Select Page

Το Βαλς των Ανέμων

Το Βαλς των Ανέμων

 

τοβιβλίο.net υποδέχεται το βιβλίο της Ηλιάνας Βολονάκη 'Το Βαλς των Ανέμων' από τις εκδόσεις Bookstars.

 

Γεννήθηκε για να πολεμάει. Το μέρος όπου την έφεραν στον κόσμο; Πλούσιο, προικισμένο. Ταίριαζε απόλυτα με το όνομά της! Κασσάνδρα! Μυστικά και εμπειρίες πού φανέρωσε εκείνη τη βραδιά του Οκτώβρη. Έκλαιγε απαρηγόρητα ο Θεός κι το στέρνο της ζητούσε μια συγχώρηση. Δεν ήξερε πότε θα στερέψουν τα μάτια της από το πέρασμα των χρόνων! Της έλειπε, η Σμύρνη κι ας μην ήθελε να το παραδεχτεί.

Διαβάστε ένα απόσπασμα του βιβλίου το οποίο ευγενικά παραχώρησε η συγγραφέας αποκλειστικά για τους αναγνώστες του του δικτυακού τόπου τοβιβλίο.net

 

Η φωτιά προχωρούσε. Ο κόσμος, πού ήταν χωμένος μέσα στα σπίτια, αναγκάστηκε και βγήκε στους δρόμους και τράβηξαν όλοι στην παραλία. Στο λεγόμενο Κορδόνι συγκεντρώθηκε όλος ο πληθυσμός. Και εκεί έφτασε η φωτιά. Από τη μια μεριά και την άλλη του δρόμου είχαν βάλει φωτιές. Όταν έφτασε η φωτιά και εκεί, ο κόσμος προσπαθούσε να βγει έξω από την πόλη, πηγαίνοντας στη φρουρά κοντά. Οι φρουροί τους σκότωναν και δε τους άφηναν να σπάσουν τη ζώνη, να βγουν έξω και να φύγουν από εκεί.

Από την άλλη μεριά ήταν η φωτιά, δεν μπορούσαν να φύγουν. Τότε όσοι ήξεραν μπάνιο έπεφταν στη θάλασσα. Αν τους έβλεπαν οι Τούρκοι, τους σκότωναν μέσα εκεί. Εάν δε τους έβλεπαν, έφταναν στα συμμαχικά πολεμικά καράβια, πού ήταν αραγμένα και υποστήριζαν τους Έλληνες. Τους άφηναν και σκαρφάλωναν στα καράβια και μόλις έμπαιναν μέσα τους ξανάριχναν στη θάλασσα. Άλλοι πνίγονταν και άλλοι έβγαιναν πάλι έξω.

Φτάνοντας στη Πούντα τους έπιασαν οι Τούρκοι και τους έκλεισαν μέσα σε κάτι φυλακές. Κατά τις δέκα το βράδυ, τους έβγαλαν και τους πήγαν στο εστιατόριο. Το πρωί συγκεντρώθηκαν πέντε χιλιάδες αιχμάλωτοι. Περνούσαν από τους τουρκομαχαλάδες, πέρασαν και από την Οβριακή. Οι Εβραίοι τους αποδοκίμαζαν χειρότερα από τους Τούρκους.

Έφτασαν στον Άγιο Κωνσταντίνο, στα Χιώτικα, όπου άρχισε η μεγάλη σφαγή. Προχώρησαν για το Μπουνάρμπασι, όπου έφτασαν το βράδυ και τους έβαλαν σε συρματοπλέγματα. Άρχισαν και έπαιρναν πέντε- πέντε και πήγαιναν και τους έσφαζαν. Μετά κίνησαν για την Μαγνησία. Έφτασαν το βράδυ και περίμεναν εκεί. Έναν- έναν τους έγδυναν, όπως τους γέννησε η μάνα τους, και έψαχναν όλα τα μέρη των ρούχων, μήπως βρουν χρήματα. Το πρωί μπήκαν μέσα στη Μαγνησία. Μαζεύτηκαν όλοι οι Τούρκοι με σίδερα στα χέρια, με σπαθιά και στάθηκαν από την μία και από την άλλη άκρη του δρόμου πού θα περνούσαν και ανεβοκατέβαζαν τα σίδερα και τα σπαθιά και όποιος πρόφτανε και έσκυβε είχε καλώς, όποιος δεν πρόφτανε τον σκότωναν.

Ύστερα τους έβαλαν στις αποθήκες κάποιου εργοστασίου. Οι αποθήκες ήταν από ασβέστη. Όπως πάτησαν μέσα, σηκώθηκε η σκόνη του ασβέστη και με την αναπνοή τους απορροφούσαν τη σκόνη του. Είχαν κάνει εγκαύματα τα χείλια τους και τα στόματά τους. Ο προορισμός των αιχμαλώτων ήταν μέχρι τη Μαγνησία. Εκεί πήγε μια διαταγή να σταματήσει ο σκοτωμός και να καταγραφούν οι αιχμάλωτοι. Από τις πέντε χιλιάδες έμειναν μόνο χίλιοι. Οι τέσσερις χιλιάδες σκοτώθηκαν στο δρόμο.

 

 

Τα νέα έφτασαν και στα αυτιά της Βασιλικής.

- Δεν με άκουσε… Ψέλλιζε διαρκώς η Βασιλική… αν με άκουγε θα γλίτωνε τον βίαιο θάνατο.

- Ο καθένας καταγράφει μόνος του την πορεία του θανάτου του. Σχολίασε η Κασσάνδρα.

- Με πονάει. Όσο και αν ήταν γυναίκα ρουφιάνου, την αγαπούσα και δεν στοχάζομαι το τέλος της.

- Και εμένα με πονάει.

- Και τότε γιατί δε φεύγουμε;

- Δεν ήρθε ακόμα η ώρα.

- Πώς είσαι τόσο ψύχραιμη;

- Κι αν πανικοβληθώ τι θα γίνει; Αυτές οι καταστάσεις θέλουν ηρεμία.

- Και το παιδί δε το σκέφτεσαι;

- Πολύ.

- Τότε ας πάρουμε όσα υπάρχοντα ημπορούμε και ας φύγουμε από εδώ.

- Πρώτα όμως έχω να αποτελειώσω κάτι.

- Ακόμα και τώρα τον Νουρί σκέφτεσαι;

Δεν πήρε απάντηση. Φοβόταν να της ομολογήσει πώς μέσα στην φαντασία της υπήρχε κάθε βράδυ πού ξάπλωνε και πώς η καρδιά της δεν είχε καταφέρει να τον τιμωρήσει, να τον μισήσει.

 

Η συγγραφέας εξομολογείται:

 

Είναι η πρώτη φορά πού ξεκινάω έναν πρόλογο, έχοντας να πω το πώς αισθάνομαι. Κρατάτε στα χέρια σας ένα βιβλίο, με το οποίο ήμουν, είμαι και θα είμαι ερωτευμένη! Ξεκίνησε, να γράφεται σε ηλικία 20 χρόνων, πριν τη μελαγχολία της νύχτας! Όσο το έγραφα, έζησα πολύ όμορφες στιγμές, κι όταν έπρεπε να διακόψω, αισθανόμουν ότι μου έλειπε.

Περίεργο; Ναι. Η Σμύρνη, παρ' όλη τη θλίψη της, έχει μια παράξενη έλξη προς εμένα! Σαν να είχα ζήσει σε προηγούμενες ζωές μου, εκεί!

Μαγεύτηκα, δε, περισσότερο, με την ιστορία της νεαρής από την Αθήνα. Η γιαγιά της, της είπε την αληθινή ιστορία της. Δυστυχώς, η γιαγιά, έγινε άγγελος μια εβδομάδα, μετά την συμπλήρωση των εξελίξεων, των ηρώων, της ζωής τους.

Ξέρω πως θα αναρωτηθείτε, προς τι τόσα ιστορικά στοιχεία; Το κυριότερο, για εμένα είναι η νέα γενιά να έχει τη δύναμη της ελευθερίας και μέσα στην ελευθερία, να δέχεται, να μην καταδικάζει τον έρωτα, ανεξάρτητα με το πώς κρίνει και στέκεται ο καθένας στις δικές του προσδοκίες.

Δεν ξέρω τι συναισθήματα θα αφήσει σε εσάς αυτό μου το βιβλίο. Εύχομαι- ελπίζω, δε- να το ερωτευθείτε όπως εγώ!

Το βιβλίο είναι αφιερωμένο, στη γιαγιά Κασσάνδρα- στην άγνωστη, ως τώρα, σε εσάς, γυναίκα, που στη δύση της ζωής της, αποφάσισε, να μιλήσει στην εγγονή της!

Ας με συγχωρέσει, που δεν το μοιράστηκα, μαζί σας, πιο νωρίς!

Γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Στέλεχος Τραπεζικών Εργασιών, και έκανε τις πρώτες της συγγραφικές απόπειρες στις κόλλες των οικονομικών της βιβλίων. Ασχολείται με τη ζωγραφική έχοντας εκθέσεις στο ενεργητικό της, ήταν ραδιοφωνική παραγωγός στον άνεμο 9,37, γράφει σε τοπική εφημερίδα της Πάτρας, στη Freepen.gr, στο Βασικό Μέτοχο, Κορινθιακή Ημέρα, Palmografos.com, lefkadanet.gr και ταξιδεύει συχνά. Επίσης είναι μέλος της Εθνικής Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών Κύπρου.

Άλλα βιβλία της:

Η ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ, ΛΕΥΚΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ, ΤΟ ΚΕΝΤΗΜΑ ΤΟΥ ΔΡΑΚΟΥ, ΟΤΑΝ ΠΟΝΑΕΙ ΜΙΑ ΨΥΧΗ

Το blog της συγγραφέως: http://ilianavolonaki.blogspot.gr/

Επιμέλεια κειμένου

2 Σχόλια

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αναζήτηση στη σελίδα

Προσαρμοσμένη αναζήτηση

Αρχείο

Είσοδος