Select Page

Το στρογγυλό χωριό

Το στρογγυλό χωριό

 

 

 

Τα πολύ παλιά χρόνια, κάποιο καλοκαιρινό βράδυ σε ένα μακρινό χωριό και ενώ οι κάτοικοι κοιμόντουσαν βαθιά και αμέριμνα, ένας πολύ δυνατός θόρυβος ξαφνικά τους σήκωσε από τα κρεβάτια τους! Τέτοιο θόρυβο δεν είχαν ξανακούσει ποτέ!

«Μπαμ! Μπουμ! Μπαμ! Μπουμ!».

Βγήκαν με τα νυχτικά έξω από τα σπίτια τους και με απορία κοιτούσαν τον ουρανό. Προσπαθούσαν να δουν μήπως αστράφτει, τέντωναν τα αυτιά τους μήπως ακούσουν βροντές, άνοιγαν τις παλάμες τους μήπως αισθανθούν τις ψιχάλες της βροχής. Τίποτα!

Ο Καλμπερυ, ο πρόεδρος του χωριού, φώναξε τους άντρες να πάνε προς τα χωράφια τους για να δουν από πού προερχόταν αυτός ο θόρυβος.

Κάποια στιγμή, ακούστηκε η φωνή ενός παλληκαριού που είχε προχωρήσει πιο μπροστά:

«Ελάτε, ελάτε εδώ! Ελάτε να δείτε!» φώναξε.

Όλοι έτρεξαν κοντά στο παλληκάρι και τι να δουν ;

Ένας μεγάλος, τεράστιος βράχος είχε πέσει από τον ουρανό και είχε ανοίξει μια πολύ βαθιά και μεγάλη τρύπα σε ένα από τα χωράφια τους!

«Πω! πω! Τι μεγάλη τρύπα! Τι είναι αυτό;» έλεγαν όλοι οι χωριανοί κατάπληκτοι.

Ο Κάλμπερυ είπε: «Χωριανοί μου, χρειάζεται ψυχραιμία. Το πώς συνέβη όλο τούτο που βλέπουν τα μάτια μας είναι ανεξήγητο! Μα εμείς, δεν μπορούμε να κάτσουμε με τα χέρια σταυρωμένα. Κατ΄ αρχάς, χρειάζεται να βρούμε τρόπο για να βγάλουμε τον βράχο από το χωράφι μας...»

«Και με την τρύπα που θα αφήσει ο βράχος τι θα κάνουμε;» τον διέκοψε ο Πελικ, ο φούρναρης.

«Θα σας πω εγώ!» είπε ο Ντάριαν, ο μεγαλύτερος σε ηλικία μηχανικός, «Θα χτίσουμε εδώ μέσα τα σπίτια μας. Αυτά στα οποία ζούμε, είναι πλέον έτοιμα να πέσουν. Με αυτό που συνέβη, είναι ευκαιρία να χτίσουμε μέσα στη μεγάλη και βαθιά τρύπα τα νέα μας σπίτια. Έτσι, το καλοκαίρι θα τα προφυλάσσουμε από την πολύ ζέστη και τον χειμώνα από τους δυνατούς αέρηδες. Χώρια που όσοι θα βλέπουν το νέο χωριό μας από την κορφή του βουνού, θα μαγεύονται από την ομορφιά του καθώς θα έχει σχήμα στρογγυλό! Ολοστρόγγυλο! Τέτοιο χωριό δεν έχει ξαναυπάρξει! Φανταστείτε έναν κύκλο και μέσα σε αυτόν να ξεπηδάνε κόκκινες οι σκεπές των σπιτιών μας, η μια δίπλα στην άλλη! Δεν θα είναι υπέροχο ;»

«Θαυμάσιο!» φώναξαν όλοι μαζί και χειροκρότησαν.

«Πράγματι, η ιδέα του Ντάριαν είναι πολύ καλή!» συμφώνησε ο Κάλμπερυ. «Ας πάμε, τότε, στα σπίτια μας να βάλουμε τα ρούχα μας και ας ξεκινήσουμε, γιατί μας περιμένει πολύ δουλειά! Ο ήλιος ξεπροβάλει!»

Οι χωριανοί γύρισαν στα σπίτια τους, είπαν στις γυναίκες και τα παιδιά τους τι είχε συμβεί και ετοιμάστηκαν για τη δουλειά.

Για τη μεταφορά του βράχου ζήτησαν βοήθεια και από τα γύρω χωριά. Φτιάξανε μια πολύ μεγάλη τροχαλία με την οποία μετέφεραν όλοι μαζί τον βράχο σε μια πιο ερημική περιοχή Ύστερα, ξεκίνησαν να χτίζουν τα νέα τους σπίτια.

Η δουλειά ήταν κοπιαστική, μα όλοι τους ήταν τόσο ενθουσιασμένοι που θα έφτιαχναν γερά σπίτια στο νέο τους χωριό, που ακόμα και το τραγούδι δεν έλειπε από τα χείλη τους.

Έτσι, πέρασαν χαρούμενα οι μέρες μέχρι που ένα πρωί όλα ήταν έτοιμα. Οι γυναίκες έβαζαν τα τελευταία έπιπλα στα σπίτια τους και οι άντρες στερέωναν ένα μεγάλο πανό στην είσοδο του χωριού όπου προσκαλούσαν γνωστούς και αγνώστους για να χαρούν μαζί τους στα εγκαίνια του νέου τους χωριού.

Το βράδυ, λίγο πριν ξεκινήσει το γλέντι, ο Κάλμπερυ τους συγκέντρωσε όλους στην κεντρική πλατεία και είπε:

«Καλοί μου συγχωριανοί, νιώθω περήφανος για σας! Πραγματικά, το νέο μας χωριό είναι πανέμορφο! Το στρογγυλό του σχήμα μοιάζει με ζεστή αγκαλιά! Μα θα 'λέγε κανείς πως αυτό δεν συνέβη τυχαία, γιατί και οι καρδιές σας είναι ζεστές! Όλες τις μέρες που εργαζόμασταν μαζί, δεν άκουσα ούτε ένα άσχημο σχόλιο του ενός για τον άλλον και έβλεπα ότι ο καθένας σας, βοηθούσε τον συγχωριανό του πριν καν του το ζητήσει! Τίποτα δεν μου δίνει μεγαλύτερη χαρά από την μεταξύ σας αγάπη!»

«Πρόεδρε, σε ευχαριστούμε για τα καλά σου λόγια, μα... μήπως να ξεκινήσουν τα τραγούδια και οι χοροί για να το γιορτάσουμε επιτέλους;» φώναξε με λαχτάρα ο Πελικ

«Έχεις δίκιο, Πελικ! Μίλησα πολύ! Λοιπόν, μαέστρο ξεκίνα!»

Ο μαέστρος, Μπελντορίμπο άρχισε να κουνάει τα χέρια του δίνοντας τον ρυθμό και όλοι μαζί άρχισαν να τραγουδάνε παραδοσιακά τραγούδια και να χορεύουν...

Εκείνο το βράδυ, αν ανέβαινε κανείς στην κορφή του βουνού, θα έβλεπε ένα ολοστρόγγυλο χωριό, με σπιτάκια το ένα δίπλα στο άλλο, στη μέση μια πλατεία γεμάτη φώτα, τραπέζια με ποικίλα φαγητά και τους χωριανούς να χορεύουν σχηματίζοντας ατέλειωτες ουρές.

Η νύχτα προχωρούσε και αφού το γιόρτασαν με την καρδιά τους, αποχαιρέτησαν ο ένας τον άλλο και πήγαν στα νέα τους σπίτια τους για να κοιμηθούν.

Οι ημέρες κυλούσαν ήρεμα ώσπου ένα πρωινό εμφανίστηκε ένας ψηλός άντρας που δεν τον είχαν ξαναδεί. Τα μαλλιά του ήταν μακριά και μαύρα. Τα μάτια του γκρίζα και περίεργα μάτια. Φορούσε μακρύ κυπαρισσί παλτό, κίτρινο πουκάμισο και καφέ παντελόνι Τα μαύρα στρογγυλά γυαλιά του κυλούσαν συνεχώς προς τη μύτη του και από την ώρα που μπήκε στο χωριό, δεν σταματούσε να κοιτάει τους χωριανούς από την κορφή μέχρι τα νύχια.

Ο Κάλμπερυ μαθαίνοντας ότι ήρθε νέος επισκέπτης, άφησε την δουλειά του και έτρεξε στην είσοδο του χωριού για να τον γνωρίσει.

«Καλή σας μέρα! Το όνομά μου είναι Κάλμπερυ και είμαι ο πρόεδρος του χωριού. Πώς και βρεθήκατε στα μέρη μας ;»

«Καλημέρα, κύριε Καλμπερυ. Λέγομαι Σπαντογκ και οργανώνω θεατρικές παραστάσεις. Δεν έχω δικό μου θίασο. Αυτό που κάνω είναι να πηγαίνω από χωριό σε χωριό και να ανεβάζω θεατρικές παραστάσεις με ηθοποιούς, τους κατοίκους του χωριού. Έτσι, ανεβάζοντας την παράσταση, οι χωριανοί χαίρονται και διασκεδάζουν. Σας προτείνω, λοιπόν, να ανεβάσω και με τους δικούς σας ανθρώπους μια παράσταση, για να χαρείτε και εσείς!»

«Κύριε Σπαντογκ, εμείς χαιρόμαστε με το καθετί. Δεν χρειάζεται να ανεβάσουμε θεατρική παράσταση για να χαρούμε. Για μας, κάθε μέρα είναι μια χαρούμενη ημέρα! Η μυρωδιά από το χώμα, η πρωινή δροσιά, ο ήλιος που ανατέλλει, τα πουλιά που έρχονται στο παράθυρο και μας ξυπνάνε, οι άνθρωποι που συναντάμε στις δουλειές μας, η οικογένειά μας... Όλα αυτά για μας είναι πολύτιμα δώρα! Και αν θελήσουμε κάποιο βράδυ να χορέψουμε, δεν έχουμε παρά να φωνάξουμε τον μαέστρο μας, τον Μπελντορίμπο και αμέσως ξεκινάει το πανηγύρι!

Εσείς, όμως, γιατί δεν έχετε δικό σας θίασο ;»

«Α, εγώ είμαι ένας ταξιδευτής! Ταξιδεύω από χωριό σε χωριό και από χώρα σε χώρα. Δεν ζω από τις θεατρικές παραστάσεις ούτε το όνειρό μου ήταν να έχω έναν δικό μου θίασο. Κάνω διάφορες δουλειές για να βγάλω το ψωμί μου. Απλά, μια μέρα εκεί που καθόμουν στην πλατεία ενός χωριού, μου ήρθε η ιδέα που σας πρότεινα. Το δοκιμάσαμε με τους κατοίκους και είδα ότι και αυτοί πέρασαν όμορφα και εγώ -επειδή αγαπώ το θέατρο- το απόλαυσα! Από τότε, σε όποιο χωριό πηγαίνω, το προτείνω στους ανθρώπους και με όσους δέχονται, ξεκινάμε τις πρόβες. Μέσα σε ένα μήνα περίπου είμαστε έτοιμοι. Όταν ανεβαίνει τελικά η παράσταση, συμβαίνει κάτι μαγικό και όλοι μα όλοι το χαίρονται τόσο πολύ! Για αυτό σας λέω: Ας το δοκιμάσουμε και στο χωριό σας και δεν θα χάσετε!»

«Ακούστε κύριε Σπαντογκ, επειδή τις αποφάσεις δεν τις παίρνω μόνος μου, θα το συζητήσω με τους χωριανούς μου και θα σας απαντήσω αύριο. Δέχεστε ;»

«Πολύ καλά! Φροντίστε, όμως, να τους πείσετε! Η εμπειρία θα τους ενθουσιάσει!»

Μόλις έφυγε ο Σπαντογκ, ο Καλμπερυ κάλεσε όλους τους χωριανούς στην πλατεία για να αποφασίσουν τι θα κάνουν.

«Εγώ πάντως θέλω να δοκιμάσω τις θεατρικές μου δυνατότητες! Δεν θέλω να περάσει η ζωή μου ψήνοντας μόνο ψωμιά!» είπε με παράπονο ο Πελικ, ο φούρναρης.

«Συμφωνώ με τον Πελικ! Και εγώ δεν θέλω συνέχεια να γράφω συνθέσεις και να τραγουδώ. Θα ΄θελα να παίξω τον ρόλο... ας πούμε του βασιλιά Αρθούρου!» συμπλήρωσε γελώντας ο Μπελντορίμπο και γέλασε μαζί του όλο το χωριό.

Ο Καλμπερυ ζήτησε και τη γνώμη του Ντάριαν, του αρχιμηχανικού που λόγω ηλικίας και εμπειρίας, τον εμπιστευόταν πιο πολύ από όλους.

«Κοίταξε πρόεδρε... λίγο που είδα τον Σπαντογκ, δεν μου γέμισε το μάτι. Κάτι δεν μου αρέσει σε αυτόν τον άνθρωπο... Νομίζω, όμως, ότι το πιο δημοκρατικό είναι να ψηφίσει το χωριό»

«Συμφωνώ, μαζί σου, Ντάριαν. Ας ψηφίσουμε! Σηκώστε τα χέρια όσοι θέλετε να καλέσουμε τον Σπαντογκ στο χωριό μας»

Όλοι σήκωσαν τα χέρια τους. Η ιδέα της θεατρικής παράστασης τους φαινόταν πρωτόγνωρη και ήθελαν να τη δοκιμάσουν!

«Ωραία, λοιπόν, χωριανοί μου. Αύριο που θα έρθει ο Σπαντογκ, θα του πω ότι δεχόμαστε την πρότασή του».

Από τη χαρά τους όλοι άρχισαν να σφυρίζουν και να συζητάνε τι ρόλο θα ήθελαν να παίξουν.

Το πρωί ο Σπαντογκ ήρθε νωρίς νωρίς.

«Καλώς τον κύριο Σπαντογκ!» είπε ο Καλμπερυ.

«Ε, ας μην μιλάμε στον πληθυντικό! Σπαντογκ»

«Εντάξει, Σπαντογκ. Λοιπόν, αποφασίσαμε να συμμετέχουμε στη θεατρική παράσταση. Οι χωριανοί βρίσκουν ενδιαφέρουσα την ιδέα σου. Ο όρος μου, όμως, είναι ότι θα ξεκινάτε τις πρόβες αφού τελειώνουν τις εργασίες τους.»

«Εντάξει, κύριε Καλμπερυ. Μείνετε ήσυχος. Χαίρομαι πολύ που συμφώνησαν και είμαι σίγουρος ότι αυτό που θα κάνουμε, θα αρέσει σε όλους! Θα περιμένω, λοιπόν, μέχρι το απόγευμα. Μόλις τελειώσουν τις δουλειές τους, θα τους περιμένω στην πλατεία!»

Ο Καλμπερυ έδωσε στον Σπαντογκ μια λίστα με τα ονόματα των χωριανών, τον αποχαιρέτησε και γύρισε στο γραφείο του. Ο Σπαντογκ πήγε στην πλατεία του χωριού και άρχισε να διαβάζει τη λίστα με τα ονόματα των χωριανών ώστε σιγά σιγά να τους μαθαίνει.

Το απόγευμα όλοι οι χωριανοί γυρνώντας από τις δουλειές τους μαζεύτηκαν στην πλατεία. Ο Σπαντογκ είχε τοποθετήσει κάποιες σανίδες τη μια πάνω στην άλλη και είχε φτιάξει ένα είδος σκηνής.

«Καλησπέρα σε όλους! Είμαι ο Σπαντογκ και, όπως σας ενημέρωσε ο κύριος Καλμπερυ, μαζί θα ανεβάσουμε μια θεατρική παράσταση που θα είναι πολύ διασκεδαστική. Η παράσταση που θα ανεβάσουμε λέγεται: «Εγώ είμαι ο καλύτερος!». Στο έργο, ο καθένας από σας θα παίξει τον εαυτό του, αλλά όταν παίζει, θα μας λέει για ποιο λόγο θεωρεί ότι είναι πιο σπουδαίος από τον συγχωριανό του. Σύμφωνοι ;»

«Μα εμείς δεν πιστεύουμε ότι είμαστε πιο σπουδαίοι από τον συγχωριανό μας!» είπε ο Ντάριαν αγριοκοιτώντας τον.

«Θέατρο είναι! Μην κάνετε έτσι! Παίζουμε για να γελάσουμε! Λοιπόν, οι υπόλοιποι συμφωνείτε ;»

«Ναι!» φώναξαν όλοι

«Ξεκινάμε με τον Πελικ τον φούρναρη. Έλα Πέλικ.»

«Παρών, κύριε Σπαντογκ!»

«Ανέβα στη σκηνή και παίξε τον εαυτό σου, αλλά θέλω να μου δείχνεις μέσα από τα λόγια και τη συμπεριφορά σου ότι είσαι ο καλύτερος του χωριού»

Ο Πελικ ανέβηκε στη σκηνή και άρχιζε να λέει με δυνατή φωνή:

«Είμαι ο Πελικ, ο φούρναρης! Ο καλύτερος φούρναρης του χωριού! Άλλος σαν και μένα δεν υπάρχει! Ελάτε κόσμε, ελάτε να δοκιμάσετε τα δικά μου ψωμιά! Αυτά που φτιάχνω δεν είναι ψωμιά! Λουκούμια είναι!»

«Μπράβο, Πέλικ! Μπράβο! Ο επόμενος είναι ο Μπελντορίμπο, ο μαέστρος!»

«Παρών!»

«Ανέβα στη σκηνή, η σειρά σου!»

Αφού ανέβηκε ο Μπελντορίμπο στη σκηνή άρχισε και αυτός να φωνάζει:

«Γεια σας και χαρά σας! Καλέ, δεν με ξέρετε; Πρέπει να σας συστηθώ; Δεν καταλάβατε ότι είμαι ο Μπελντορίμπο, ο διάσημος μαέστρος του στρογγυλού χωριού; Και γιατί διάσημος; Γιατί τις δικές μου συνθέσεις κανείς δεν τις φτιάχνει! Αν δεν ζούσα μαζί σας, όλοι θα είχατε πέσει σε βαθιά σιωπή και στην περίπτωση που θα γράφατε κάποιο τραγούδι, αυτό δεν θα ήταν χαράς, μα λύπης. Γιατί μόνο εγώ μπορώ να χαρίζω τη μελωδία στη ζωή σας! Χειροκροτήστε με, λοιπόν!»

«Εύγε, Μπελντορίμπο, αυτό είναι!» φώναζε ο Σπαντογκ. Οι χωριανοί γελούσαν και χειροκροτούσαν!

Ένας ένας όλοι πήραν σειρά και για όλους είχε να πει ένα κολακευτικό λόγο ο Σπαντογκ.

Ο Ντάριαν και ο Καλμπερυ παρακολουθούσαν τις πρόβες, αλλά κάτι δεν τους άρεσε. Αφού τελείωσαν, ο Σπαντογκ τους ευχαρίστησε για τη συμμετοχή τους και τους είπε να συναντηθούν την ίδια ώρα το επόμενο απόγευμα. Οι χωριανοί ενθουσιασμένοι συμφώνησαν και γύρισαν στα σπίτια τους. Οι πρόβες τους είχαν αρέσει τόσο πολύ που ανυπομονούσαν να έρθει η επόμενη ημέρα.

Μόλις ξημέρωσε, ο Σπαντογκ, αθετώντας την υπόσχεση που έδωσε στον Καλμπερυ, πήγαινε, έβρισκε τους χωριανούς στις δουλειές τους και έπαιρνε τον καθένα παράμερα τους έλεγε τα εξής:

«Χθες έπαιξες πολύ ωραία, μα και στη δουλειά σου βλέπω είσαι πολύ καλός. Μήπως να ζητήσεις περισσότερα τρόφιμα για αυτό που κάνεις; Πιστεύω πως εσύ είσαι πολύ καλύτερος από τους άλλους! Γιατί δεν ζητάς να δουλέψεις σε μια άλλη θέση με τα προσόντα που διαθέτεις; Φυσικά, όσα είπαμε, καλό είναι να μείνουν μεταξύ μας...»

Οι χωριανοί τον άκουγαν προσεκτικά, προβληματίζονταν και κάποιοι πείθονταν. Έτσι, ο Σπαντογκ κατάφερε να σπείρει τη διχόνοια και ο καθένας να πιστεύει ότι είναι καλύτερος από τον άλλο. Άρχισαν να τσακώνονται. Πήγαιναν στο γραφείο του Καλμπερυ ζητώντας του καινούρια θέση εργασίας και περισσότερα τρόφιμα ως αντάλλαγμα για τη δουλειά τους.

Σύντομα, χάθηκε η ειρήνη από το χωριό. Η αγάπη μεταξύ τους πάγωσε. Αυτό που ξεκίνησε σαν παιχνίδι, κατέληξε να είναι η ίδια τους η ζωή. Πιστεύοντας ότι είναι σπουδαίοι, περίμεναν να τους υπηρετεί πάντα ο άλλος. Νοιάζονταν μόνο για τον εαυτό τους και αδιαφορούσαν για το τι συμβαίνει γύρω τους.

Παλιότερα, συνέβαινε το αντίθετο. Πρώτα, θα ενδιαφερόντουσαν για τον συγχωριανό τους και μετά για τον εαυτό τους. Ο Σπαντογκ τους είχε φουσκώσει τα μυαλά.

Ακόμα και στη δουλειά τους, πήγαιναν βαριεστημένα και περίμεναν πότε θα έρθει η ώρα του θεατρικού για να φωνάζουν πάνω στη σκηνή πόσο σπουδαίοι είναι. Το χειροκρότημα του Σπαντογκ τους έδινε μεγάλη χαρά. Τίποτα άλλο δεν τους έκανε χαρούμενους πια...

Ο Καλμπερυ βλέποντας σε αυτή την κατάσταση τους συγχωριανούς του, πήγε και βρήκε τον Ντάριαν. Καθόταν στην πλατεία και ήταν και αυτός προβληματισμένος.

«Τι θα κάνουμε για τους συγχωριανούς μας; Από τότε που ήρθε ο Σπαντογκ, όλα άλλαξαν. Ο καθένας κοιτάει μόνο τον εαυτούλη του!» είπε λυπημένα ο Καλμπερυ.

«Έχεις δίκιο, πρόεδρε. Νομίζω ότι αυτή η ιστορία πρέπει να σταματήσει. Μέχρι και ο Πελικ με τον Μπελντορίμπο χάλασαν. Ο πρώτος φτιάχνει πολύ λιγότερα ψωμιά κρατώντας το περισσότερο αλεύρι για την οικογένειά του και ο Μπελντορίμπο τραγουδάει μόνο στη μπανιέρα του. Δεν τραγουδάει για τους άλλους παρά μόνο αν παραδεχτούν μπροστά του ότι είναι ο πιο σπουδαίος μουσικός της γενιάς του! Είναι πράγματα αυτά;»

«Λοιπόν, Ντάριαν, εσύ αναλαμβάνεις αύριο κιόλας να διώξεις τον Σπαντογκ από το χωριό μας και εγώ θα πρέπει να σκεφτώ πως θα ταρακουνήσω τους υπόλοιπους!».

Την επόμενη μέρα ο Ντάριαν βρήκε τον Σπαντογκ στην πλατεία του χωριού να διορθώνει τα σκηνικά,.

«Σπαντογκ, μάζεψε τα σκηνικά και τα πράγματά σου και φύγε! Από τη μέρα που ήρθες, έχεις αναστατώσει όλους τους χωριανούς με τη δήθεν θεατρική παράστασή. Εξαιτίας σου όχι μόνο δεν διασκέδασαν οι χωριανοί μας, αλλά φούσκωσε ο εγωισμός τους και μαλώνουν συνέχεια μεταξύ τους. Ο Καλμπερυ δεν θέλει να είσαι πια εδώ». είπε θυμωμένα ο Ντάριαν.

«Μα δεν μπορείτε να με διώξετε χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των χωριανών!» είπε ειρωνικά ο Σπαντογκ.

«Αφού έχεις το θράσος και μιλάς, θα σε συνοδεύσω εγώ μέχρι την έξοδο!» φώναξε ο Ντάριαν και παίρνοντάς τον από το μπράτσο, τον έβγαλε έξω από το χωριό.

«Αν νομίζεις ότι δεν θα ξανάρθω, είσαι γελασμένος!» φώναζε ο Σπαντογκ φεύγοντας θυμωμένος. Ο Ντάριαν δεν του έδωσε σημασία και πήγε να συναντήσει τους συγχωριανούς του.

Ενώ, ο Καλμπερυ σκεφτόταν με ποιο τρόπο θα ξυπνήσει τους χωριανούς από το λήθαργο στον οποίο είχαν πέσει, μαθαίνει από τον Ντάριαν ότι είχαν φάει κάτι που τους πείραξε και έπεφταν στο κρεββάτι με φοβερό πόνο στο στομάχι

Το χειρότερο ήταν πως ενώ παλιότερα, θα πήγαιναν να βοηθήσουν ο ένας τον άλλο, τούτη τη φορά κλείστηκαν στα σπίτια τους και είχαν την απαίτηση οι άλλοι να πάνε να τους βοηθήσουν παρόλο που είχαν μάθει πως η αρρώστια τους είχε ρίξει όλους στο κρεββάτι.

Ο Καλμπερυ στεναχωρήθηκε πιο πολύ που είχε σκληρύνει η καρδιά τους παρά για τον πόνο στο στομάχι τους...

Οι μέρες περνούσαν και ο στομαχόπονος δεν έλεγε να φύγει. Όλοι είχαν απελπιστεί.

Μια και δυο, ο Πελικ βγήκε από το σπίτι του και παρόλο που πονούσε, περπάτησε ως την πλατεία όπου συνάντησε τον Καλμπερυ.

«Γιατί μας αφήνεις αβοήθητους; Δεν βλέπεις ότι πονάει τρομερά η κοιλιά μας;»

Σε λίγο, να σου και ο Μπελντορίμπο. «Τι αδιαφορία είναι αυτή Καλμπερυ; Θες να πεθάνουμε; Δεν βλέπεις ότι δεν γινόμαστε καλά; Γιατί δεν φωνάζεις έναν γιατρό;»

«Μα καλά, εσείς ως σπουδαίοι που είστε, γιατί δεν φροντίζετε μόνοι σας τον εαυτό σας; Μόνοι σας τα καταφέρνετε καλύτερα! Έτσι, δεν σας έλεγε ο Σπαντογκ;»

«Έλα, τώρα Καλμπερυ! Μην παίζεις με τον πόνο μας! Φώναξε έναν γιατρό! Ξέρεις ότι ακόμα και ο γιατρός του χωριού μας έχει αρρωστήσει βαριά και δεν μπορεί να μας βοηθήσει…» άρχιζε να φωνάζει, κλαίγοντας ο Πελικ.

Η καρδιά του Καλμπερυ δεν άντεχε να τους βλέπει να πονάνε. Ο Ντάριαν του είπε πως η κατάσταση χειροτέρευε σε όλα τα σπίτια. Είχε περάσει από τον καθέναν και παραδέχονταν πως μόνοι τους δεν μπορούσαν να κάνουν και πολλά πράγματα. Χρειάζονταν βοήθεια.

Ο Καλμπερυ ζήτησε από τον Ντάριαν να φωνάξει τον γιατρό από το διπλανό χωριό και να τους εξετάσει όλους. Έτσι και έγινε. Ο γιατρός τους εξέτασε και έγραψε τα θεραπευτικά βότανα που χρειάζονταν. Χωρίς να χάνουν χρόνο, ο Ντάριαν με τον Καλμπερυ μάζεψαν τα βότανα και τα έβαλαν στα κατσαρόλια για να βράσουν.

Μόλις ετοιμάστηκε το ρόφημα, το έριξαν σε τόσα ποτηράκια όσα οι χωριανοί και ξεκίνησαν να τα μοιράζουν από σπίτι σε σπίτι. Οι συγχωριανοί τους ευχαριστούσαν από την καρδιά τους. Πολλοί ντρέπονταν για την προηγούμενη συμπεριφορά τους και καθένας με τον τρόπο του ζητούσε συγγνώμη. Ο Καλμπερυ τους κοιτούσε τρυφερά και δεν έλεγε τίποτα...

Σε μια βδομάδα όλοι ήταν στο πόδι και ο Καλμπερυ τους κάλεσε να έρθουν στην πλατεία. Χωρίς να τους έχει πει τίποτα, με τη βοήθεια των γυναικών είχε στρώσει σειρές από τραπέζια γεμάτα με φαγητά από όλα τα καλούδια της γης τους.

«Καλοί μου χωριανοί, ελάτε! Μαζί με τις γυναίκες σας ετοιμάσαμε νόστιμα φαγητά που θα γλείφετε και τα δάχτυλά σας! Και μη φοβάστε για το στομάχι σας! Τα φτιάξαμε με τα αγνότερα υλικά του τόπου μας!

Πριν όμως ξεκινήσουμε το γεύμα μας, θέλω να σας πω πόσο χαρούμενος είμαι που είστε καλά και που είμαστε πάλι εδώ μαζί! Μου λείψατε! Αυτό που περάσαμε ήταν δύσκολο για όλους μας, αλλά ίσως ήταν μια ευκαιρία για να δούμε πόσο ανάγκη έχουμε ο ένας τον άλλο. Ο καθένας μας είναι σημαντικός, αλλά κανείς μας δεν μπορεί να ζει μόνο για τον εαυτό του. Η καρδιά μας τραγουδάει και το πρόσωπό μας ομορφαίνει μόνο όταν ζούμε ο ένας για τον άλλο. Αλλιώς, όλα είναι ένα σκοτάδι…!»

«Πρόεδρε, πάλι σε έπιασε η πολυλογία σου;» τον διέκοψε με νόημα ο Πελικ

«Πελικ! Αυτό μου έλειψε πιο πολύ από όλα! Εβίβα λοιπόν!» φώναξε γελώντας ο Καλμπερυ και σήκωσε ψηλά το ποτήρι με το κρασί.

«Εβίβα!» φώναξαν οι χωριανοί σηκώνοντας και αυτοί τα ποτήρια τους.

Όλοι ξεκίνησαν να τρώνε και να μιλάνε ζωηρά, όπως τις παλιές καλές μέρες. Ο Μπελντορίμπο άρχισε να τραγουδά τον πιο χαρούμενο σκοπό που ήξερε! Το τραγούδι και η χαρά ξαναμπήκαν στη ζωή του στρογγυλού χωριού και από τότε συνοδεύουν τους κατοίκους του μέχρι και σήμερα..

Μάλιστα, λένε, πως σε όποιον ανέβει στην κορφή του βουνού πάνω από το στρογγυλό χωριό και σταθεί με προσοχή θα έρθει ο άνεμος στα αυτιά του και θα του ψιθυρίσει τον ίδιο μελωδικό σκοπό που είχε τραγουδήσει εκείνη τη μέρα ο Μπελντορίμπο, χαρούμενο, όπως τότε...

_

γράφει η  Ιωάννα Καπράλου

 

 

Επιμέλεια κειμένου

2 Σχόλια

  1. Μάχη Τζουγανάκη

    Συγχαρητήρια για το όμορφο και διδακτικό παραμύθι σας.
    Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει…κι ας ζούμε σε ακανόνιστου σχήματος κόσμους…

    Απάντηση
    • Ιωάννα

      Μάχη σε ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια! Ειδικά το “ζούμε σε ακανόνιστου σχήματος κόσμους” είναι πολύ εύστοχο! Να σαι πάντα καλά!

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Ακολουθήστε μας!

Ακόλουθοι

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!