Select Page

Το κυνηγόσκυλο του καναπέ

Το κυνηγόσκυλο του καναπέ

 

 

Ήτανε γεννημένος κυνηγός. Να αλωνίζει το βουνό για πετροπέρδικα. Να βουτάει στον υγρότοπο για φασιανό. Να «φερμάρει» τη μπεκάτσα στο καστανόδασος. Να ξεφωλιάζει το λαγό στον αμπελώνα και να «σηκώνει» το τρυγόνι στον κάμπο. Η μύτη του έπρεπε να δουλεύει κόντρα στον αέρα. Το κορμί του, να λύνεται σ’ έναν ανάλαφρο, ευρύ καλπασμό ξυστά στο χώμα ώσπου να ζυγώσει το θήραμα κι ύστερα με κίνηση αργή, συρτή στο έδαφος σαν αιλουροειδές, να το μπλοκάρει ή να το σπρώχνει να πετάξει για τελευταία φορά. Ήταν ανεξάρτητος με πειθαρχία, παρορμητικός με εξυπνάδα, γρήγορος με υπομονή, μοναχικός με κοινωνικότητα.

Αυτό το σέτερ που έβλεπες ξαπλωμένο πάνω στον καναπέ του σαλονιού στο μικρό διαμέρισμα του Παγκρατίου, ήταν γεννημένο για μεγάλα πράγματα. Δεν το ήξερε όμως. Του αρκούσε να είναι ένας απλός σκύλος συντροφιάς, αφού σαν γνήσιος Βρετανός ευγενής μπορούσε να συνδυάζει αυτοκυριαρχία, καλοσύνη και πίστη. Θα μπορούσε να λέγεται «Ερμής ο γοργοπόδαρος», αλλά ήταν απλά ο «Μπάντυ το φιλαράκι». Ο Μπάντυ ήταν το φιλαράκι του δωδεκάχρονου Αλέξη. Το κολλητάρι του. Αυτός που τον συνόδευε στα φροντιστήρια αγγλικών τα απογεύματα. Που έπαιζε μαζί του μπάλα στο γηπεδάκι τα Σαββατοκύριακα. Που άραζε στον καναπέ μέχρι να τελειώσει το διάβασμα. Που μασούσε μανιωδώς τα πλαστικά του τσιριχτά παιχνίδια τις άδειες μέρες της απουσίας του Αλέξη στις σχολικές εκδρομές.

Ο χειμώνας περνούσε με τα πηγαινέλα και τις δραστηριότητες, αλλά το καλοκαίρι, ειδικά το τελευταίο, ήταν σκέτη κόλαση. Η κρίση είχε κλείσει οριστικά την πόρτα στις οικογενειακές διακοπές κι ο πατέρας άνεργος. To καλοκαίρι στην Αθήνα έλιωναν στον εκρηκτικό συνδυασμό τσιμέντου και καύσωνα. Οι μέρες τους περνούσαν βαρετά ανάμεσα σε πάρκο – καναπέ – τηλεόραση και τηλεόραση – καναπέ – πάρκο.

Φέτος, η μητέρα θα δούλευε όλο τον Αύγουστο. Μια «ωραία πρωία» λοιπόν τους φόρτωσε, παιδί-σκυλί, στο παλιό φιατάκι και πάτησε γκάζι για Ξυλόκαστρο. Διακοπές ξανά! Διακοπές όχι απλά της ξενοιασιάς, μα της ελευθερίας! Μιας ελευθερίας που η απουσία των γονιών και τα πεσμένα κουράγια μιας γιαγιάς την έκαναν απέραντη κι απρόβλεπτη σαν τη θάλασσα.

Ο Μπάντυ στα δυο μόλις χρόνια της ζωής του στην πόλη, δεν είχε ξαναδεί θάλασσα. Οι φωτοϋποδοχείς του ματιού του δεν είχαν δεχτεί ποτέ τόσο μπλε συγκεντρωμένο. Τ’ αυτιά του δεν είχαν ξανακούσει το ρυθμικό, διαρκή και βαθύ ήχο της θάλασσας. Κι η μύτη του δεν είχε ξαναμυρίσει τόσες διαφορετικές μυρωδιές σαν αυτές του ιωδίου, του πεύκου, του ευκαλύπτου, των ξεβρασμένων κοχυλιών και των φυκιών ανακατωμένες. Δεν άργησε όμως να προσαρμοστεί. Από τα πρώτα ξαφνιασμένα τσαλαβουτήματα, πέρασε γρήγορα στις βουτιές μήπως και τσακώσει κανένα ψαράκι που έπαιζε στο κύμα, για να καταλήξει σε κανονικό κολύμπι κυνηγώντας τη μπάλα του Αλέξη στα βαθιά.

