Το πλοίο που πετούσε

14.11.2015

 

 

 

«Έρχεται!, έρχεται!». Από μέρα σε μέρα! Από ώρα σε ώρα! Από λεπτό σε λεπτό!». Περιοδικά κι εφημερίδες έβριθαν από δημοσιεύματα. Δεκάδες, εκατοντάδες δημοσιεύματα. Καθημερινά. Ο τύπος έγραφε ασταμάτητα για εκείνο εδώ και τρεις μήνες. Η ύπαρξή του προφανώς  δεν  είχε περάσει απαρατήρητη από  τα « λαγωνικά του». Ούτε και από τις χιλιάδες του κόσμου που συνέρρεαν καθημερινά στην πόλη Ψ για να το δουν από κοντά.
Όλοι προσπαθούσαν να κατανοήσουν το παράδοξο αυτό φαινόμενο, που πρώτη φορά αντίκριζε ανθρώπινο μάτι. Οι πιο πολλοί από την άλλη πλευρά ήθελαν απλά και μόνο να το θαυμάσουν. Όπως θαυμάζεις ένα μαύρο τριαντάφυλλο, ένα σκύλο που τραγουδά, ένα δυνατό αέρα το καλοκαίρι.

«Έρχεται!». Τις τελευταίες ημέρες η τηλεόραση μετέδιδε ανά τακτά χρονικά διαστήματα τις λεπτομέρειες του ταξιδιού του. Τους σταθμούς απ' όπου θα περνούσε, τις χώρες που θα το υποδέχονταν, τους ανθρώπους που θα αντάμωνε. Δεν έμενε πουθενά για πολύ, ταξίδευε συνεχώς. Σαν πουλί σε αποδημία... Φθάνοντας παραμονή τα μέσα περιέγραψαν την πολυαναμενόμενη άφιξη με τέτοιο ενθουσιασμό που αρχικά τον παραξένεψε. Πλήθος διασημοτήτων, λέει, θα αψηφούσαν την αυξημένη υγρασία και θα κατέβαιναν στο λιμάνι. Να το προϋπαντήσουν. Να ζητωκραυγάσουν για τον ερχομό του. Να φωτογραφηθούν μαζί του και να δουν το όνομά τους σε κάποιο έντυπο εάν μπορούσαν. Και μόλις τώρα η δημοσιογράφος, με κόκκινο κραγιόν στα χείλη και χτένισμα που αντιστεκόταν σθεναρά στη βροχή, είχε διακόψει πάλι τη ροή του προγράμματος.
"Κυρίες και κύριοι, είναι αλήθεια! Μπήκε πριν από λίγο με ασφάλεια στο λιμάνι της πατρίδας του της Χ. Μάζεψε τα πανιά κι έριξε τις άγκυρες! Ήλθε!" ,αναφώνησε με κομμένη ανάσα.
Ο περίφημος πίνακας που είχε ξεπεράσει σε επισκεψιμότητα ακόμα και την αινιγματική Τζιοκόντα του γερο-Ιταλού είχε φθάσει επιτέλους στην αγκαλιά της μάνας του. «Καλώς ήλθες τέκνον μας!», ο πρόεδρος της χώρας Χ έσφιξε το χέρι του ζωγράφου - μετανάστη 5ης γενιάς. Όλη την ώρα, ο μεταφραστής δίπλα κάτι ψιθύριζε στο αυτί του. Η συνεννόηση μεταξύ τους ήταν δυστυχώς αναγκαία. Το παχουλό χέρι του προέδρου άρπαξε τον ισχνό του καρπό, σφίγγοντάς το για άλλη μια φορά με δύναμη. Ο νεαρός χαμογέλασε ντροπαλά.. Τα φλας των δημοσιογράφων άστραψαν. "Το δημιούργημά μας, το τέκνον μας ήλθε!"
-Είναι σαφώς μελαγχολικόν. Διακρίνετε τις σταγόνες της βροχής, την καταχνιά, το σκοτάδι;
-Διαφωνώ αγαπητέ μου. Τα λαμπερά  φώτα και το ύψος προσδίδουν αναντιρρήτως μια νότα αισιοδοξίας.
-Εμπρεσιονισμός ή εξπρεσιονισμός;
-Κυβισμός ίσως. Ναι σίγουρα κυβισμός
-Λέτε;
-Πώς αλλιώς άλλωστε, στην μέση φάση του, αν δεν απατώμαι...
Αλλά αλήθεια τι σημασία είχε; Το δημιούργημά τους, το τέκνον τους είχε έλθει. Και το όνομα αυτού; «Το πλοίο που πετάει»
-Μα πετάνε τα πλοία; Ίσως θα ήταν πιο πρέπον να ονομαστεί "αεροπλάνον"...
- Επικρίνετε το χέρι της χώρας μας, κύριε Χ1;
- Προς θεού! Μα είναι ολοφάνερον... Πρόκειται για άλμα της λογικής!
Γέλασε. Κριτικοί της τέχνης και επιστήμονες λογομαχούσαν στα τηλεοπτικά κανάλια για ολόκληρα μερόνυχτα.  Ώρες εσπερινές και ημερήσιες, ώρες ατελείωτες... «Πώς είναι δυνατόν να πετάει ένα πλοίο;». Σύντομα παρασύρθηκε και αυτός από την κάψα της αντιπαράθεσης. Του έριξε ένα φευγαλέο βλέμμα. Νερό. Φυσικά. Οι άνθρωποι αυτής της χώρας είναι παιδιά της θάλασσας. Πάντα σε αυτήν επιστρέφουνε. Η ξαφνική αστραπή έκλεψε την προσοχή του. Τελευταία έβρεχε συνεχώς. Η πόλη κατακλυζόταν. Η χώρα του πνιγόταν.
Την πρώτη εβδομάδα μετά την άφιξή του το Ιπτάμενο πλοίο πετούσε πάνω από τα κεφάλια τους σκορπώντας τη λάμψη του. Τη δεύτερη εβδομάδα μαθεύτηκαν τα νέα ότι το μουσείο που το είχε ανακαλύψει, μετέφερε προσωρινώς τον πίνακα σε διπλανή αίθουσα από την αρχική, λόγω ανακαίνισης.
-Αδαείς κάτοικοι της χώρας Ψ! Εκείνοι με τι ασχολούντο ενόσω ημείς υψώναμε κάστρα, τείχη και φρούρια;
Την Τρίτη εβδομάδα, στα πλαίσια της εκδήλωσης "Τα φώτα στους νέους!", ο πίνακας αντικαταστάθηκε πια από έργο άλλου πρωτοεμφανιζόμενου καλλιτέχνη.
-Ήταν σαφώς υπερεκτιμημένον... Ένα πλοιάριον  που ίπταται στον αέρα πάνω από το λιμάνι και οι γραμμές είναι τόσο χοντροκομμένες...
-Μα ήτο και τόσο απαισιόδοξον... Σχεδόν θλιβερόν!  
-Και αυθαίρετον. Άπιστον ως προς όλα τα ρεύματα της Τέχνης!

