Ένα ζεστό φλιτζάνι στα χέρια και πολλές σταγόνες βροχής στο παράθυρο. Το μοναδικό φως στο δωμάτιο είναι το γκρίζο του ουρανού. Η οργισμένη θάλασσα απέναντι μοιάζει ασήμαντη μπροστά στην τρικυμία του μυαλού μου.

Πάνε μέρες τώρα που η απάντηση ξεγλιστράει από τα χέρια μου, δευτερόλεπτα πριν την αγγίξω. Οι ατέλειωτες ώρες της ημέρας περνούν γρήγορα, αφήνοντάς με στο ίδιο σημείο να ψάχνω.

Είμαι εξουθενωμένη, αλλά τα γόνατά μου δε λυγίζουν. Το σώμα μου αρνείται να παραδοθεί πριν βρεθεί η άκρη.

Απογοητεύομαι.

Δεν ξέρω αν αυτό που με κυριεύει είναι θυμός ή λύπη. Ξέρω όμως πως έχει τη δύναμη να με πνίξει, αν δεν το κάνω πρώτη εγώ.

Οι κινήσεις μου είναι αντιδράσεις δίχως σκέψη.

Είναι νύχτα. Βρέθηκα στο μπαλκόνι να στέκομαι όρθια, κοιτώντας για ώρα χωρίς να βλέπω. Πόσα να κρύβουν οι σκιές αλήθεια…

Σκέφτομαι τα ίδια ξανά και ξανά, μέχρι που το κεφάλι μου μουδιάζει.

Περίεργο συναίσθημα∙ απώλεια ελέγχου του ίδιου σου του σώματος.

Νομίζω πως θα πέσω, μα τα πόδια μου είναι κομμάτι του πατώματος. Ένα άγαλμα με παλμό, ανίκανο να τρομάξει στη θέα της καταστροφής.

Τα μαλλιά μου είναι υγρά, τα χέρια μου τρέμουν.

Πόση ώρα είμαι έξω στη βροχή;

Με το κεφάλι προς τον ουρανό, περιμένω τη βροχή να με ξυπνήσει. Περιμένω τη λύση στη χαραυγή που έρχεται.

Ματαιοπονώ.

Χώνομαι στο κρεβάτι με τα ρούχα βρεγμένα και τραβάω παιδιάστικα την κουβέρτα πάνω από το κεφάλι.

Όμως τώρα έχω μεγαλώσει. Η κρυψώνα κάτω απ’ τα σκεπάσματα δεν προστατεύει πια από τα τέρατα της νύχτας.

 

_

γράφει η Ματίνα Ιατροπούλου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!