ὑδραγωγεῖα») η απότομη αποφόρτιση της προσοχής από το ομογενοποιημένο αντίκρισμα επιτυγχάνεται με την έλλογη εσωστρέφεια. Αποτυπώνεται η εντρυφής μελέτη των εκθεμάτων στο μουσείο, ο σταθερός προβληματισμός αναφορικά με την τοποθέτηση του παρελθόντος πάνω στο παρόν, για να διασαφηνιστεί ότι το άρτιο ολοκληρωμένο εν τέλει μπορεί να διαιρεθεί («σπασμένες ἀρτιότητες») στα πλαίσια της αυτοαναφορικής εντύπωσης («στάση σκέψης ποὺ κάνω»)- προφανής είναι η επίδραση του σεφερικού συμβολικού μοτίβου των αγαλμάτων.

Πινακίδες των εκθεμάτων απεικονίζουν καθαρά συλλογισμούς του ποιητικού υποκειμένου ως εκφάνσεις της κοινής επιβίωσης ή σοβαρών παραμέτρων του βίου με περιστασιακή παρουσία της αρχαΐζουσας που παρωδεί το στομφώδες («μαρμάρινης τρεχούσης γυναικός», «δούλης νεαρᾶς»). Η στατική κίνηση χωρίς την αισθαντικότητα τω εκφράσεων του προσώπου συνιστά το σχολιασμό του εκθέματος επιδεικνύοντας το δίπτυχο απουσία-ανάμνηση (μέσω της υπαλλαγής) για την επεξήγηση της έννοιας της απώλειας («βῆμα ἀβοήθητο ποδιοῦ πρὸς χαμένο σῶμα»).  Η ανωνυμία που ταυτίζεται με την απλότητα της απουσίας επιβεβαιώνει ότι στο πεδίο της μάχης εδράζει ό,τι απομένει από τον κουρνιαχτό, την αυτοθυσία της ασημότητας («ἡ κουλουριασμένη κίνηση») με τεκμήριο τον συμβολικό οπλισμό που πλέον λογίζεται άχρηστος («δίπλα σὲ ἀπόστρατη ἀσπίδα»).

Οι ψευδαισθήσεις προέρχονται από την παρατήρηση του καρατομημένου πρόσωπου, αποτυπώματος στον καθρέφτη («τὸ σπασμένο κάτοπτρο»)· με ρητορική ερώτηση εξαπολύεται ο σαρκασμός σχετικά με το εφήμερο και ασταθές των συνθηκών, ενώ σε πλάγιο λόγο ο καλλωπισμός συμπλέει με την προσποιητή αυτοαναγνώριση, την χειροτέχνηση της μάσκας που καλύπτει την αληθή ιδιότητα της σκλαβιάς, χωρίς να δεσμεύει το συναίσθημα της ανεπάρκειας που γεννάται από τη δουλεία («πῶς θὰ καλλωπίζεται ἡ ὑποδούλωση»). Συνακόλουθα η μυστηριακή, αφιερωματική στον Απόλλωνα, Σφίγγα των Ναξίων (570-560 π.Χ.) αφήνει μετέωρο το αίνιγμα του θανάτου («τὸ ἀναπάντητο»).

Γύρω από το μουσείο αναδύεται η σύγχρονη πραγματικότητα, ώστε η ποιήτρια καταρχήν εξαγγέλλει την εμπορευματοποίηση των εθνικών οροσήμων στην έξοδο· με ελλειπτικές προτάσεις και πυκνότητα σημασιών τονίζεται ότι η τουριστική αξιοποίηση γίνεται ταυτότητα του σύγχρονου πολιτισμού («καντίνες. κάτι γιὰ τὸ δρόμο»). Το ασύνδετο και ο συμφυρμός λόγιας διατύπωσης και ξένων λέξεων δείχνει την προχειρότητα των στοιχείων που των αναπάντεχων παραστάσεων, ενώ το νερό της Κασταλίας πηγής και ο χρησμός στον Ιουλιανό ανακαλούν το «λάλον ὓδωρ» που απέσβετο, έγινε «ἐμφιαλωμένο» σε μια σαρκαστική επισφράγιση  της ευτέλειας της καθημερινότητας.

