Select Page

Το παιχνίδι του αγγέλου, του Κάρλος Ρουίθ Θαφόν

Ο Νταβίδ Μαρτίν ξεκινάει κειμενογράφος σε εφημερίδα, του προτείνουν να αρχίσει να γράφει λογοτεχνικά κείμενα τρόμου σε συνέχειες, ώσπου ένας μυστηριώδης άντρας του αναθέτει να γράψει ένα νέο Κοράνι, μια νέα Βίβλο, ένα κείμενο που θα δημιουργήσει μια Θρησκεία. Ναι, αλλά αυτός ο άντρας δεν είναι συνηθισμένος και ο Νταβίδ σύντομα ανακαλύπτει ότι κάποιος αποπειράθηκε να γράψει ένα αντίστοιχο κείμενο, προσληφθείς από τον ίδιο άντρα και όταν αρνήθηκε να συνεχίσει «κάτι» του συνέβη.

Η συνέχεια της υπέροχης και αξεπέραστης περιπέτειας «Η σκιά του ανέμου». Το στυλ, η γραφή, το λεξιλόγιο, η ικανότητα χειρισμού της υπόθεσης και της πλοκής είναι κι εδώ διάσπαρτα, όμως δεν έχουμε ούτε τις βιβλιολογικές αναφορές του πρώτου βιβλίου, ούτε τόσο έντονη την παρουσία της κοινωνικής πραγματικότητας της εποχής που διαδραματίζεται το βιβλίο. Επίσης το Κοιμητήριο των Λησμονημένων Βιβλίων εμφανίζεται σε λίγες περιπτώσεις και δεν έχει τόσο άμεση σχέση με την πορεία της ιστορίας. Για μένα Η σκιά του ανέμου είναι το καλύτερο βιβλίο μέχρι στιγμής.

Ίσως να μη μου άρεσε, παρ’ όλο που είναι καλογραμμένο και ανατρεπτικό, λόγω του μεταφυσικού του περιεχομένου. Έχουμε έναν ιδανικό συνδυασμό Ντόριαν Γκρέι και Φάουστ στη Βαρκελώνη της δεκαετίας του 1920-1930, οπότε και παρακολουθούμε πώς ήταν το βιβλιοπωλείο Σεμπέρε στα χέρια του παππού του Ντανιέλ Σεμπέρε από τη Σκιά του ανέμου. Το κείμενο έχει κορυφώσεις και καταπτώσεις, έχει στριφογυρίσματα και εξελίξεις, έχει ανατροπές, έχει ένα γαϊτανάκι χαρακτήρων, όμως η κεντρική ιδέα δε μου τράβηξε το ενδιαφέρον, ίσως γιατί το έχω συναντήσει αλλεπάλληλες φορές. Η ατμόσφαιρα πάντως της ζοφερής Βαρκελώνης είναι αξεπέραστη: ομίχλη, σκοτάδι, σιωπηλοί άνθρωποι, μυστηριώδεις φιγούρες, γυναίκες που τριγυρίζουν τον ήρωά μας, Νταβίδ Μαρτίν είτε για να τον προστατεύσουν είτε για να τον σκοτώσουν.

Ενδιαφέροντα και πάντα επίκαιρα διάφορα αποσπάσματα που παραθέτει ο συγγραφέας με τη βαθιά και καίρια γνώση του για την ανθρώπινη φύση και την κοινωνία, σκέψεις και απόψεις που δίνουν έναν ακόμη πιο γοητευτικά απαισιόδοξο τόνο στο κείμενο. Στο βιβλίο μαθαίνουμε για τις περίεργες συνθήκες γνωριμίας των γονιών του Ντανιέλ Σεμπέρε και για τη μεταφυσική περιπέτεια που έζησαν με τον Νταβίδ Μαρτίν. Μια ιστορία που ξεκινάει από ένα σημείο, προχωράει σε ένα άλλο και στο τέλος έχχουμε ένα κρεσέντο αποκαλύψεων και εξελίξεων που κόβουν την ανάσα.

Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

«Δεν εμπιστεύομαι τους ανθρώπους που πιστεύουν πως έχουν πολλούς φίλους. Είναι σημάδι πως δεν ξέρουν τους άλλους» (σελ. 110).

«-Ξέρετε τι είναι μια θρησκεία, φίλε Μαρτίν;… Μια προσευχή ωραιότατη και καλοδουλεμένη. Αν βγάλουμε έξω την ποίηση, μια θρησκεία καταλήγει να είναι ένας ηθικός κώδικας που εκφράζεται μέσα από θρύλους, μύθους ή οποιονδήποτε τύπο λογοτεχνικής επινόησης με σκοπό να εγκαθιδρύσει ένα σύστημα ιδεών, αξιών και κανόνων με τους οποίους να μπορεί κανείς να ρυθμίσει μια κουλτούρα ή μια κοινωνία» (σελ. 174).

«-Ισαβέλλα, αν πράγματι θέλεις να αφοσιωθείς στο γράψιμο ή τουλάχιστον να γράφεις για να σε διαβάζουν άλλοι, θα πρέπει να συνηθίσεις μερικές φορές να σε αγνοούν, να σε προσβάλλουν, να σε περιφρονούν και σχεδόν πάντα να σου δείχνουν αδιαφορία. Είναι ένα από τα οφέλη της δουλειάς» (σελ. 213).

-«Είναι στη φύση μας να επιβιώνουμε. Η πίστη είναι μια ενστικτώδης απάντηση σε πλευρές της ύπαρξης που δεν μπορούμε να εξηγήσουμε με άλλο τρόπο, είτε πρόκειται γι’ αυτό το κενό ηθικής που αντιλαμβανόμαστε στο σύμπαν είτε για τη βεβαιότητα του θανάτου, το μυστήριο της αρχής των πραγμάτων, το νόημα της ίδιας μας της ζωής ή την απουσία αυτού του νοήματος. Είναι στοιχειώδεις έννοιες απίστευτης απλότητας, όμως οι ίδιοι οι περιορισμοί μας εμποδίζουν ν’ απαντήσουμε με τρόπο αλάνθαστο σ’ αυτές τις ερωτήσεις και γι’ αυτό το λόγο δημιουργούμε, σαν άμυνα, μια συναισθηματική απάντηση. Είναι απλή, καθαρή βιολογία» (σελ. 236).

[Για τη Βίβλο] «-Το μεγαλύτερο μέρος από τις απλές και αγαθές ιστοριούλες, ένα μείγμα κοινής λογικής και φολκλόρ, κι όλη αυτή η πολεμική διάθεση που αναπτύσσουν προέρχεται από τη μετέπειτα ερμηνεία αυτών των απαρχών, εφόσον δε διαστρεβλωθούν στα χέρια των διαχειριστών τους…Διαιρέσεις, πόλεμοι και σχίσματα γίνονται αναπόφευκτα. Αργά ή γρήγορα, η λέξη γίνεται σάρκα και η σάρκα αιμορραγεί» (σελ. 258).

«-Μην κάνετε το λάθος να μπερδέψετε το λόγο του Θεού με την εκκλησιαστική βιομηχανία που τον εκμεταλλεύεται» (σελ. 265).

«Μας διδάσκουν πως τα ανθρώπινα όντα μαθαίνουν και αφομοιώνουν ιδέες και έννοιες μέσα από διηγήσεις, από ιστορίες, όχι μέσα από αριστοτεχνικά μαθήματα ή θεωρητικές ομιλίες. Αυτό ακριβώς μας μαθαίνουν και όλα τα μεγάλα θρησκευτικά κείμενα. Όλα αυτά είναι αφηγήσεις με πρόσωπα που πρέπει να έρθουν αντιμέτωπα με τη ζωή και να ξεπεράσουν εμπόδια, φιγούρες που ξεκινούν για ένα ταξίδι πνευματικού πλουτισμού μέσα από περιπέτειες και αποκαλύψεις» (σελ. 267).