Το δημιούργημά του, το τέκνον του είχε έλθει και δυστυχώς παρέμενε ακόμα εδώ.
-Τα πλοία δεν πετάνε. Αν θυμάστε τι σας είχα πει. Αντιτίθεται στους νόμους της φυσικής.
-Ασφαλώς και δεν πετάνε. Επιπλέουν πάνω στο νερό.
- Όπως και οι διάττοντες αστέρες.
-Αλλοεθνής ήταν;  
-Ναι. Δεν κατοικεί εδώ στη χώρα μας, αλλά στην Ψ. Οι γονείς του δεν ομιλούν τη δική μας γλώσσα.
-Ω, αλίμονο!
 Στο μήνα πάνω, ο ξένος και το δημιούργημά του αποχώρησαν. Με πλοίο. Ιδίας δαπάνης. "Δυστυχώς, τούτους τους χαλεπούς καιρούς που διανύουμε τα έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού είναι ισχνά και περισσές δαπάνες απαγορεύονται. Σας ευχόμεθα καλόν ταξίδι και καλήν επάνοδον εις τη μητέρα - πατρίδα σας!", είχε πει ο κυβερνητικός εκπρόσωπος και του έσφιξε ψυχρά το χέρι.
Μόλις πέρασε η αστραπή, τα μάτια του στράφηκαν ξανά στον πίνακα. Οι σταγόνες στο τζάμι του ιπτάμενου πλοίου τού θύμισαν τον πρόσφατο αγριεμένο καιρό. Εδώ που τα λέμε ευτυχώς που τα πλοία πετάνε. Σαν ιπτάμενα δελφίνια... Και χαρίζουν έτσι λίγη ελπίδα και περηφάνια στον τρικυμισμένο νου...
Κοίταξε το νεαρό ζωγράφο. Ήταν βυθισμένος στο βιβλίο που του είχε δωρίσει η επίσημη κρατική αρχή όταν τον είχε προσκαλέσει. "Το κάστρο της χώρας μας". Ένα ζεστό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη του. Φυσικά. Έπρεπε να το περιμένει. Η τέχνη αναγνωρίζει την τέχνη.
Τον χτύπησε φιλικά στον ώμο.
"Οι γονείς κρίνουν πάντα αυστηρά τα παιδιά τους, να το ξέρεις... Ο καφές κερασμένος από εμένα!", φώναξε στο σερβιτόρο δείχνοντας το τραπέζι τους... Ο νεαρός χαμογέλασε ντροπαλά. Κατά μία τρομερά ατυχή σύμπτωση ο μεταφραστής δεν βρισκόταν δίπλα του αυτή τη φορά. Και η συνεννόηση μεταξύ τους ήταν δυστυχώς αναγκαία.
"Καπετάνιε, οι επιβάτες και τα πράγματα είναι στις θέσεις τους. Όλα είναι έτοιμα". Σήκωσε το βλέμμα του. Ο ναύτης στεκόταν ορθός απέναντί του περιμένοντας την εντολή. Το πηλήκιο του κάλυπτε τη σημαία της χώρας που κυμάτιζε πιο πίσω κόντρα στον άνεμο και τη δυνατή βροχή... Σηκώθηκε και διέταξε από τον εσωτερικό ασύρματο να κλείσουν οι μεγάλες πόρτες  των αμπαριών. Οι μπουκαπόρτες αμέσως υπάκουσαν. Το πλοίο ήταν έτοιμο να ξεκινήσει το νέο του ταξίδι...

 

_

γράφει η Ελένη Λύρα

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας

Φωτιά

Φωτιά

Μη με κρατάς! Θέλω να πάω κοντά. Τυφλώνομαι απ’ την ομορφιά της. Πρέπει να την αγγίξω κι ας γίνω ανάμνηση στη δίνη της. Είναι η σωτηρία μου. Η αρχή και το τέλος των πάντων.Καρδιά από πέτρα, χέρια και πόδια φτιαγμένα από χαλάζι. Τί να σου κάνουνε κι αυτά;...

Φωτιά

Έως το τίποτα

Σκιάχτρα μορφές Έρχονται και ταράζουν τα όνειρά μου Η διέξοδος μέσα μου Ομίχλη απέραντη   Ταξίδια ανείπωτα Ανατριχιάζουν στο βλέμμα μου Ψιλά γράμματα οι λέξεις Στη συμφωνία θανάτου   Σιωπή απόλυτη Συμπαραστάτης στο πλάι μου Και βήματα μετρημένα...

Όνειρα γραμμένα σε δίσκους

Όνειρα γραμμένα σε δίσκους

Τα θυμάμαι εκείνα τα τραγούδιαόνειρα καλοκαιρινά, αγκαλιές κάτω από τ' άστρα.Θυμάμαι την μελωδία, το στίχο, τον ρυθμόθυμάμαι, θυμάμαι την ζεστασιά και το σ' αγαπώ. Να τ' οι δίσκοι, να και τα όνειρα μαςκάθε μελωδία ξεχωριστή, όπως και κάθε μέραμια μελωδία...

Η ελιά

Η ελιά

           Μεγάλη παρηγοριά φίλε μου το γράψιμο. Σου κρατάει απίστευτη συντροφιά. Έτσι και γράψεις στο χαρτί - ή όπου αλλού δεν έχει σημασία- αυτά που σου βαραίνουν το μυαλό και την καρδιά, πάει περίπατο η όποια μοναξιά σου. Αν δε παράλληλα, τα όσα σου...

Εγγαστριμυθία

Εγγαστριμυθία

             Πόσες ημέρες να έχουν περάσει που η Θεανώ δεν έχει ανταλλάξει δυο ανθρώπινες λέξεις με συνάνθρωπό της; Μια εβδομάδα, δυο;            “Και να δεις που, έτσι όπως πάει το πράμα, θα ξεχάσω πώς μιλάνε οι άνθρωποι, αφού εισπράττω μόνο ήχους και δεν...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Εγγαστριμυθία

Εγγαστριμυθία

             Πόσες ημέρες να έχουν περάσει που η Θεανώ δεν έχει ανταλλάξει δυο ανθρώπινες λέξεις με συνάνθρωπό της; Μια εβδομάδα, δυο;            “Και να δεις που, έτσι όπως πάει το πράμα, θα ξεχάσω πώς μιλάνε οι άνθρωποι, αφού εισπράττω μόνο ήχους και δεν...

Η  σταγόνα

Η σταγόνα

Δεμένος χειροπόδαρα πάνω στο χωρίς στρώμα σιδερένιο κρεβάτι, και ακριβώς πάνω από το κεφάλι του κρεμασμένο, ένα βρυσάκι σαν εκείνο του παλιού καιρού που είχαμε στους νιπτήρες μας, όχι σαν υπό απειλή Δαμόκλειας σπάθας αλλά κυριολεκτικά σπάθας εν δράση....

Ερημιά

Ερημιά

Ερημιά προκαλεί ο πόλεμος και η φτώχεια. Και μια πόλη κατάστρεψε ολοσχερώς μια βόμβα   Δίχως παιδιά, δίχως χαρά μόνο με πόνο και σκλαβιά. Δίχως διασκέδαση και καλοπερασιά μόνο με πόλεμο που προκαλεί ζημιά _ γράφει ο Ευθύμιος-Ραφαήλ...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου