τοβιβλίο.net

Select Page

Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές – Τέσυ Μπάιλα

Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές – Τέσυ Μπάιλα

γράφει ο Κώστας Τραχανάς

Η σπουδαία συγγραφέας Τέσυ Μπάιλα περιγράφει με τρόπο εκστατικό την απόλυτη ομορφιά και ευτυχία: ένας χαρισματικός άνθρωπος, ο Ανέστης, μέσα από το πέτρινο πατρικό του σπίτι παρατηρεί την πανέμορφη κρητική φύση γύρω του, ρουφά με όλες τις αισθήσεις του την υγρή αλμύρα της βαθυγάλανης θάλασσας, βλέπει το πρωινό μελτέμι να αλλάζει τη ρότα της, το νερό της απέραντης θάλασσας να χρυσίζει στο φως του ήλιου, τις νύχτες άκουγε τα κύματα να υμνούν την αθανασία, τα λίγα σύννεφα στον ουρανό να είναι ολόλευκα, τα χρώματα της αυγής να εναλλάσσονται στον ουρανό, την ηχηρή σιωπή κοντά στο χειμωνιάτικο ακρογιάλι, το γοργοβασίλευμα του ήλιου και η αμφιλύκη του φθινοπώρου έδινε στο σμίξιμο του ουρανού με τη θάλασσα μια σκοτεινή μπλε μελαγχολία. Δεν υπάρχει κανένας άλλος εκεί, όλα είναι ήσυχα. Εκεί είναι μόνος με τον Θεό. Και τις παλέτες ζωγραφικής και την γέρικη ελιά και τη δύναμη της αγάπης και την καθαρή συνείδηση και την λήθη και τις σκιές του και τον προσωπικό του όλεθρο και τα όνειρά του… Ο Αντώνης πέθανε όπως γεννήθηκε. Κάηκε σαν καλαμιά.

Ο Ανέστης με τα μάτια ορθάνοιχτα στο σκοτάδι παίζει με τις σκιές του, τους φόβους του και τις ερινύες του. Βλέπει όλη του τη ζωή. Ένας στροβιλισμός από γεγονότα και πρόσωπα: Η παιδική του ηλικία στην Αμμουδάρα του Μεγάλου Κάστρου Κρήτης, το πέτρινο σπίτι δίπλα στην μπλε σκούρα, σχεδόν μαβιά θάλασσα, οι μυρωδιές της θάλασσας, η μητέρα που δεν γνώρισε, ο δύσκολος χαρακτήρας του πατέρα του, ο παππούς Λεωνίδας, η θεια –Λουλουδιά, η «αδελφή» του η Μυρσίνη, το αλογάκι της Δάφνης, ο λυγμός του γκιώνη που κλαίει τον σκοτωμένο του αδελφό, η Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, ο Βενιζέλος, η Κρητική Πολιτεία, της αμύνης τα παιδιά, τα Χανιά, η Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα, ο Πειραιάς, το μοντέλο της σχολής, η Χριστίνα και η ερωτική τους σχέση, η σπιτονοικοκυρά του η κυρά-Ευτέρπη, το ταβερνάκι στην ακτή του Πειραιά, ο Μεγάλος Πόλεμος, η επιστροφή από τον πόλεμο, η ζωή μετά, η ζωγραφική, τα σχέδιά του από τον πόλεμο, ο φίλος-«αμίκο» ο Μικέλε, ο Μικέλε και το γέλιο του, ο Μικέλε και τα χαρακώματα, ο Μικέλε και το ποτάμι, ο Μικέλε με το ποδήλατο και την Αργυρώ στην αγκαλιά του, η Αργυρώ και το νοσοκομείο, η οβίδα, η πείνα, ο πόνος, η νοσταλγία, η θλίψη, η στενοχώρια, η πυρετική σαγήνη, η ηχηρή σιγή, ο ζόφος της απελπισίας, οι θύμησες, τα άγρια ένστικτα, η βαριά σήψη του πολέμου, ο παραλογισμός του πολέμου, η κτηνωδία και η φρίκη του πολέμου, οι σκοτωμένοι και οι σακατεμένοι, οι χυμένες ζωές, οι σκιές της νύχτας, οι σκιές των ονείρων, η σκιά που είναι ο φόβος, η οσμή της σιωπής, η μυρωδιά της μνήμης, οι ανάσες, οι ψιθυρισμοί της βροχής, η εποχή των ονείρων, το ματωμένο παραμύθι, το μυστικό των χρωμάτων, τα χρώματα πάνω στα αυτοσχέδια τελάρα, οι ζωγραφιές, τα σχέδια, το μεγάλο του έργο, η σωτηρία της τέχνης, η πραγματική φιλία, ο αληθινός του εαυτός, όλα όσα έζησε και όλα όσα ήθελε να ζήσει, αλλά η ζωή δεν τον άφησε …και τέλος ο Μικέλε και η πανέμορφη μητριά του η Ισιδώρα. Η Ισιδώρα με τον σκύλο τον Μόρτη, με τον άντρα της, να πλένει ρούχα στη σκάφη, να ανασηκώνει τα φουστάνια της να μην βραχούν, να χαμογελά, να ξεχνιέται σ΄ ένα μοναδικό φιλί. Κι ο Μικέλε να τους κοιτά και να σκάει στα γέλια. Να του φωνάζει: «Σ΄ τα ΄λεγα εγώ, αμίκο!» Πάντα δίπλα του ο Μικέλε! Πάντα μπροστά του. Έτριψε τα μάτια του ο Ανέστης. Όταν κοιτάς κατάματα τις σκιές της ζωής, τότε σιγά σιγά τα μάτια σου αρχίζουν να πονάνε. Τσούζουν μέσα στο σκοτάδι. Δακρύζουν από την οδύνη

Ο Ανέστης θαύμαζε την αψεγάδιαστη ομορφιά της Ισιδώρας. Με τον μεγάλο και διάσημο πίνακά του αποτυπώνει τον πόθο που νιώθει για το μοντέλο του. Ο πίνακας αυτός μας φέρνει πιο κοντά στο προσωπικό στοιχείο του ζωγράφου-Ανέστη. Το προσωπικό στοιχείο συμβαδίζει με τη μυστικότητα.

Διαβάζοντας το βιβλίο «Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές» παίρνεις αφορμή, για να ξεχυθούν στο μυαλό σου, κάποιες σκέψεις:

Χαρακτηριστικό του ζωγράφου είναι να οικειοποιείται το παρελθόν για να το μεταμορφώσει, να το αφομοιώσει και να δώσει με αυτό ένα διαφορετικό αποτέλεσμα. Ο καλλιτέχνης-ζωγράφος μας μαθαίνει να βλέπουμε.

Τι είναι εκείνο που μας γοητεύει σε ένα πίνακα και που μας κάνει να σταματάμε μπροστά στο συγκεκριμένο, και όχι σε κάποιο άλλο, έργο, μην μπορώντας να ξεκολλήσουμε από αυτό; Τι είναι εκείνο που κάνει το έργο να μας «καλεί»; Θα λέγαμε πως είναι η αίσθηση ότι στο έργο αυτό υπάρχει κάτι που σκέπτεται, και που σκέπτεται χωρίς λέξεις. Εγώ είμαι κάποιος που μιλάει και γράφει, η σκέψη μου φτιάχνεται με λέξεις, ψάχνεται, εκφράζεται, ενώ μια ζωγραφική σκέπτεται με έναν τρόπο μη λεκτικό. Είναι η σιωπηλή δύναμη της ζωγραφικής. Μας συγκινεί η δύναμη της αρμονίας της ζωγραφικής.

Το όνειρο συνδέεται με την ψυχανάλυση και την ιδέα του ασυνειδήτου. Δεν μας ενδιαφέρει το ασυνείδητο ενός πίνακα, αλλά η διεργασία του μηνύματος στο εσωτερικό του. Το όνειρο δεν σκέπτεται αλλά εργάζεται. Μέσω των εικόνων μεταμορφώνει κανονικές σκέψεις σε γρίφο. Τι κάνει ένας πίνακας ζωγραφικής; Μεταμορφώνει ένα κείμενο αναφοράς σε εικόνα. Αν δεν υπάρχει κείμενο αναφοράς, τότε ο πίνακας γίνεται γρίφος.

Αυτή η γη θα μπορούσε να είναι παράδεισος, αν μόνο τούτο το αδύναμο πλάσμα, το έκθετο στο κρύο και στην πείνα, δεν είχε αναπτύξει τόσο το μυαλό για να καλύψει τη γύμνια του, δεν είχε τόσο ξεχωρίσει από τη φύση ώστε να κηρύσσει πολέμους, αδυσώπητους πολέμους.

Πρέπει να μπορείς να αντέξεις τον πόλεμο, να μπορείς ν΄ αντέξεις την ομορφιά, να μπορείς να αντέξεις τον έρωτα, όταν το θείο κάλλος σε πυρπολεί, γιατί τότε φθάνεις στα όρια των δυνατοτήτων σου. Η Ομορφιά, το Ωραίο, είναι αυτό που το χαίρεται η ψυχή χωρίς να επιθυμεί την κατοχή του. Το ωραίο μας επιτρέπει να μείνουμε θεωροί έχοντας αίσθημα ισορροπίας, γαλήνης. Μπορεί όμως το ωραίο να γεννιέται μέσα από μια ένταση συναισθημάτων που σε καλεί σε συμμετοχή, σε αναστάτωση και ένταση, που σε φέρνει βίαια στα όρια των δυνατοτήτων σου. Και τότε το κάλλος δεν είναι παρά κίνδυνος, κίνδυνος για την γήινη ύπαρξή μας. Τότε είναι που «αγαπώ» σημαίνει «κινδυνεύω», «χάνομαι». Στη μεγάλη αγάπη χάνεις κυριολεκτικά την ψυχή σου για να την ξαναβρείς στην αιώνια ουσία της. Τη δύναμη τούτη του κάλλους, η συγγραφέας Τέσυ Μπάιλα, μπόρεσε και την έδωσε απτή, την έκαμε αισθητή εικόνα, αίσθημα αφής με μια μόνο λέξη: «γονατίζει» τον Ανέστη η τόση ομορφιά.

Και ο έρωτας και η αγάπη έχουν ένα κοινό στοιχείο, το άλογο στοιχείο, που υπερβαίνει τον λόγο, τη λογική. Ο έρωτας αρχίζει με τον πόθο, από την ταραχή της ψυχής σαν είδε το ζωντανό κάλλος, για να ανέβει τελικά στην ιδέα του κάλλους, την αιώνια, τη ζωντανή ιδέα, που φωτίζει το αισθητό, το ζωντανό κάλλος. Με τον έρωτα, η ψυχή από τα αισθητά και τα σκόρπια φθάνει, κατά τον Πλάτωνα, στη θέαση των όντων. Ο Έρωτας επιλέγει από μια άποψη, τα πάντα τα υπάγει στον εαυτό του, είναι στο βάθος φτωχός, αλλά και πλούσιος και εγωιστής. Η αγάπη δεν ξεκινά από τον πόθο, όπως ο έρωτας. Δεν είναι επιλεκτική, δεν είναι «αριστοκρατική», με την αρχαία – κλασσική σημασία της λέξης. Απέναντι στον πόθο του ζωντανού κάλλους, απέναντι στο ιδανικό της γνώσης, η αγάπη υψώνει το ιδανικό της απλής καρδιάς.

Κάθε αληθινή τέχνη έχει στοιχεία απ΄ όλες τις άλλες. Ποίηση, πεζογραφία, μουσική, γλυπτική, ζωγραφική, λειτουργούν με κάποια αμοιβαιότητα. Πόσα πράγματα μπορεί να χωρέσει η τέχνη… Πόσον καημό αντέχει να σηκώσει… Η ζωγραφική, όπως και η γλυπτική, είναι ποίηση, με τη γενική έννοια της δημιουργίας. Η ποίηση χρώμα έχει τη λέξη. Η ζωγραφική χρησιμοποιεί τα χρώματα αντί για λέξεις. Γλώσσα της είναι η μαγεία των χρωμάτων. Της λείπουν όμως τα μέσα για να εκφράσει το καθαρό λυρικό στοιχείο, το οποίο, βέβαια, έχει η μουσική. Τι είναι αυτό το καθαρό μουσικό στοιχείο. Απλούστατα, είναι η εσωτερικότητα. «Ύστερα από τη ζωγραφική και την μουσική », λέει ο Χέγκελ, «έρχεται η τέχνη του λόγου, η ποίηση η αληθινή, η απόλυτη τέχνη του πνεύματος, η τέχνη που εκδηλώνεται ως πνεύμα. Μόνον ο λόγος είναι δυνατόν να εκφράσει, να οικειοποιηθεί όσα η συνείδηση, ο νους, συλλαμβάνει».