Στο υπόστεγο του δελφικού μουσείου εδράζει ο φόβος της φθοράς του καιρού με την ενατένιση των μαρμάρινων αφιερωμάτων, των αναθηματικών δυσανάγνωστων, λίθινων επιγραφών («μάρμαρα πάλι, ἀφιερώματα»). Με τη ρηματική επαναφορά («χαράζει», «χαράζεται») και την αντιθετικότητα («ἀλλὰ ὄχι») αντλούνται οι αρνητικές εμπειρίες για τον τρόπο που πληγώνεται ο άνθρωπος αυτοαναφορικά («ἔμαθα»). Η συναισθηματική σκληρότητα τελικά κάμπτεται από το αναπότρεπτο βίωμα του θανάτου με συναίσθηση δέους και έκπληξης· σαν απάντηση στη διαδικασία της υπαρξιακής αναζήτησης («ἐπτοήθη») ο τρόμος μέσω της καθολικής συνείδησης της οντολογικής αλήθειας εκπορεύεται από το ανεξερεύνητο αεί αίνιγμα της αλληλεπίδρασης ζωής και θανάτου, όπως υποδεικνύεται από τις απορηματικές νύξεις και αποκρίσεις («μόνο; ὂχι καί μόνο»), την επανάληψη λέξεων πυξίδων («μόνο», «ἐπτοήθη»).

Στόχος γίνεται η ολοκλήρωση της κυκλικής συλλογιστικής («γᾶς ὀμφαλός») που απλώνεται σε όλο το κείμενο με την αναγωγή της ατομικής εμπειρίας («ἀναστηλώνω») σε συλλογική διαπίστωση («ἀκουστό ἀνά τόν κόσμο»), ώστε να αποδειχτεί η καθολικότητα των μεταφυσικών ιδεών. Τελειοποιείται η περιήγηση του νου στον αρχαιολογικό καμβά («μαντεῖο») και δεσπόζει η προσαρμογή του υποκειμένου στο χώρο της οριστικής απώλειας και της αντίληψης της στατικότητας μέσω της κατ’ επίφαση κινητικότητας των πραγμάτων του κόσμου στο διηνεκές.

[1] Ελύτης, Ο. 1998. Προσανατολισμοί. Αθήνα: Ίκαρος

[2] http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSB106/544/3563,14883/

[3] Δημουλά, Κ. 1998. Χαίρε ποτέ. Αθήνα: Στιγμή

Επιμέλεια κειμένου

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΜΠΕΛΜΠΑ

Η Ελευθερία Μπέλμπα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1969. Σπούδασε ελληνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός. Δοκίμια, μεταφράσεις, κριτικές λογοτεχνίας της ίδιας έχουν δημοσιευτεί στο λογοτεχνικό τύπο. Αποσπάσματα του έργου της περιλαμβάνονται σε ανθολογίες. Είναι μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών και της Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η. [Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών και Συγγραφέων των Πέντε Ηπείρων].Εκδόσεις:
♦ «Φθινοπωρινές νότες», ποιήματα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1994
♦ «Δίχτια», ποιήματα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1996
♦ «Poesis modus», ποιήματα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1996
♦ «Γλωσσική διδασκαλία για την Α΄ Λυκείου», (γραμματικά-συντακτικά φαινόμενα της αρχαίας ελληνικής), Γρηγόρη, 1997
♦ «Αμόλεχος», ποίηση, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1999
♦ «Έαρος νυχτερινό κατευόδιο», ποιήματα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 2000
♦ «Η κυρία Άλρα», ποιήματα, Ανατολικός, Αθήνα 2002
♦ «Άσκηση πάνω στα δοκίμια του Αλέκου Βασιλείου», δοκίμια, Αθήνα 2003
♦ «Προς τους ολυμπιακούς αγώνας εν Αθήναις, 2004», ποίηση-περιλαμβάνεται στο «Ολυμπιακό αφιέρωμα 2004- Ανθολογία της Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η.», Γερμανία, 2004
♦ «Πολιτική θεωρία», ποιήματα-περιλαμβάνονται στον «Φιλολογικό Κόσμο- Ανθολογία», Ατέρμονο, Αθήνα 2006
♦ «Οδοιπορικό στη γραμμή του θέρους (επιστολή στον Ίωνα)», ποίηση-περιλαμβάνεται στην «4η Ανθολογία της Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η.», Ζήτη, Θεσσαλονίκη 2009

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Ημερολόγιο 2018

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!