Μια σιωπηλή εκεχειρία συντελείται στην αποβάθρα του αποχωρισμού.
Η τρικυμία των δακρύων καταστέλλει την ανταρσία των λέξεων
κι οι αποσκευές,
κρεμασμένα βαρίδια στα χέρια,
ισορροπούν την ασυμμετρία των ύστατων συναισθημάτων.
Σε λίγο ο αποχαιρετισμός θα μοιάζει με στίγμα αποθυμιάς
στα θολερά τζάμια της νυχτερινής αμαξοστοιχίας.

Ο άρρυθμος βρυχηθμός της μηχανής
κι η διαπεραστική κραυγή των τροχών
συνθέτουν το κονσέρτο μιας ακούσιας αναχώρησης.
Μαέστρος χρίζεται ο κλειδούχος,
ένας φευγαλέος ιχνηλάτης αδήλωτων δρομολογίων.

Ολοένα και ξεμακραίνει η αφετηρία της οδύνης,
χάνεται μέσα στο χλωμό προπέτασμα της ομίχλης.
Τα χρόνια σιγά σιγά γίνονται βαγόνια
κι αγόγγυστα γλιστρούν πάνω στο ακόνιστο ατσάλι της ζωής.

Απρόσωποι επιβάτες,
αναερόβια αγρίμια,
συνωθούνται στα χαρακώματα της λογικής.
Οι άτακτοι βηματισμοί τους
σέρνουν τη σαρωτική αδράνεια της αδιαφορίας.
Οι φωνές τους μπλέκονται στο κουβάρι της φλυαρίας,
μα τα βλέμματά τους παραμένουν ασυγχρόνιστα.

Αίφνης οι ράγες μουδιάζουν
και το τρένο αποσταμένο αργοσαλεύει.
Αναπότρεπτη φαντάζει η επιβράδυνση
στο αβέβαιο τρεχαλητό του ονείρου.
Ίσως πολλοί να αποβιβαστούν στην πρώτη στάση,
αλλά κάποιοι θα συνεχίσουν το ατελεύτητο ταξίδι της ελπίδας.

 

_

γράφει ο Αντώνης Ευθυμίου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!