«Να χαίρεσαι τη ζωή», λέει συνέχεια ο μυθιστορηματικός ήρωας Μικέλε στον Ανέστη, «να βρίσκεις όμορφο τον κόσμο κι άξιο να τον ζεις». Στην αρχαία ελληνική γραμματεία υπάρχει τόση πίκρα, όση και η χαρά, γιατί ξέρανε ότι γλυκόπικρη είναι η ζωή και έχει δύο όψεις. Χέρι-χέρι πορεύονται ο πόνος με την ηδονή. Οι αποχαυνωμένοι ούτε πόνο μπορούν να νιώσουν ούτε χαρά.

Ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος ζητάει έναν θάνατο μέσα στο πάλλευκο φως, δίπλα στη όμορφη γαλαζοπράσινη θάλασσα. Δεν αντέχει να πεθάνει μέσα στη σκοτεινιά και στην ασχήμια. Σήμερα όμως οι άνθρωποι πεθαίνουν και δεν είναι ευτυχισμένοι. Και κάτι χειρότερο: οι άνθρωποι σήμερα δεν πεθαίνουν. Εξαφανίζονται. Ο καταναλωτικός άνθρωπος της εποχής μας, προσηλωμένος στα απατηλά είδωλα, δεν έχει καιρό. Χάνεται μέσα στον απρόσωπο κόσμο. Αποφεύγει να δει κατάματα την πραγματικότητα του θανάτου, σαν συνειδητοποιήσει τα όριά του και να πάρει ένα βαθύτερο νόημα η ζωή του. Κι ο Σεφέρης φτάνει στο δραματικό σημείο να εκστομίσει τούτη την καταπληκτική και γεμάτη παράλογα μυστικά νοήματα ερώτηση: «Θα μπορέσουμε να πεθάνουμε κανονικά;»

Στο βιβλίο «Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές» μέσα από πεζολογικά στοιχεία αναβλασταίνει μια ποίηση γνήσια, με εκφραστική δύναμη και λυρική ποιότητα. Αναδύεται ένα ήθος αυτοκυριαρχίας. Διαύγεια και ποιητικές εικόνες, ειλικρίνεια και ζωγραφικές εικόνες, όλα δένονται εσωτερικά, οργανικά, σε μια δραματική αφομοίωση.

Η ιστορία αυτή της Τέσυ Μπάιλα δεν είναι μόνο μυθιστορηματική είναι και ιστορία της ζωγραφικής. Πρόκειται για ένα είδος ευχάριστης μύησης στον μαγικό κόσμο της ζωγραφικής. Έτσι προέκυψε το βιβλίο. Έγραφε η Τέσυ Μπάιλα, για να θεραπεύσει και να θεραπευτεί.

Οι αναμνήσεις, είναι αυτές που παρακινούν τον ήρωα του μυθιστορήματος,, να ξεκινήσει ένα ταξίδι γύρω του, εκτός του και, κυρίως, εντός του, στο παρελθόν και στα μπερδεμένα νήματα που το συνδέουν με το παρόν. Ένα παρόν ντυμένο με ανασφάλεια και απόγνωση, κρίσεις πανικού και φόβου, και ανεπούλωτες πληγές των παιδικών χρόνων, που ταλανίζουν τον Ανέστη.

Η προβληματική σχέση πατέρα και γιού, η αποξένωσή τους, η δύσκολη και συντηρητική ζωή της επαρχίας, η τέχνη και η ζωγραφική, τα όνειρα και οι επιθυμίες, η μοναξιά και η μετανάστευση, η νέα ζωή σαν θαμπό τζάμι, οι σκόρπιες ματαιώσεις και επιθυμίες, η επιστροφή σε μια «ευθεία γραμμή του αίματος», η ζωή και ο θάνατος, η Άνοιξη και ο Χειμώνας, το μεγαλύτερο φαρμάκι της ζωής που είναι ο χρόνος, το φως και οι μελαγχολικές σκιές, τα καλά κρυμμένα μυστικά, η μνήμη… που μια χάνεται και μια γυρίζει σαν ομίχλη, είναι τα θέματα που η Τέσυ Μπάιλα βάζει στο μικροσκόπιο και, μέσα από τον πρωταγωνιστή της, τα χειρίζεται με χειρουργική ακρίβεια, τα παρουσιάζει και τα στήνει μπροστά μας σαν μικρούς καθρέφτες για να αντικρίσουμε κάτι από τον εαυτό μας, τη ζωή μας, το πολλαπλό μας είδωλο…

Το βιβλίο: δείχνει ότι μέσα από το πέρασμα του χρόνου όλα αλλάζουν, τίποτα δεν μένει σταθερό και οι ήρωες πρέπει να επαναπροσδιορίσουν τους εαυτούς τους και την ίδια τους τη ζωή συνεχώς, δείχνει επίσης ότι η ευτυχία και η αισιοδοξία κρύβονται ακόμα και στις πιο δύσκολες συνθήκες του πολέμου και τέλος δείχνει ότι το πιο δύσκολο απ΄ όλα είναι να καταλάβεις και να αντέξεις τον ίδιο σου τον εαυτό, σε αυτή η φράση συμπυκνώνεται το νόημα της ζωής και το πώς η τέχνη προσπαθεί να το εκφράσει.

 

Σαγηνευτικό μυθιστόρημα από την αρχή ως το τέλος. Ένα βιβλίο για να μπορεί ο αναγνώστης να στοχαστεί, να ονειρευτεί και να ξύνει την επιφάνεια και να αναζητά την ουσία και την καταγωγή των πραγμάτων και των συναισθημάτων. Ένα έργο λυρικό, γεμάτο ανθρωπιά, διανθισμένο με λεπτή μελαγχολία αλλά και βαθιά αισιόδοξο. Ένα έργο που απαντά στο δύσκολο ερώτημα: «Κι αν σου έλεγε κάποιος με μια ζωγραφιά μονάχα να δείξεις όλα όσα ζούμε τι θα ζωγράφιζες, αμίκο;»

Ένα μυθιστόρημα αξιώσεων που αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση για την μοίρα του ανθρώπου, για την φρικτή πραγματικότητα που καταφέρνει πάντα να απλώνει βαθιές ρίζες στη μνήμη, για μια διχασμένη συνείδηση, βυθιζόμενη στο γεμάτο φωνές και σκιές πηγάδι της μνήμης, για τις Ερινύες και τις σκιές που κουβαλάει ο άνθρωπος στα εσώτερα φύλλα της ψυχής του, για την ομορφιά της ζωής, για το φως και τα σκοτάδια της, για τη ζωή που μόνο στο φως λογιάζεται ζωή, για τις χαρές και τις πίκρες μιας ζωής, για τη ζωή που είναι τόσο μπερδεμένη, για την τέχνη που πρέπει να μένει κοντά στον άνθρωπο, για την σταύρωση και την λύτρωση, για το άλικο χρώμα του αίματος και τα ίχνη του παρελθόντος, για τους ψιθυρισμούς της βροχής και τις ατέλειωτες σιωπές, για την ματωμένη συνείδηση και την ψυχή που είναι γεμάτη ραγισματιές, για την χαρισματική τέχνη και την τελετουργία της ζωγραφικής, για τον κόσμο της τέχνης και την ηδονή της δημιουργίας, για την σιωπηλή ποίηση και την απελευθερωτική ζωγραφική, για την φρίκη του πολέμου και την σειρά των ζωγραφικών έργων που δείχνουν μια γυναίκα, για τον έρωτα που μεταλαμβάνει χαράς και πόνου, τον έρωτα που κοινωνεί των μυστηρίων του θανάτου, τον έρωτα που ματαιώνεται σχεδόν εν τη γενέσει του, για την άδολη αγάπη και τον ερωτικό ίμερο, για τον χρόνο που φεύγει και τις θύμησες, για τις σκιέςκαι τις Ερινύες της νύχτας, για τις νύχτες που παίζει με τις σκιές των φόβων μας, για να τους ξεπεράσει, για τις ανομολόγητες επιθυμίες και τα όνειρα, για τον φόβο του θανάτου και τον θάνατο μέσα στη ζωή, για τις αναμνήσεις και τη θεραπεία τους… «για όσους ακόμα θυμούνται»…

 

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Οι προσφορές των εφημερίδων

Οδηγός ιστοσελίδας

Λογοτεχνικοί διαγωνισμοί

Εκπαιδευτικό υλικό

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος