kefalas 13-5-2016

«Πόσο μάταιο είναι να κάθεσαι να γράψεις, όταν δεν έχεις σηκωθεί να ζήσεις!»

Χ. Ντ. Θορώ (1817-62)

 

     Προπορευόταν με μικρούς πήδους και στάσεις, γυρνώντας χαριτωμένα το κεφαλάκι της να δει αν την ακολουθεί. Κελαριστό το γέλιο της, ξεπηδούσε κι αυτό κάθε λίγο από τον μικρό αφράτο της λαιμό και μετατρεπόταν πότε σε γάργαρο τραγούδι και πότε σε μικρές παιδικές κουβέντες. Τα περιποιημένα κοτσιδάκια της λικνίζονταν κι αυτά ρυθμικά στους χορευτικούς ρυθμούς της περπατησιάς της. Δυο ροζ πλαστικές πεταλούδες πέταγαν ολόγυρά της, θαρρείς και στόλιζαν  τα μελένια της μαλλάκια. Στο χέρι κρατούσε ένα μικρό σοκολατένιο αυγό με φανταχτερό περιτύλιγμα, που μάταια προσπαθούσε να προσδώσει λίγο ακόμα όγκο στο φτωχικό  γλύκισμα. Η μαυροφορεμένη μητέρα, λίγα βήματα πιο πίσω, προσπαθούσε με ένα χαμόγελο να κρύψει τις έγνοιες της καθημερινότητας, τα βάσανα, τη θλίψη... Βαστούσε μια μικρή νάιλον σακούλα. Μάντευες εύκολα το περιεχόμενό της. Ένα μικροσκοπικό τσουρέκι,  μια εξάδα κόκκινα αυγά, μια κοντή λευκή λαμπάδα με ροζ κορδέλα κι ένα φθηνό μπιχλιμπίδι για στόλισμα. Μεγάλη Πέμπτη, οι νοικοκυραίοι έβαφαν τα αυγά τους, έψηναν τα τσουρέκια τους με μαστίχα και μαχλέπι, κι ετοιμάζονταν για τη Σταύρωση του Θεανθρώπου. Χωρίς Σταύρωση, άλλωστε, Ανάσταση δε γίνεται.

     Η μικρή ξέγνοιαστη συνέχιζε το τρεχαλητό στο πλακόστρωτο πεζοδρόμιο. Κάποια στιγμή σταμάτησε και κάτι ρώτησε κελαηδιστά τη μητέρα. Οι λέξεις «παππούς», «γιαγιά», «χωριό»  αρθρώνονταν με περισσό νάζι και γλύκα από τα χειλάκια του παιδιού.

«Στην Βέροια…» αποκρίθηκε στωικά η μητέρα στο αναπάντεχο ερώτημα.

«Τι είναι Βέροια;» ήρθε αμέσως το επόμενο… 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!