Τα ωραιότερα αντίο

Κάθομαι σ’ ένα πεζούλι δίπλα στις βρύσες, όχι σε καρέκλα, ούτε κοντά σε άλλους γονείς, μακριά από φωνές, σχόλια και άλλους ήχους που θα μου «σκορπίσουν» τις τελευταίες εικόνες και εντυπώσεις που θέλω να κρατήσω από την αποφοίτησή του από το δημοτικό. Κάθομαι μόνη και απομονωμένη, όπως συνήθως κάνω από παιδί όταν δε θέλω κανείς να μου «κλέψει» τις σκέψεις και τα βουρκώματα. Και έχω πάει με τη τσάντα γεμάτη χαρτομάντιλα. Καμιά διάθεση να καταγράψω ούτε σε κινητό, ούτε σε κάμερα. Ό,τι κρατήσω εκείνη τη στιγμή και όπως μετά το «ταξιδέψει» ο χρόνος μέσα μου.
«Η γιορτή της έκτης είναι η πιο ωραία!» μου είχε πει με παράπονο όταν τελειώνοντας την πρώτη δημοτικού τον είχα φιλήσει μετά το τραγούδι που είχε πει στη σχολική γιορτή υπέροχα φάλτσα και ήταν λίγο σα να απολογείται αλλά και να υπόσχεται πως σα μεγαλώσει θα με κάνει ακόμη πιο περήφανη.
Δεν ήταν αλήθεια. Κάθε γιορτή είχε «ψηλώματα», χαρτομάντιλα, προβλέψιμες τρυφερές επαναλήψεις , αλλά και αλλαγές σε πόντους, σε κιλά, σε φίλους, σε δασκάλες, σε όνειρα και πάντα μα πάντα μια ανάκατη περίεργη γεύση από καμάρι και μελαγχολία μαζί. Είναι αυτή που ξέρεις ότι οι παιδικές γιορτές μετρώνται στα δάχτυλα των δυο χεριών…
Δεν είμαι σίγουρη αν βλέπω τη γιορτή της έκτης πια ή τις γιορτές των έξι χρόνων να «παίζουν» όλες, γρήγορα και αργά, μπερδεμένα και ξεκάθαρα μαζί. Τον κοιτάζω να χορεύει στητός, καμαρωτός και σίγουρος, χωρίς να ρίξει ένα βλέμμα προς το κοινό. Είναι το χνούδι πάνω από το χείλος που του δίνει πια σιγουριά και η φωνή που αρχίζει να βαθαίνει και δεν τον μπερδεύουν πια στο τηλέφωνο, είναι που οι φίλοι είναι πια σημαντικοί και κείνον και τα όνειρά του για το μέλλον λίγο πιο κοντινά, είναι που το «μόνος» έχει πια γοητεία και τα κορίτσια ακόμη μεγαλύτερη… Η γιορτή ήταν υπέροχη, τον συμμερίζομαι γιατί την περίμενε τόσο. Η χαρά για το τελείωμα ενός κύκλου, μεγάλου, σπουδαίου για κείνους, του πρώτου της ζωής τους ασύγκριτη. Θυμήθηκα τους δικούς μου αντίστοιχους κύκλους. Τους έκλεινα με μεγαλύτερο δισταγμό, με συστολή, ίσως και με ντροπή. Όλα μέσα μου κρατημένα και ελάχιστα εκφρασμένα.
Κι όμως τους βλέπω να μαζεύονται σα μια μπάλα μετά τη γιορτή, κοντά κοντά και σφιχτά ο ένας δίπλα στον άλλον. Πειράζονται, αγγίζονται, φιλιούνται, χαμογελάνε αμήχανα, απομακρύνονται και έπειτα πλησιάζονται ξανά, σα να μην το αποφασίζουν να χωριστούν, τα πρώτα δάκρυα, αγκαλιές, πειράγματα. Και όλα εκεί, κανένα να μη φεύγει. Αρχίζουν να ξεστομίζονται υποσχέσεις για αύριο, για του χρόνου, για πάντα…Τους βλέπω να παλεύουν τον αποχωρισμό και τον αποχαιρετισμό με περηφάνια και φόβο μαζί. Χωρίς εγωισμούς, αθώα, αγνά, έτσι όπως χαράχτηκε η εμπειρία σε αυτό το προαύλιο. Με γενναιοδωρία και ωριμότητα ξεχνούν τα δυσάρεστα, συγχωρούν και ήδη νοσταλγούν, επιλέγουν να κρατάνε τα καλά…
Τον αφήνω εκεί να το ζήσει όλο, ως το τέλος και δεν τον ενοχλώ για να φύγουμε. Σκέφτομαι πως σε καιρούς που οφείλουμε πολλές συγγνώμες στα παιδιά μας για τις αβεβαιότητες που τους κληρονομούμε , αυτά μας αποστομώνουν με «απλόχερα» βλέμματα τρυφερότητας και αποδείξεις ότι μπορούν να τα καταφέρνουν στα δύσκολα γενναία…
«Μάνα ευχαριστώ…» μου λέει φεύγοντας , «…που με άφησες να χαιρετήσω τους φίλους μου χωρίς να είσαι μέσα στα πόδια μας και που κάθισες στα πλάι και δε με έκανες ρεζίλι με φωτογραφίες αλλά μπορούσα να σε βλέπω…».
Του χαμογέλασα και είπα κι ένα μπράβο στον εαυτό μου που κατάφερα και δεν τον έκανα ρεζίλι.
Όταν πια απομακρυνθήκαμε αρκετά με έπιασε από το χέρι. «Μαμά; Τώρα που το σκέφτομαι ωραία ήταν και η γιορτή της πρώτης δημοτικού!»
Και έσταξε στο χαμόγελό μου μια ακόμη στάλα αισιοδοξίας πως όσο μεγαλώνουμε παιδιά που ξέρουν να αγαπούν, να νοσταλγούν και να αποχαιρετούν χωρίς ντροπή, μπορούμε να μη φοβόμαστε…

 

Μαριέττα Κόντου