Τι είναι θεός, τι μη θεός και τι το ανάμεσό τους;

20.12.2019

John Ernst Steinbeck

γράφει η Βάλια Καραμάνου

Στις 25 Οκτωβρίου 1962 τιμάται με το Νόμπελ Λογοτεχνίας ο Αμερικανός συγγραφέας John Ernst Steinbeck (27 Φεβρουαρίου 190220 Δεκεμβρίου 1968). Το πλούσιο έργο του περιλαμβάνει το βραβευμένο με βραβείο Πούλιτζερ (1940) μυθιστόρημα «Τα Σταφύλια της Οργής» (1939), τη νουβέλα «Άνθρωποι και Ποντίκια» (1937), το μυθιστόρημα «Ανατολικά της Εδέμ» (1952) που μετεφέρθηκε στην μεγάλη οθόνη και πολλά άλλα. Συνέγραψε συνολικά είκοσι επτά βιβλία, τα οποία περιλαμβάνουν δεκαέξι μυθιστορήματα, έξι πραγματικές ιστορίες και πέντε συλλογές διηγημάτων.

 Στο ιδιαίτερο και παράξενα γοητευτικό έργο του «Σ’ έναν άγνωστο θεό» (To A God Unknown, 1933) ο συγγραφέας επιχειρεί να δώσει απάντηση στο αιώνιο ερώτημα όλων των λαών από την αρχή του κόσμου: «Ποιος ειν’ ο Θεός, σ’ Αυτόν που θα προσφέρομε θυσία;» (ΒΕΔΑ, Ινδουιστική Ιερά Βίβλος). Θα μπορούσε να θεωρηθεί ως «αιρετικό» έργο που προσφέρει μια καινοτόμο προσέγγιση στο θέμα της θρησκευτικής λατρείας με παγανιστικά/ πανθεϊστικά στοιχεία ή απλά – για τους ψυχαναλυτές- απεικονίζει την ψυχαναγκαστική πορεία του ανθρώπου στην ατραπό της εμμονής που φτάνει ως την αυτοκαταστροφή. Άλλωστε, οι ήρωές του υπήρξαν ανέκαθεν αντισυμβατικοί, φτωχοί, αγρότες, μετανάστες, γεγονός που τον καθιέρωσε ως εκφραστή του dust bowl literature. Στο σημείο αυτό, αξίζει να επεξηγηθεί το φαινόμενο Dust Bowl, δηλαδή οι ισχυρές θύελλες που έπληξαν την Αμερική μεταφέροντας μεγάλους όγκους σκόνης που σκέπασαν τεράστιες περιοχές των ΗΠΑ και του Καναδά, αφανίζοντας έτσι σοδειές και μεγάλες αγροτικές εκτάσεις. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την περιστασιακή ενασχόληση του Steinbeck σε κτηνοτροφικές/αγροτικές εργασίες στα χρόνια της νιότης του προκειμένου να βιοπορίζεται, έδωσαν τροφή σ’ αυτές τις υπέροχες περιγραφές της αμερικανικής υπαίθρου και στους «αιρετικούς» βιοπαλαιστές ήρωες που μάχονται με τα στοιχεία της φύσεως για την επιβίωση της σοδειάς τους και κατ’ επέκταση των ίδιων και των οικογενειών τους.

Ο βασικός ήρωας του έργου «To A God Unknown», ο Τζόζεφ Γουέην, ένας από τους πιο γοητευτικά μυστηριώδεις λογοτεχνικούς ήρωες, αναλαμβάνει την καλλιέργεια της γης του με πλήρη αφοσίωση και λατρεία, γεμάτος όνειρα μαζί με την γυναίκα του Ελίζαμπεθ. Το μεγαλύτερο πρόβλημα των αγροτών της περιοχής είναι η ξηρασία και – ως εκ τούτου- η βροχή αποκτά λατρευτικές διαστάσεις. Σταδιακά όμως η επιθυμητή ευτυχία του Τζόζεφ και της οικογένειάς του (μια και η σύζυγός του μένει έγκυος) θα κλονιστεί ανεπανόρθωτα και όλα τα όνειρά του θα ανατραπούν ένα προς ένα, καθώς το αιρετικό/άλογο στοιχείο εισβάλλει ολέθρια στην καθημερινότητά του παράλληλα με την ξηρασία.

Όλα ξεκινούν όταν ο Τζόζεφ ανακαλύπτει σ’ ένα σύδεντρο στην καρδιά του δάσους έναν παράξενο βράχο σαν αρχαίο μνημείο, καλυμμένο με καταπράσινα βρύα, από όπου αναβλύζει μια πηγή νερού. Από την πρώτη στιγμή, ο ήρωας διαισθάνεται την ισχυρή επίδραση του μέρους εκείνου: «ένιωθε σαν παιδάκι που μπαίνει σε αδειανή εκκλησία», «υπάρχει κάτι πονηρό εδώ, τούτη τη νύχτα». Αργότερα, το μέρος εκείνο θα επισκεφτεί κρυφά και η έγκυος Ελίζαμπεθ, η οποία πανικοβάλλεται από την ύπαρξη ενός αλλόκοτου μαλλιαρού πλάσματος εκεί τριγύρω: «ολόκληρο το ξέφωτο αναρριγούσε από φόβο». Λίγες στιγμές ωστόσο νωρίτερα είχε αισθανθεί εντελώς διαφορετικά, όπως ομολογεί πολύ αργότερα στον άντρα της: «Αγάπησα τον βράχο. Είναι δύσκολο να το περιγράψω. Αγάπησα τον βράχο περισσότερο από σένα ή από το μωρό ή από τον εαυτό μου». Ο Τζόζεφ και η Ελίζαμπεθ μόλις έχουν ανακαλύψει την ύπαρξη ενός νέου αλλόκοτου θεού άρρηκτα συνδεδεμένου με την φύση και την βροχή, επομένως και με την ευημερία της γης τους, κατά την προσωπική τους εκτίμηση. Παρά τις συγκρούσεις του με τον πατέρα Άντζελο- εκπρόσωπο της επίσημης εκκλησίας- ο ήρωας δεν πτοείται. Μάλιστα, καλλιεργεί αμφιβολίες και στον ίδιο τον ιερέα: «Δόξα τω Θεώ αυτός ο άνθρωπος- παραδέχεται ενδόμυχα ο ιερέας– δεν έχει κανένα διάγγελμα να μεταδώσει, διαφορετικά θα μπορούσε να’ ναι ένας καινούργιος Χριστός εδώ στις Δυτικές Πολιτείες». Στην πορεία του αυτή προς την θεοποίηση της Φύσης, ο Τζόζεφ ωθείται και από την γνωριμία του με έναν ιδιόρρυθμο γέρο, ο οποίος κατά την δύση του ηλίου προσφέρει καθημερινά ως θυσία ένα μικρό ζώο στον πάνθεο της Φύσης προκειμένου να έχει ευημερία στην γη του. Ο ήρωας λοιπόν συνεχίζει ακάθεκτος να λατρεύει τον θεό του με απόλυτη αφοσίωση ποτίζοντας την πηγή καθημερινά και φροντίζοντας το μέρος εκείνο σαν άβατο ιερό.

