Select Page

Το δεντράκι που ήξερε να τραγουδά

Το δεντράκι που ήξερε να τραγουδά

 

 

Κάποτε, στη μέση ενός μεγάλου και καταπράσινου δάσους, πλάι σε ένα γάργαρο ποτάμι, φύτρωσε ένα μικρό παράξενο δεντράκι. Είχε ένα λεπτό και σφιχτό κορμό, που δεν ξεπερνούσε το ενάμισι μέτρο, ενώ κατέληγε σε εννέα όμορφα, ντελικάτα κλαδιά στολισμένο το καθένα με δεκατρία ασημένια φυλλαράκια. Κανείς ποτέ στο δάσος δεν είχε δει κάτι παρόμοιο!
-Τα φύλλα του θυμίζουν ασημένιες καμπανούλες παρατήρησε ψιθυριστά η καστανιά, που ήταν ίσως η ντροπαλότερη και πιο ευγενική κάτοικος του δάσους.
-Ναι, δεν είναι απαίσιο; τσίριξε με την λεπτή της φωνή η αγριοφραουλιά που δεν έβλεπε με καλό μάτι τον νεοφερμένο! Στην πραγματικότητα κανένα δεν τη συμπαθούσε. Για όλους είχε κάτι δυσάρεστο να βρει. Λες κι εκείνη ήταν τέλεια!
- Τι σόι δέντρο είναι αυτό; Πού είναι οι καρποί του; Ποια είναι η ικανότητά του; Και κυρίως πώς και γιατί ήρθε μέχρι εδώ;, ρώτησε με την στεντόρεια φωνή της η βελανιδιά.
Σιγά σιγά ξεθάρρεψαν και τ ’ άλλα δέντρα και ζώα του δάσους και βάλθηκαν να το βομβαρδίζουν με ερωτήσεις!
-Πώς σε λένε; Τι ύψος έχεις; Σε ποιο είδος ανήκεις; Κάθε πότε καρπίζεις; Έχεις δει ποτέ σου πόλη; Έχεις γονείς, αδέλφια, συγγενείς; Ποιο είναι το αγαπημένο σου χρώμα; Ρίχνεις τα φύλλα σου;
Ρωτούσαν, ρωτούσαν κάθε τι λογικό και παράλογο που τους ερχόταν στο κεφάλι, μέχρι που το δεντράκι ζαλίστηκε και παραλίγο να χάσει την ισορροπία του και να ξεριζωθεί!
-Ησυχία, φώναξε τότε με τη δυνατή και σταθερή φωνή του ο γεροπλάτανος που ήταν ο γηραιότερος και ίσως ο σοφότερος απ' όλους! Ήταν σ’ αυτό το δάσος από μικρό δεντρί και αν και είχαν δει πολλά οι ρίζες του, πρώτη του φορά αντίκριζε κάτι τέτοιο. Γι' αυτό έπρεπε να φροντίσει ώστε να μη διαταραχθεί η ηρεμία του. Αργότερα όταν θα περνούσε η πρώτη βουή θα έπαιρνε τις πληροφορίες που ήθελε από τον φανερά τρομαγμένο νεόφερτο «ξένο»!
Αμέσως όλοι σταμάτησαν και στο δάσος έπεσε μια ύποπτη ηρεμία, όπως ακριβώς πριν από το μεγάλο χαλασμό που φέρνει μαζί της η καταιγίδα! Κανένας δεν μιλούσε, όμως στις ρίζες, στα φύλλα και στα κλαδιά όλων, διαγράφονταν η ίδια απορία: « Ποιος είναι τελικά αυτός ο μυστηριώδης και βουβός ξένος»;
Το δεντράκι όμως δεν έβγαζε μιλιά! Καθόταν εκεί με τα κλαδάκια του να τρέμουν από το φόβο, ευχόμενο να μην είχε φυτρώσει ποτέ του σ’ αυτό το μεγάλο σκοτεινό και αφιλόξενο δάσος. Βέβαια το παρηγορούσε η ιδέα πως με τον καιρό και μένοντας όσο πιο ήσυχο μπορούσε, τα υπόλοιπα δέντρα θα ξεχνούσαν εντελώς και την ύπαρξή του!
Τότε συνέβη κάτι ολότελα περίεργο. Ένα γλυκό σκανταλιάρικο αεράκι που περνούσε μέσα από το δάσος, θέλησε να παίξει με τα δέντρα και άρχισε να χορεύει περνώντας μέσα από τα φυλλώματά τους. Το δεντράκι λικνίστηκε και ένα μικρό, ανεπαίσθητο, σχεδόν σαν χάδι, κουδούνισμα διαπέρασε το δάσος, ταράζοντας τη φαινομενική του ησυχία.
-Το... το ακούσατε αυτό; είπε ο κύριος Πεύκος, αγριοκοιτάζοντας ταυτόχρονα τα είκοσι τρία ή ίσως και είκοσι τέσσερα νεαρά πευκάκια του, που είχαν αρχίσει να πετούν κουκουνάρια στον «ξένο» και να τον προκαλούν.
-Προφανώς ο άνεμος ήταν αγαπητέ μου, είπε το σκίνο, που είχε αρχίσει να θυμώνει με τη συμπεριφορά των μικρών πεύκων. Καθώς ήταν και το ίδιο μικρόσωμο, ένας θάμνος και φυσικά διαφορετικό από τα υπόλοιπα μεγαλόσωμα δέντρα, μπορούσε να καταλάβει «την βουβαμάρα του ξένου» και να τη δικαιολογήσει. Ίσως μόλις έπεφτε η νύχτα για να μη δίνει και στόχο, να πλησίαζε τον μικρό ξένο και να του έδινε μερικές συμβουλές, ώστε να μπορέσει να ζήσει μαζί τους στο δάσος χωρίς μπελάδες.
Εν’ τω μεταξύ το αεράκι αφού έκανε μερικές μικρές πιρουέτες πάνω στα σταθερά κλαδιά του γεροπλάτανου προσγειώθηκε μ’ ένα μικρό ροντάτ στο ψηλότερο κλαδί της βελανιδιάς, για να καταλήξει τελικά με ένα φοβερό σάλτο – σπαγγάτ στα λεπτά κλαδάκια του μικρού δέντρου, που τραντάχτηκε ξαφνιασμένο μέχρι τη βαθύτερη ρίζα του.
Στη συνέχεια ένας κυματιστός, κουδουνιστός ήχος ξεχύθηκε από τα κλαδιά του και πλημμύρισε μεμιάς το δάσος! Τα δέντρα υπνωτισμένα από την γλυκιά μελωδία άρχισαν να λικνίζουν κι εκείνα τα κλαδιά τους στο ρυθμό της και δεν σταμάτησαν παρά ώρες μετά, αφού το αεράκι έφυγε. Σταδιακά επικράτησε η γνώριμη ησυχία. Όλοι ένιωθαν αμηχανία και αν και ήξεραν από πού προερχόταν η γλυκιά μελωδία, κανείς δεν θέλησε να το σχολιάσει. Ούτε ο γεροπλάτανος που όλα τα παρατηρούσε και όλα τα γνώριζε, είπε κάτι. Ακόμα και το σκίνο, που μέχρι τότε ήθελε να γνωριστεί με τον «ξένο», αποφάσισε πως θα ήταν ασφαλέστερο για τον ίδιο και την οικογένειά του, να μείνει μακριά.
Όλοι έδειχναν εντυπωσιασμένοι από το τραγούδι του «παράξενου ξένου», μα κατά βάθος ενοχλήθηκαν που ένα τόσο περίεργο και αταίριαστο με το δάσος, δέντρο, είχε τόσο μεγάλο ταλέντο.
-Πιφ, έκανε δήθεν βαριεστημένα η αγριοφραουλιά. Εγώ μπορώ να τραγουδήσω πολύ καλύτερα, αλλά να δεν θέλω να γρατζουνίσω τις φωνητικές μου χορδές! Και αμέσως γύρισε από την άλλη πλευρά, για να μη βλέπει τον «ξένο».
Το δεντράκι έγινε κατακόκκινο από την ντροπή του, ενώ την ίδια στιγμή προσπαθούσε να προφυλάξει τα ευαίσθητα κλαδιά του από τα κουκουνάρια και τα βελανίδια που έρχονταν κατά πάνω του από κάθε κατεύθυνση!
-Αχ, ευχήθηκε σιωπηλά, μακάρι να γινόμουν αόρατος! Τότε, κανένας δεν θα μπορούσε να μου κάνει κακό… ή τουλάχιστον ας γινόταν ένα θαύμα, να ένα τόσο δα μικρούλικο θαύμα και εγώ να έβγαζα κλαδιά καταπράσινα, να όπως η κυρία βελανιδιά… τότε όλοι θα με ήθελαν και θα με αγαπούσαν… δεν θα με θεωρούσαν «ξένο» και «παράξενο»!
Οι μέρες κύλησαν, το ίδιο και οι βδομάδες, οι μήνες και οι εποχές και κανείς δεν αναφέρθηκε στο περίεργο εκείνο απόγευμα. Ωστόσο για το μικρό δέντρο μόνο ήρεμα δεν ήταν τα πράγματά! Τα νεότερα δέντρα με επικεφαλείς τα πευκάκια παρέα με τους λαγούς και τα σκιουράκια, δεν σταμάτησαν στιγμή να το ενοχλούν πετώντας του αντικείμενα και κάνοντας κακόβουλα σχόλια για τον κορμό, τα κλαδιά και τα φύλλα του! Ούτε οι ρίζες του δεν γλύτωσαν από την μανία τους!
Κι όμως το δεντράκι τα υπέμενε όλα αυτά σιωπηλά, θαρρείς και δεν ήταν εκεί! Σαν κάποια μυστήρια δύναμη να το είχε μεταφέρει σε κάποιο άλλο δάσος και να είχε αφήσει εκεί ένα ψεύτικο, ίδιο, για να ξεγελάει τους περίεργους!
Μόνο ένα βράδυ που όλο το δάσος κοιμόταν και το ολόγιομο φεγγάρι αγκάλιαζε σαν στοργική μάνα το μικρό δέντρο, εκείνο σήκωσε τα καμπανιστά του φυλλαράκια και άρχισε ένα γλυκό μελαγχολικό τραγούδι. Κι ήταν τόσο υπέροχη ετούτη η μελωδία που τα υπόλοιπα δέντρα σαν υπνωτισμένα άρχισαν κοιμισμένα αυτή τη φορά να χορεύουν, κουνώντας με περισσή χάρη τα μεγάλα και χοντροκομμένα τους κλαδιά. Αυτή τη σχεδόν μαγική τελετουργία είχε το προνόμιο να την παρακολουθεί η Λήδα η νυχτερίδα, που ζούσε στην μεγάλη τρύπα, στη βάση του γεροπλάτανου. Νυχτόβιο και μοναχικό πλάσμα η Λήδα, είχε καταλάβει από την πρώτη στιγμή πόσο ξεχωριστό ήταν εκείνο το μικροκαμωμένο δέντρο με τα περίεργα φυλλαράκια. Κι ενώ είχε σκεφτεί πολλές φορές κι η ίδια να πιάσει φιλία μαζί του και έκανε πρόβα για τα όσα θα του έλεγε, εκείνο έμοιαζε ολότελα χαμένο στο δικό του σιωπηλό κόσμο! Έτσι ποτέ της δεν τόλμησε να του μιλήσει! Με εξαίρεση εκείνο το περιστατικό με το αεράκι που σχολιαζόταν για πολύ καιρό στο δάσος και είχε φτάσει και στ’ αυτιά της, το μικρό δέντρο δεν είχε επικοινωνήσει με κανένα! Και να που εκείνο το βράδυ άκουγε πάλι αυτή την υπέροχη μελωδία! Αποφάσισε λοιπόν να προσπαθήσει άλλη μια φορά να γνωριστεί μαζί του.
-Τι ωραία που τραγουδάς μικρό μου, είπε η Λήδα και ένας αναστεναγμός ξέφυγε από τα βάθη της νυχτεριδένιας της καρδιάς!
-Αχ, γιατί δεν μου μιλάς; πρόσθεσε λυπημένα. Με λένε Λήδα και αν ήθελες θα γινόμαστε πολύ καλοί φίλοι οι δυο μας. Βλέπεις ούτε εμένα με συμπαθούν ιδιαίτερα. Φταίει μάλλον που τις ώρες που παραδοσιακά τα πλάσματα του δάσους γνωρίζονται, παίζουν και διασκεδάζουν, εγώ κοιμάμαι του καλού καιρού! Όταν πια ξυπνάω, όλοι βρίσκονται στο δεύτερο ή τρίτο όνειρο και έτσι περιφέρομαι μόνη. Θα το έριχνα στο τραγούδι και η ίδια, όμως είμαι τόσο παράφωνη που μια νύχτα που ήρθα σε τρελά κέφια και μου ‘ρθε να τραγουδήσω… Από την γαιδουροφωνάρα μου, γκρεμίστηκε ένα αγριομελίσσι από το τρίτο ανατολικό κλαδί στη δεξιά πλευρά της εισόδου μου και παραλίγο να παγιδευτώ για πάντα στο εσωτερικό του γερο πλάτανου! Από τότε αποφάσισα να μην ασχοληθώ άλλο με το τραγούδι!
Εκείνη την ώρα το δέντρο που τόση ώρα άκουγε με προσοχή το παραλήρημα της Λήδας, ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια. Αχ, ήταν ένα καθαρό κελαριστό γέλιο, σαν το παγωμένο νεράκι που πέφτει με πίεση από τις πηγές στο ποτάμι την άνοιξη, που λιώνουν τα χιόνια και η φύση ξυπνάει! Τα λεπτά κλαδιά του λικνίζονταν με τόση χάρη σαν να ‘ταν νότες που ξεφάντωναν κάτω από τις οδηγίες της μπαγκέτας του έμπειρου μαέστρου!
-Τι όμορφα που γελάς, είπε η Λήδα μα αμέσως το μετάνιωσε καθώς είδε το δέντρο να σταματάει απότομα.
-Ωχ, όχι, όχι, μη σταματάς να χαρείς, είπε η καημένη η νυχτεριδούλα που δεν άντεχε να μείνει πάλι μόνη.
-Γέλασέ μου λίγο ακόμη, είναι ανυπόφορη η βραδινή ησυχία. Και εγώ νιώθω τόσο μόνη! Μα αν εσύ μου γελάς, τότε η μοναξιά θα εξαφανίζεται και μαζί της θα παίρνει και τη θλίψη και την ησυχία που τόσο με βασανίζουν! Μα, αν πάλι δεν θέλεις, τότε άφησέ με να καθίσω τουλάχιστον στα κλαδιά σου. Έτσι θα σε νιώθω κοντά μου και θα θυμάμαι το γέλιο σου που μου έφερε τόση χαρά. Ε, και τότε, ε να, δεν θα νιώθω μόνη. Ξέρεις, όταν σε πρωτοαντίκρισα εκείνη την πρώτη νύχτα στο δάσος, ένιωσα τόσο χαρούμενη που πέταγα στο δάσος για ώρες. Στροβιλιζόμουν κάτω από το φως του φεγγαριού και μόνο όταν κουτούλησα πάνω στον γεροπλάτανο σταμάτησα! Και ξέρεις γιατί; Γιατί επιτέλους είχα βρει παρέα! Βλέπεις κανείς στο δάσος δεν θέλει να κάνει παρέα με μια νυχτερίδα. Η όψη μου τους τρομάζει.
Εκείνη την ώρα το δεντράκι άπλωσε το έκτο κλαδάκι του και προσεχτικά, για να μην πληγώσει την Λήδα, της χάιδεψε στο πρόσωπο λέγοντας:
-Εγώ σε βρίσκω ξεχωριστή, ψιθύρισε!
Στο μεταξύ φεγγάρι που όλη αυτή την ώρα παρακολουθούσε όσα συνέβαιναν στο δάσος, κατέβηκε πιο χαμηλά φωτίζοντας το ακόμα περισσότερο. Ύστερα έσκυψε και κάτι του ψιθύρισε.
Τότε συνέβη κάτι απρόσμενο. Το μικρό δεντράκι άπλωσε το ένα από τα εννέα του κλαδάκια και χάιδεψε το χλωμό μάγουλο του φεγγαριού. Καυτά δάκρυα κύλησαν από τα μάτια του, που έσταξαν και πότισαν το χώμα γύρω από το δεντράκι. Ευθύς εκείνο άρχισε πάλι το τραγούδι. Κι ήταν τόσο υπέροχη η μελωδία μα και τόσο μελαγχολική, που η Λήδα δεν κρατήθηκε, χώθηκε πιο βαθιά στο κλαδί που κρεμόταν και έβαλε γοερά κλάματα. Έκλαιγε, έκλαιγε και μόνο όταν στέγνωσε ολόκληρη και ένιωσε άδεια, άνοιξε τα μάτια της. Βγήκε από την κρυψώνα της αργά, αργά από φόβο μήπως τρομάξει τους παράξενους επισκέπτες, μα όταν κοίταξε προς την πλευρά του δέντρου, δεν μπόρεσε να διακρίνει τίποτα! Το φεγγάρι είχε ανέβει πολύ ψηλά και τα πυκνά κλαδιά των πεύκων και των άλλων δέντρων δεν της επέτρεπαν να δει. Αν και ανήκε στα νυκτόβια πλάσματα και είχε εξαιρετική όραση, εκείνη τη νύχτα κατά ένα περίεργο τρόπο αδυνατούσε να δει πέρα από τη μύτη της! Αποφάσισε λοιπόν να πετάξει μέχρι την καστανιά και να βρεθεί ακριβώς από πάνω του.
Αυτό που είδε την έκανε να τα χάσει. Το μικρό δέντρο, κάθε άλλο παρά μικρό ήταν πια! Λες και τα δάκρυα του φεγγαριού ήταν μαγικά, είχε ψηλώσει τουλάχιστον ένα μέτρο και τα κλαδιά του έμοιαζαν με μακριές κορδέλες σαν εκείνες που τυλίγουν και ξετυλίγουν οι νέες, τραγουδώντας γύρω από ένα μακρύ κοντάρι στα πανηγύρια. Τόσο μεγάλη ήταν και η χαρά της, όταν αντίκρισε το όμορφο δέντρο!
-Ποπό, τι όμορφο που είσαι, είπε και της φάνηκε πως εκείνο κοκκίνισε και μικρά κουδουνίσματα γέμισαν την ησυχία της νύχτας. Σου άρεσε το σχόλιο που έκανα; Ε; Αλήθεια το εννοώ. Είσαι το πιο όμορφο δέντρο που έχω δει.
-Λήδα, χαίρομαι που σου αρέσω και θέλω πολύ να γίνουμε φίλοι, είπε το δέντρο δειλά, με ένα ψίθυρο που θύμιζε ανοιξιάτικη ψιχάλα. Όπως ήδη γνωρίζεις όμως τα υπόλοιπα δέντρα δεν με θέλουν και γι αυτό δεν μπορώ να μείνω άλλο εδώ. Το φεγγάρι μού είπε πως σύντομα θα έρθουν εκείνα τα πλάσματα που σκορπίζουν τον πόνο και την καταστροφή και θα με πάρουν μαζί τους… Ξέρεις θέλω καιρό τώρα να μιλήσω, μα φοβόμουν πολύ... Λοιπόν, η μητέρα μου, το φεγγάρι, μού είχε πει πως αυτό ήταν ένα ξεχωριστό δάσος και ήμουν πολύ τυχερό δεντράκι που θα άπλωνα τις ρίζες μου εδώ. Έτσι όταν πρωτοήρθα σ’ αυτό, ήμουν ένα ενθουσιασμένο σποράκι καθώς θα μεγάλωνα κοντά σε πολλά και διαφορετικά δέντρα. Σκεφτόμουν πόσες ιστορίες και πόσα καινούρια πράγματα θα μπορούσαν να μου μάθουν. Είχα τέτοια λαχτάρα να μεγαλώσω, ώστε όταν έβγαλα τα κλαδιά μου και τα πρώτα μου φύλλα, άρχισα να τραγουδάω. Τότε ήταν που με άκουσαν για πρώτη φορά. Μα δυστυχώς για μένα, το τραγούδι μου δεν τους άρεσε και με αντιπάθησαν στη στιγμή. Από εκείνη την ώρα, η κάθε μέρα ήταν χειρότερη από την προηγούμενη. Τα μεγαλύτερα δέντρα με αγνοούσαν, ενώ τα μικρότερα σκαρφίζονταν κάθε μέρα και κάτι καινούριο πιο φοβερό απ’ το προηγούμενο πείραγμα για να μου δείξουν πόσο με μισούν! Είχα σχεδόν συνηθίσει και άρχισα να αποδέχομαι αυτήν την κατάσταση μέχρι σήμερα το βράδυ, που ένα μικρό ξεχωριστό πλάσμα, εσύ Λήδα, μ’ έκανες να γελάσω. Ένιωσα τόση χαρά που νόμιζα πώς η ξύλινη καρδιά μου θα σπάσει! Κι ύστερα είπες κάτι που μέχρι τότε πίστευα πως δεν θ’ άκουγα ποτέ. Είπες πως ήθελες να γίνουμε φίλοι! Αχ, ήταν τόσο μεγάλη η ευτυχία μου! Για σένα τραγούδησα σήμερα καλή μου, ξεχωριστή μου φίλη! Η χαρά μου έγινε τραγούδι και παρότι το φεγγάρι μού ανακοίνωσε με θλίψη το μέλλον μου, εγώ δεν φοβάμαι καθόλου πια.
-Το μέλλον σου; ψέλλισε ανήσυχα η Λήδα. Τι εννοείς; Τι σου είπε το φεγγάρι; Πες μου σε παρακαλώ. Τώρα είμαστε φίλοι και εγώ που έψαχνα μια ολόκληρη νυχτεριδένια ζωή για ένα φίλο δεν θα επιτρέψω να σου κάνει κανένας κακό! Αλλιώς να μη με λένε Λήδα η φοβερή κυνηγονυχτερίδα!
Τότε το δέντρο που το λέγανε Ασημένιο, της είπε πως ήταν ένα σπάνιο δέντρο. Η μητέρα του, η σελήνη, το γνωστό φεγγάρι, κάθε χρόνο λίγο πριν τον ερχομό του χειμώνα, δάκρυζε για λίγες μόνο στιγμές. Από τα δάκρυά της γεννιόταν ένα δεντράκι διαφορετικό από τα άλλα. Ένα δέντρο που ήξερε να τραγουδάει. Το είδος του όμως είχε σχεδόν εξαφανιστεί, αφού τα πλάσματα που σκορπίζουν τον πόνο και την καταστροφή, γνωστοί και ως άνθρωποι, τους έκοβαν και στη συνέχεια τους έκαναν μουσικά όργανα.
 -Βλέπεις καλή μου Λήδα, από το δικά μου ξεχωριστά μουσικά κλαδιά φτιάχνουν τα πιο εκλεκτά βιολιά, ενώ με τα φύλλα μου διακοσμούν τα κλειδιά τους. Στο επόμενο γέμισμα του φεγγαριού θα έρθουν να με κόψουν κι εμένα όπως και τα αδέλφια μου, είπε στο τέλος και ύστερα βουβάθηκε.
Βουβή έμεινε και η Λήδα. Τί μπορούσε να πει άλλωστε; Όταν της είπε πως οι άνθρωποι κρύβονταν πίσω από την απειλή, παρακάλεσε με όλη τη δύναμη της μικροσκοπικής νυχτεριδοψυχούλας της, να έπεφτε πάνω της ένας κεραυνός και να την έκανε ψητή παρά να ζούσε για να δει το χαμό του φίλου της. Ήξερε πολύ καλά πως οι άνθρωποι ήταν πολύ δυνατοί, τι δυνατοί, ανίκητοι ήταν με όλα εκείνα τα πριόνια και τα τσεκούρια που κουβαλούσαν. Για εκείνους ο Ασημένιος θα ήταν υπόθεση λίγων λεπτών, έτσι λεπτοκαμωμένος που ήταν! Ξαφνικά το στομάχι της γουργούρισε και τότε μόνο κατάλαβε πως δεν είχε βάλει μπουκιά στο στόμα της από το πρωί! Όμως καθόλου δεν πεινούσε και ας έλεγε άλλα μια φωνούλα μέσα της. Τώρα είχε πιο σημαντικές υποθέσεις να σκοτίσει το μυαλό της. Το φαγητό μπορούσε να περιμένει. Το ξημέρωμα όμως; Πώς θα μπορούσε να μείνει ξύπνια μέχρι το πρωί, ώστε να μιλήσει με τον ιδιοκτήτη της; Ήδη ο ήλιος είχε αρχίσει την πρωινή του αναρρίχηση και εκείνη ένιωθε τα βλέφαρα της να κλείνουν. Τι θα έκανε;
Από την άλλη την πλευρά, ο Ασημένιος, βλέποντας την φίλη του κουρασμένη και τόσο θλιμμένη, θέλησε να την κάνει να γελάσει όπως πριν. Γι αυτό άρχισε να τραγουδάει. Ήταν όμως ένα γλυκόπικρο τραγούδι, διαφορετικό από τα προηγούμενα, αφού για πρώτη φορά μπορούσε εκείνη να ακούσει και τα λόγια του που μιλούσαν για την παράξενη φιλία τους.


Ήμουν μόνος και κρυβόμουν, τη ζωή πολύ φοβόμουν,
μα εσύ με μια σου λέξη έδιωξες την μοναξιά,
 έφερες χαρά κι ελπίδα μες την ξύλινη καρδιά.
Όσο μακριά κι αν πάω σ’ όποια χώρα κι αν βρεθώ
φυλαχτό θα κουβαλάω την ανάμνησή σου εγώ.
Η φιλία μας αξίζει όσο χίλιες δυο ζωές
γιατρικό σ’ όσα πληγώνουν γέλιο στις αναποδιές.
Λήδα είσαι πάνω απ’ όλα μια φίλη αληθινή
Ένας φάρος που θα φέγγει για να με φυλάει, εσύ.

Στο μεταξύ ο ήλιος είχε ανέβει ψηλά και έδωσε το πρόσταγμα της νέας ημέρας. Τα άλλα δέντρα είχαν ξυπνήσει και άκουγαν ασάλευτα, σαν μαγεμένα το υπέροχο και συνάμα τόσο λυπητερό τραγούδι του «ξένου». Όλα άκουσαν και κατάλαβαν πόσο πολύ είχαν αδικήσει τον Ασημένιο. Τους είχε τυφλώσει η ζήλια τους και ακόμα και αν δεν ήθελαν να το παραδεχτούν, του όφειλαν όλα τους μια μεγάλη συγγνώμη. Και αυτό και έκαναν. Πρώτα με σκυφτά τα κλαδιά τους απολογηθήκαν τα πευκάκια και τα άλλα νεαρά μέλη του μεγάλου δάσους για το άσχημο φέρσιμό τους. Ύστερα ακολούθησαν τα πιο μεγάλα δέντρα και ζώα και όταν τέλειωσαν με τις εξηγήσεις, κάθισαν να σκεφτούν, όλοι μαζί πια, σαν μια μεγάλη παρέα φίλων, τι θα έκαναν, όταν θα έρχονταν οι άνθρωποι.
Μιλούσαν για ώρες και όταν ο ήλιος κουρασμένος και ζαλισμένος από τις συζητήσεις και τα σχέδιά τους πήγε για ύπνο, η Λήδα, που στο μεταξύ είχε αποκοιμηθεί στα κλαδιά του Ασημένιου, άνοιξε τα μάτια της και τους βρήκε όλους ξύπνιους και στενοχωρημένους, αφού όποιο σχέδιο κι αν κατάστρωναν, κατέληγε σε αδιέξοδο.
Τότε το λόγο πήρε για πρώτη φορά ο σοφός γεροπλάτανος. Όλες αυτές τις ώρες είχε επιλέξει τη σιωπή. Και μόνο όταν άκουσε με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον και σεβασμό τη γνώμη όλων, τότε μίλησε. Η φωνή του όμως ακούστηκε διαφορετική. Ίσως να έφταιγε η αϋπνία του, σκέφτηκε η Λήδα. Μα και τα άλλα δέντρα κατάλαβαν την αλλαγή. Ο πλάτανος ακουγόταν χαρούμενος και παρά τη γενική αναστάτωση, εκείνος έδειχνε εξαιρετικά ήρεμος. Σαν να είχε βρει τη λύση, που τ’ αδέλφια του παιδεύονταν να βρουν, χωρίς ελπίδα, τόσες ώρες. Αν και δεν ήθελε πολλές επαφές με τα δέντρα και στην πραγματικότητα αν και φοβόταν το γερο πλάτανο, για να βοηθήσει τον Ασημένιο, ξερόβηξε κι έκανε την ερώτηση που της τρυπούσε το μυαλό.
-Γκουχ, γκουχ, σεβάσμιε γεροπλάτανε, δηλαδή δεν εννοώ γέρο όπως γέρος, δηλαδή στην ουσία είσαι πολύ νεότερος, δηλαδή αυτό που θέλω να πω… Αχ, θάλασσα τα έκανα μέχρι τώρα μονολόγησε νοερά η Λήδα. Έλα κορίτσι θάρρος, θάρρος, ε λοιπόν κύριε γεροπλάτανε, είπε με μια φωνή που θύμιζε κρώξιμο καρακάξας, μήπως έχετε κάποια ιδέα για να βοηθήσουμε τον φιλαράκο μου τον Ασημένιο πριν καταλήξει φλάουτο ή βιολί ή κλαρίνο ή βιόλα ή όλα τα πνευστά και έγχορδα μαζί;
Ο Πλάτανος που γνώριζε τη Λήδα και τη συμπαθούσε πολύ, καθώς ήταν ίσως η πιο ήρεμη και τακτική ένοικος που είχε, δεν θέλησε να τη βασανίζει άλλο με τη σιωπή του γι' αυτό είπε:
-Αγαπητή μου Λήδα, καινούριε και ξεχωριστέ μας φίλε Ασημένιε, φίλοι και φίλες του μεγάλου και καταπράσινου δάσους. Αν και είμαι ο πιο μεγάλος σ’ αυτή την παρέα, θέλω να ευχαριστήσω τη μικρή μου νυχτερίδα που μου θύμισε ένα μάθημα ζωής. Δυστυχώς, καθώς περνούν τα χρόνια ξεχνάμε ακόμη και τα σημαντικά, όπως την αξία που έχει ο καθένας από εμάς και το πόσο ξεχωριστός είναι. Παρότι εξωτερικά δεν είμαστε ίδια, όμως όλα τα πλάσματα αυτού του δάσους, μικρά και μεγάλα είμαστε αναγκαία για να μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει και μαζί του κι εμείς. Ακόμα στη διαφορετικότητα του καθένα από εμάς κρύβεται το μυστικό της ομορφιάς αυτού του δάσους γι' αυτό υπάρχει μέχρι σήμερα και μακάρι να συνεχίσει να υπάρχει για αιώνες ακόμα. Ο φίλος μας, που τόσο αδικήσαμε, «ο ξεχωριστός τραγουδιστής», μάς έχει ανάγκη. Ο κίνδυνος που τον απειλεί έχει δυνάμεις που εμείς δεν μπορούμε να πολεμήσουμε. Όμως δεν πρέπει να τον αφήσουμε να νικήσει χωρίς αγώνα. Γι' αυτό θα σας πω το σχέδιό μου και αν αυτό πετύχει κανείς δεν θα μας στερήσει τη συντροφιά του νέου μας φίλου και των υπέροχων τραγουδιών του.
Έτσι άρχισε γρήγορα γρήγορα να τους εξηγεί το τρελό του σχέδιο. Γιατί μόνο ένας τρελός ή ένας σοφός θα μπορούσε να πιστέψει πως αν άλλαζαν το χρώμα των φύλλων και το σχήμα του Ασημένιου οι άνθρωποι θα μπερδεύονταν και θα έφευγαν μακριά πιστεύοντας πως το δέντρο που ήθελαν είναι κάπου αλλού.
Και να τι τους ζήτησε να κάνουν. Κάθε σπουργίτης, κότσυφας, τσίχλα, καρακάξα, αηδόνι, νυχτερίδα, σκίουρος, αλεπού, ασβός, αρκούδα, κουνάβι, λύκος θα αναλάμβανε από μια αποστολή. Τα πουλιά θα μετέφεραν ξυλαράκια και θα έφτιαχναν φωλιές, ώστε να καλύψουν τα άδεια κλαδιά του Ασημένιου. Από την άλλη τη μεριά, οι σκίουροι με αρχηγό τη Λήδα και τις άλλες νυχτερίδες, που έμαθαν και έτρεξαν να βοηθήσουν, θα κουβαλούσαν κόκκινη λάσπη από τις όχθες του ποταμού με την οποία θα κάλυπταν τα ασημένια του φύλλα. Οι αρκούδες, οι αλεπούδες, τα κουνάβια,οι λαγοί, ακόμα και οι λύκοι ανέλαβαν να μεταφέρουν κορμούς παλιών δέντρων και ότι άλλο έβρισκαν προκειμένου να φτιάξουν ένα φράγμα, ώστε να δυσκολέψουν τον εισβολέα.
Έτσι κι έγινε. Όλοι δούλεψαν σαν μια καλοκουρδισμένη «ζωντανή μηχανή» και στο τέλος του μήνα, μια μέρα πριν το φεγγάρι προβάλει σαν ολοστρόγγυλη κατακίτρινη μπάλα στον καθαρό ουρανό, η αποστολή μεταμόρφωση είχε ολοκληρωθεί. Αν είχε γίνει καλή δουλειά; Αυτό έμελλε να το μάθουν μετά από μερικές ώρες και συγκεκριμένα το επόμενο βράδυ με τον ερχομό της πανσέληνου.
Όταν ο ήλιος ανόρεχτα άρχισε να κατεβαίνει το ίδιο βουνό που καθημερινά σκαρφάλωνε σαν επαγγελματίας ορειβάτης για να ξεκουραστεί και το φεγγάρι πρόβαλε ψηλά, εμφανίστηκαν εκείνοι. Ήταν όπως ακριβώς του είχε πει η μητέρα του. Έμοιαζαν με σκιερά τέρατα, έτσι που τους φώτιζε το φεγγάρι και όπως κρατούσαν τα τσεκούρια και τα πριόνια στα χέρια τους ήταν πραγματικά  πλάσματα ικανά να σκορπίσουν την καταστροφή! Στην αρχή ήταν σιωπηλοί λες και είχαν υποψιαστεί πως ότι έλεγαν το δάσος το άκουγε. Ύστερα όμως, μόλις τα μάτια τους συνήθισαν το χλωμό νυχτερινό φως, άρχισαν να μουρμουρίζουν κάτι παράξενες και άγνωστες στο δάσος και τα πλάσματά του λέξεις όπως κέρδος, μεγάλη αξία, κατάλληλος αγοραστής, παραδάκι, ζεστό και άλλες πολλές που έπεφταν σαν χαλασμένα καρύδια στην ήσυχη βραδιά. Καθώς η νύχτα προχωρούσε και το φεγγάρι ανέβαινε ψηλά, οι εισβολείς που στο μεταξύ είχαν ψάξει πόντο πόντο κάθε γωνιά του δάσους, χωρίς να έχουν βρει ίχνος του Ασημένιου, άρχισαν να χάνουν την όρεξη για κουβεντούλα. Όταν πια πλησίαζε το ξημέρωμα και χωρίς να έχουν βρει ούτε ένα τόσο δα ασημένιο φυλλαράκι, το πήραν απόφαση πως είχαν κάνει ένα μεγάλο λάθος και εξαιτίας του είχαν χάσει τον ύπνο και την ησυχία τους! Έτσι, και ενώ είχαν αποφασίσει να φύγουν, ένα γλυκό αεράκι σαν κι αυτό που και παλιότερα είχε επισκεφθεί το δάσος ήρθε να παίξει με τις φυλλωσιές των όμορφων δέντρων. Τα καημένα τα πλάσματα και τα δέντρα του δάσους, που ως εκείνη την ώρα παρακολουθούσαν κρυμμένα στις σκιές όσα γίνονταν, κράτησαν την ανάσα τους, έχοντας παραλύσει κυριολεκτικά από το φόβο της αποκάλυψης!
Τότε συνέβη κάτι ασύλληπτο. Το αγέρι σαν να άκουσε την βουβή παράκληση του δάσους και ενοχλημένο από την ανθρώπινη παρουσία σταμάτησε το παιχνίδι και στάθηκε στα κλαδιά του μεταμορφωμένου Ασημένιου. Εκείνος που είχε πιαστεί τόσες ώρες θαμμένος κάτω από όλα αυτά τα υλικά κούνησε ελαφρά τα κλαδιά του ίσα ίσα να τεντωθεί. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ακούστηκε το γνώριμο πλέον τραγούδισμα των φύλλων του που αν και καλυμμένα με λάσπη, δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στο χορευτικό κάλεσμα των κλαδιών τους και αποφάσισαν να τα συνοδεύσουν τραγουδώντας. Ε, και μετά ακολούθησε το αλαλούμ! Οι άνθρωποι με τα τσεκούρια και τα πριόνια, που μέσα στη νύστα τους άκουσαν το τραγούδι, νόμισαν πως υπάρχει κάποιο στοιχειό του δάσους κρυμμένο και πολύ θυμωμένο με τα σχέδιά τους. Έτσι όταν είδαν την Λήδα, που στο μεταξύ από το φόβο της για τον φίλο της αποφάσισε να ορμήσει στον εχθρό, πέταξαν ουρλιάζοντας τα όπλα της καταστροφής και τσιρίζοντας «φάντασμα, στοίχειωσε το δάσος φάντασμα», χάθηκαν για πάντα από αυτό.
Με αυτό τον αστείο τρόπο τελείωσε αυτή η φοβερή δοκιμασία για το δάσος και τους φίλους που ζουν σ’ αυτό! Τα νέα διαδόθηκαν σύντομα παντού και για πολλά χρόνια κανένας άνθρωπος δεν το πλησίαζε. Μα κι αν κατά καιρούς κάποιος «θαρραλέος» το επιχειρούσε, τότε αναλάμβανε ο Ασημένιος, που μαζί με την αχώριστη ξεχωριστή του φίλη και βοηθό Λήδα, τον τρομοκρατούσαν με το τραγούδι τους!
Έτσι η ηρεμία του μεγάλου και καταπράσινου δάσους αποκαταστάθηκε και όλοι συνέχισαν να ζουν μέσα σ’ αυτό έχοντας ξεχάσει τις διαφορές τους. Κι αν κάποτε ο αέρας τύχαινε να φέρει κάποιο καινούριο σποράκι στο δάσος, στήνονταν τρελό ξεφάντωμα. Όλοι είχαν πάρει το μάθημά τους και ήξεραν πια πόσο σπουδαίος και ξεχωριστός είναι ο καθένας τους! Μα, μήπως αυτό δεν ήταν και το μυστικό της αληθινής φιλίας; Λίγο απ’ τον καθένα και πολύ αγάπη!

 

_

γράφει η Έλενα Παπαρίζου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Νίκος Φάκος

Μελισσουργώ, διαβάζω και γράφω. Σ' αυτά τα τρία αντίβαρα ακροβατώ και ζω στιγμές. Σ' αυτήν την πορεία βρέθηκα στην όμορφη οικογένεια του δικτυακού τόπου τοβιβλίο.net όπου φιλοξενούνται γραπτά μου. Πιστεύω ότι η δύναμη της γλώσσας έχει μία απειρίζουσα εντροπία και η γραφή είναι ο μοχλός που αποτυπώνει την ύπαρξή μας. Ίσως και τη ματαιοδοξία μας. Ζω στην όμορφη Κύμη και έχω ως το σημείο ισορροπίας μου τις δυο μου κόρες.

3 Σχόλια

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!