«-Σκεφτόμουν και συνειδητοποίησα πως η πλειονότητα των μεγάλων θρησκειών είχε ξεκινήσει ή είχε αγγίξει το υψηλότερο σημείο διάδοσης και επιρροής τις στιγμές της Ιστορίας κατά τις οποίες οι κοινωνίες που τις υιοθετούσαν βασίζονταν σε μια δημογραφική βάση φτωχών και νέων ανθρώπων. Κοινωνίες όπου το εβδομήντα τοις εκατό του πληθυσμού ήταν κάτω των δεκαοκτώ χρονών, με τους μισούς από αυτούς ανήλικους αρσενικούς, με το αίμα να βράζει στις φλέβες τους από επιθετικότητα και αναπαραγωγικές ορμές, αποτελούσαν γόνιμο έδαφος για την αποδοχή και την εξάπλωση της πίστης» (σελ. 287-288).

«-Κάθε οργανωμένη θρησκεία, με ελάχιστες εξαιρέσεις, έχει βασικό στυλοβάτη την υποταγή, την καταπίεση και την εκμηδένιση της γυναίκας στην ομάδα. Η γυναίκα πρέπει να αποδεχτεί το ρόλο της αιθέριας ύπαρξης, παθητικής και μητρικής, ποτέ αυτόν της εξουσίας ή της ανεξαρτησίας, ειδάλλως πληρώνει τις επιπτώσεις» (σελ. 289).

«Τα γηρατειά είναι η βαζελίνη της ευπιστίας. Όταν ο θάνατος χτυπάει την πόρτα, ο σκεπτικισμός πηδάει απ’ το παράθυρο. Μια καλή καρδιαγγειακή τρομάρα και πιστεύει κανείς μέχρι και στην Κοκκινοσκουφίτσα” (σελ. 289).

«Κάθε άξια μανούβρα που έχει σκοπό να πείσει επικαλείται πρώτα την περιέργεια, ύστερα τη ματαιοδοξία και τελικά την καλοσύνη ή τις τύψεις» (σελ. 319).

«Οι περισσότεροι από μας, είτε το αντιλαμβανόμαστε είτε όχι, προσδιοριζόμαστε βάσει των διαφορών μας προς κάτι ή κάποιον και όχι βάσει των ομοιοτήτων μας. Είναι πιο εύκολο να αντιδράσει κανείς παρά να δράσει…» (σελ. 342).

«-Είναι δύσκολο να μισεί κανείς μια ιδέα. Απαιτεί κάποια διανοητική πειθαρχία κι ένα πνεύμα ψυχωτικό και άρρωστο, κάτι που σπανίζει. Είναι πολύ πιο εύκολο να μισεί κανείς κάποιον με αναγνωρίσιμο πρόσωπο, στον οποίο θα ρίχνει την ευθύνη για όλα αυτά που μας ενοχλούν. Δεν είναι ανάγκη να είναι ένα άτομο. Μπορεί να είναι ένα έθνος, μια ράτσα, μια ομάδα» (σελ. 342).

«Μια από τις υπηρεσίες του παλιανθρώπου μας πρέπει να είναι να μας επιτρέψει να υιοθετήσουμε το ρόλο του θύματος και να διατυμπανίσουμε την ηθική μας ανωτερότητα. Θα προβάλουμε σ’ αυτόν όλα αυτά που είμαστε ανίκανοι ν’ αναγνωρίσουμε στον εαυτό μας και που τα δαιμονοποιούμε σύμφωνα με τα ιδιαίτερά μας συμφέροντα. Είναι η στοιχειώδης αριθμητική του φαρισαϊσμού» (σελ. 342-343).

«-Αρκεί να πεισθεί ο θρησκόληπτος πως είναι ελεύθερος από κάθε αμαρτία για να αρχίσει να λιθοβολεί ή να πετάει βόμβες με ενθουσιασμό. Και στην πραγματικότητα δε χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια, γιατί πείθεται μόνο με ένα μίνιμουμ εμψύχωσης κι ένα άλλοθι» (σελ. 343).

«Οι φυσιολογικοί άνθρωποι φέρνουν παιδιά στον κόσμο, εμείς οι συγγραφείς φέρνουμε βιβλία. Είμαστε καταδικασμένοι να αφήνουμε τη ζωή μας σ’ αυτά, αν και ποτέ δεν το αναγνωρίζουν. Είμαστε καταδικασμένοι να πεθαίνουμε στις σελίδες τους και μερικές φορές ακόμα και να τους επιτρέπουμε να μας αφαιρούν τη ζωή» (σελ. 422).

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος