Μέσα απ' το τζάμι του τραίνου

έβλεπα τον εαυτό μου να τρέχει ξοπίσω μας

με την μορφή ενός άγριου λύκου.

Διασχίζοντας σκοτεινές πολιτείες

(κι άλλοτε περνώντας

ανάμεσα από λοφίσκους

που μυρίζουν θυμάρι)

στάθηκε ξαφνικά και

κοιτάζοντας πίσω για στερνή φορά

τα δέντρα και τον ουρανό

σκεπασμένα από ομίχλη

τον έχασα...

Κατεβαίνοντας στο σταθμό

συνάντησα την ίδια μορφή

πιο γερασμένη

σχεδόν τυφλή

με την αγωνία ζωγραφισμένη πάνω της

να ζητιανεύει ανάμεσα

στις γλάστρες του δρόμου.

Πόσες ζωές μισοτελειωμένες στους σταθμούς...

Το τραίνο μ' ένα αγκομαχητό

ξεκίνησε την πλάνα πορεία του

με φώτα σβηστά για ένα ταξίδι

που δεν γυρίζει πίσω

λαβωμένο στο πέρασμα του χρόνου.

Απόμεινα εγώ μ ‘ένα κομμένο χαμόγελο

και την καρδιά σταματημένη

να ψάχνω στο σταυροδρόμι

το δρόμο για το σπίτι.

Χάνομαι...

 

_

γράφει η Άννα Γεωργαλή

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!