Εκείνος όμως δεν αργεί να δείξει το σκληρό πρόσωπό του: σε μια εκδρομή με την γυναίκα του εκείνη γλιστρά στα βρύα του «βωμού» και αφήνει την τελευταία της πνοή: «τα χέρια της άδραξαν τα βρύα και τα ξερίζωσαν. Ο Τζόζεφ είδε το κεφάλι της να διαγράφει ένα μικρό τόξο και να χτυπάει χάμω. Καθώς έτρεξε προς το μέρος της, εκείνη γύρισε σιγανά πάνω στο πλευρό. Ολόκληρο το κορμί της αναρίγησε δυνατά για μια στιγμή, έπειτα έμεινε ακίνητη. Στάθηκε από πάνω της ένα δευτερόλεπτο πριν να τρέξει στην πηγή και να γεμίσει τις χούφτες του με νερό. Αλλά σαν ξαναγύρισε κοντά της άφησε το νερό να χυθεί χάμω, γιατί είδε τη θέση του λαιμού της και το γκρίζο χρώμα που απλωνότανε στα μάγουλά της…η παγωνιά χωνόταν μέσα του…πάσχιζε να αντιληφθεί, ήταν πάρα πολύ απλό, πολύ εύκολο, πολύ γρήγορο…αναθώρησε και είδε πως ψιλόβρεχε. Οι σταγόνες έπεφταν στα μάγουλα στης Ελίζαμπεθ και γυάλιζαν μες στα μαλλιά της….η ηρεμία καταστάλαζε μέσα του. Είπε ‘Αντίο, Ελίζαμπεθ’ και πριν να προφέρει ακριβώς αυτά τα λόγια είχε αποκοπεί και αποξενωθεί».

Ωστόσο, το γεγονός αυτό είναι μόνο η αρχή του τέλους της παροδικής ευτυχίας του, καθώς οδηγείται στην ολοκληρωτική παράδοση στην πράσινη υγρή θεότητα. Η ξηρασία απλώνεται ανελέητη στην περιοχή, παρά τις καθημερινές εικασίες του στον πράσινο άσπλαχνο βράχο, τον οποίο ποτίζει για να διατηρείται ζωντανός. Σε μια ύστατη προσπάθειά του να τον εξευμενίσει, ο Τζόζεφ σφάζει ένα μοσχάρι πάνω του, αλλά το λιγοστό αίμα του ζώου δεν φέρνει κανένα αποτέλεσμα. «Πρώτα ήταν ο τόπος, εξομολογείται ο Τζόζεφ, ύστερα ήρθα να επιστατήσω τον τόπο, και τώρα ο τόπος είναι σχεδόν νεκρός. Μονάχα ο βράχος αυτός και γω απομείναμε. Εγώ είμαι ο τόπος…κάποτε ένας άνθρωπος γλίτωσε από τις αρχαίες Μοίρες. Αγκάλιασε έναν βωμό και σώθηκε». Με αυτόν τον τρόπο λοιπόν φτάνει στην έσχατη θυσία, να προσφέρει δηλαδή και την ίδια του την ζωή κόβοντας στο ίδιο σημείο τις φλέβες του. «Εγώ είμαι η βροχή…είμαι η γης. Το χορτάρι θα φυτρώσει μέσα από μένα σε λίγο», είναι τα τελευταία του λόγια.

Το τέλος έρχεται να επισφραγίσει την ιστορία με μια ακόμα ανατροπή: μετά την (αυτο)θυσία του ήρωα ξεσπά μια λυτρωτική για τον ξερό τόπο καταιγίδα που «σκέπασε τον κόσμο με σκοτάδι και με ορμητικά νερά»! Μια νύξη αληθοφάνειας του άγνωστου και άγριου αυτού θεού του πράσινου βράχου. Την ίδια στιγμή ο πατήρ Άντζελο – που αγνοεί το θάνατό του Τζόζεφ- κλείνει το έργο με τα εξής λόγια: «αυτός ο άνθρωπος θα’ ναι τώρα πολύ ευτυχισμένος».

Εμμονή ή καινοτόμος πίστη στο άλογο θεϊκό στοιχείο; Αυτό είναι το αιώνιο ερώτημα και ο Τζων Στάινμπεκ μας δίνει την δική του εκδοχή παρασύροντάς μας σε ένα από τα πιο γοητευτικά παράξενα ταξίδια της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Άλλωστε, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε : «Σε απόλυτη μοναξιά, ο συγγραφέας προσπαθεί να εξηγήσει τα ανεξήγητα».

Ακολουθήστε μας!

Οι προσφορές των εφημερίδων

Οδηγός ιστοσελίδας

Κερδίστε το!

Αρχείο

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου