Μέσα απ’ την παράξενη τοιχογραφία της σιωπής,

αναδύονται μελωδικά, οι νότες των ονείρων μας.

Αναβλύζουν, σαν το νερό της πηγής.

Ανατέλλουν σαν φωτεινές  ηλιαχτίδες

που αδημονούν να νικήσουν τα σκοτάδια

της πλήξης ή της απαισιοδοξίας,

που ορίζουν συχνά την καθημερινότητά μας,

την ατέλειωτη νύχτα, της μοναξιάς μας.

Αλλά και τον ατέλειωτο κόσμο 

μιας αμείλικτης καθημερινότητας

μιας αδυσώπητης πεζότητας

που  εγκλωβίζει επίμονα το φως των ονείρων μας

και σκοτεινιάζει, τον ορίζοντα της καρδιάς μας.

 

Μέσα απ’ την παράξενη ανάσα της σιωπής

αναδύεται η ηχώ της μοναξιάς 

που μας συντροφεύει ή μας τυραννά

σε ένα ιδιότυπο παιχνίδι της ίδιας μας της ζωής.

Της μοναξιάς, που σαν μια άλλη μυθική Κίρκη

έχει τη δύναμη να μεταμορφώνει τα πιο όμορφα όνειρα

σε αδιέξοδες ουτοπικές κραυγές,

τη  ζωή μας, σε ένα απέραντο πέλαγος θλίψης.

 

Μέσα από την παράξενη εικονογράφηση της μνήμης

προβάλλουν ζωντανές, οι ερινύες της οδύνης

των άλυτων  προβλημάτων μας.

Αυτών που μας καθηλώνουν, σε μια βάρβαρη πραγματικότητα

που φιλτράρει την ανθρωπιά μας, 

που  απομυζά τα αισθήματά μας

και μας πλημμυρίζει με αδιέξοδα.

Αδιέξοδα σαν γοερές κραυγές στον άνεμο.

Σαν ουρλιαχτά μοναχικών λύκων που αλυχτάνε,

τρομαγμένοι από την ίδια τους τη σκιά.

Σαν μαχαιριές στη καρδιά

μιας κοινωνίας που κρύβει έντρομη το πρόσωπό της,

που αποστρέφεται τον ίδιο της τον εαυτό.

 

Κι εμείς εδώ αρνούμενοι να αφεθούμε

στην αφόρητη πραγματικότητα

να υποκύψουμε στη μίζερη θεώρησή της

να εγκλωβιστούμε  σ’ ένα θάνατο αργό, βασανιστικό,

προσπαθούμε απεγνωσμένα να κρατήσουμε 

το κεφάλι μας ψηλά, έξω απ’ το νερό, να αναπνεύσουμε,

ρουφώντας όλο το οξυγόνο της ουτοπικής μας αύρας.

Διατηρώντας την κλεψύδρα της αισιοδοξίας, σχεδόν μισογεμάτη

κρατώντας το δέντρο των ονείρων μας, ακόμα ζωντανό.  

 

Σ’ αυτό το ασύμμετρο οδοιπορικό, της ύπαρξής μας

σ’ αυτό το παράξενο ταξίδι, 

της ίδιας μας της ζωής…

 

_

γράφει ο Φώτης Τρυφωνόπουλος