Το σπίτι της γιαγιάς το είχαν κάνει «ξενοδοχείο». Φαγητό και ύπνος μόνο. Πού τους έχανες, πού τους έβρισκες ολημερίς στη θάλασσα. Με ένα ποδήλατο, μια μικρή τσάντα με τα απαραίτητα: ένα παγούρι, ένα μαγιώ, ένα σακουλάκι με σκυλολιχουδιά, μια πετονιά, μια απόχη, μια μικρή πλαστική μπάλα, το κινητό, κι ένα πεντάευρο στην τσέπη του σορτς για παγωτό.

Ξεκινούσαν πρωί. Περνούσαν μέσα από το πευκοδάσος κι ύστερα έβγαιναν στη βοτσαλωτή παραλία του Πευκιά. Εκεί κολυμπούσαν πριν αρχίσουν να έρχονται οι λουόμενοι. Μετά αποτραβιόντουσαν να μην ενοχλούν, για εξερεύνηση και ψάρεμα. Η περιέργεια καμιά φορά τους παρέσερνε και ως την παραλία του γειτονικού παραθαλάσσιου χωριού, τη Συκιά, ή ακόμα πιο ανατολικά, σε όμορφους κολπίσκους με καταπράσινα νερά που ξεχνιόντουσαν ως το απόγευμα.

Μια μέρα από εκείνες τις «εξερευνητικές», καταμεσήμερο, ο Αλέξης έψαχνε για ζωντανά δολώματα στα βράχια μιας ερημικής παραλίας κι ο Μπάντυ κυνηγούσε μια σαύρα που έτρεχε τρομαγμένη πάνω στα καυτά βότσαλα αρκετά μέτρα πιο πέρα. Απορροφημένοι κι οι δυο με τις ασχολίες τους, χαμπάρι δεν πήραν τη μικρή συμμορία των αγοριών που κατέβηκε το μονοπάτι. Οι μικροί είχαν σταμπάρει το ποδήλατο και την τσάντα από ψηλά. Έκοψαν κίνηση πρώτα κι ύστερα όρμησαν στη «λεία». Ο ένας άρπαξε το ποδήλατο κι άλλοι δυο σούφρωσαν το κινητό και το πεντάευρο. Για κακή τους τύχη όμως, ο αέρας άλλαξε διεύθυνση κι έφερε τις κουβέντες τους στα βράχια. Ο Αλέξης σήκωσε το κεφάλι, τους είδε και έβαλε φωνή: «Άσε κάτω το ποδήλατό μου!». Μετά έκανε να τρέξει, να τους προλάβει, μα το πόδι του μπλέχτηκε στο βράχο, έχασε την ισορροπία του κι έσκασε με ένα ηχηρό «πλαφ» στη θάλασσα.

Ο Μπάντυ στη φωνή του Αλέξη σήκωσε το κεφάλι και κοκάλωσε τ’ αυτιά. Με τα μάτια του χτένισε την ακτή ώσπου τους είδε. Με το «πλάφ», έτρεξε βολίδα και τους έφτασε με γαβγίσματα. Οι πιτσιρίκοι αιφνιδιάστηκαν. Παράτησαν τα πράγματα και έτρεξαν πανικόβλητοι ο καθένας σε διαφορετική κατεύθυνση. Μόνο ένας, ο πιο μικρός, δεν εμπιστεύτηκε τα πόδια του και καβάλησε το ποδήλατο για να ξεφύγει. Έγινε όμως στόχος. Ένας κατακίτρινος στόχος στα μάτια του Μπάντυ, απ΄το κοντοπαντέλονο που φορούσε.

Το κυνηγόσκυλο κύκλωσε το ποδήλατο τρέχοντας ολόγυρα, γαβγίζοντας και κλείνοντάς του το δρόμο διαφυγής. Πανικόβλητος ο μικρός το παράτησε χάμω και κοιτούσε σαστισμένος. Ο σκύλος τον είχε ακινητοποιήσει σα θήραμα και με την πρώτη ελάχιστη κίνηση του όρμηξε. Άρπαξε το κίτρινο παντελόνι με τα δόντια του και το τράβηξε τόσο δυνατά, που του κατέβασε τα βρακιά. Ο πιτσιρίκος φοβισμένος άρχισε να κλαίει και να καλεί σε βοήθεια. Ήταν η στιγμή που ο Αλέξης βγαίνοντας απ’ τη θάλασσα, έτρεχε προς το μέρος τους φωνάζοντας για να προλάβει τα χειρότερα: «Μπάντυ! Σταμάτα!».

Τον άφησε να φύγει κι εκείνος το ’σκασε σαν κλέφτης. Αν όμως λίγο πριν κάποιος περνούσε τυχαία απ’ το σημείο, θα έβλεπε ένα τρομαγμένο παιδί να δέχεται επίθεση από έναν εξαγριωμένο σκύλο. Σίγουρα τον Μπάντυ θα κατηγορούσαν. Κλοπή δεν έγινε, γιατί ευτυχώς ο σκύλος την είχε αποτρέψει. Αυτό όμως το ήξεραν μόνο οι δυο τους. Τα μάζεψαν γρήγορα και γύρισαν γραμμή στο σπίτι. Περίεργο, αλλά δεν είχαν φοβηθεί. Και στη γιαγιά δεν είπαν κουβέντα, να μην έχει έγνοια.

Από εκείνη τη μέρα η σχέση τους άλλαξε. Ωρίμασε. Ο Μπάντυ του είχε αποδείξει πως μπορεί να μην κυνηγούσε μπεκάτσες στο βουνό, αλλά θα έπαιρνε ευχαρίστως στο κυνήγι οποιονδήποτε τολμούσε να απειλήσει το αφεντικό του. Ήταν σκυλί με ψυχή και χαρακτήρα, που άξιζε τη φροντίδα και την αγάπη του. Στις μέρες που ήρθαν ο Αλέξης ασχολήθηκε περισσότερο με το σκύλο του. Του μιλούσε, τον ασκούσε στα καθημερινά, τον επιβράβευε.

Ο Αύγουστος κύλησε χαρούμενα, αλλά γρήγορα. Αρχές Σεπτέμβρη η μαμά κατέφθασε για να τους «μαζέψει» στην Αθήνα. Τέρμα στις ποδηλατάδες και τα ψαρέματα. Είχαν μαζέψει πολλές αντοχές για να βγάλουν το χειμώνα περιμένοντας το επόμενο καλοκαίρι.

Η τύχη όμως χαμογέλασε κρυφά τους κι όσο η κρίση βάθαινε την απελπισία των μεγάλων, τόσο καινούργια σχέδια εξυφαίνονταν από ψηλά για το μέλλον τους. Την επόμενη χρονιά η ανεργία έστειλε την οικογένεια μόνιμα στην επαρχία. Μια ζωή πιο ήρεμη, κοντά στη φύση, με κυνήγι και ψάρεμα και σίγουρα με λιγότερο καναπέ, τους περίμενε ανυπόμονη για να τη ζήσουν.  

 

_

γράφει η Βασιλική Σιαφάκα

Η Βασιλική Σιαφάκα κατοικεί στο Χαλάνδρι και εργάζεται στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Είναι παντρεμένη και μητέρα δύο παιδιών.

Έχει σπουδάσει «Οργάνωση και Διοίκηση Επιχειρήσεων» στο Πανεπιστήμιο Πειραιά (1986) και «Γαλλική Γλώσσα και Φιλολογία» στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1996). Έχει κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στην «Οικονομική και Διοίκηση των Τηλεπικοινωνιακών Δικτύων» του Πανεπιστημίου Αθηνών (2008), με εξειδίκευση στην ηλεκτρονική μάθηση μέσω Διαδικτύου.

Ζωγραφίζει από τα νεανικά της χρόνια και έχει παρακολουθήσει μαθήματα σχεδίου στη Σχολή Πλάκα και μαθήματα γραφιστικής με χρήση Η/Υ στη Σχολή ΑΚΤΟ.

Έχει πραγματοποιήσει δύο ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής, την πρώτη με τίτλο «Αναζητήσεις» στον Σύνδεσμο Ελληνίδων Επιστημόνων, τον Ιανουάριο του 2000 και την δεύτερη με τίτλο «Το Νησί» στο Κέντρο Εκπαιδευτικών και Πολιτιστικών Δραστηριοτήτων «Παιδίων Δράσεις», τον Ιανουάριο του 2009. Επίσης έχει συμμετάσχει σε μία ομαδική έκθεση ζωγραφικής με τίτλο «Παλέττα για τρεις» στον Ίδρυμα Πέτρου Γ. Ζήση τον Μάιο του 2009.

Η Βασιλική Σιαφάκα είναι επίσης μέλος του Έθνομουσικολογικού Ιδρύματος Πέτρου Γ. Ζήση στο Χαλάνδρι από το 2007, συμμετέχει σε χορευτική ομάδα και έχει λάβει μέρος σε πολλές χορευτικές παραστάσεις του Ιδρύματος. Τελευταία ασχολείται με την συγγραφή παιδικών παραμυθιών και ιστοριών και τον Δεκέμβριο του 2013 βραβεύτηκε με το 2ο βραβείο για το παραμύθι «Το όνειρο της φώκιας» στον «Διαγωνισμό συγγραφής Παραμυθιού 2012-13» του «Μύλου των Ξωτικών» στα Τρίκαλα.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

2 Σχόλια

  1. Ευτυχία Κοσμαδοπουλου

    Ωραίες εικόνες, ωραία γλώσσα… Μπράβο!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!