Το ράδιο έπαιζε παλιά λαϊκά με εκείνη την στριγκή φωνή και το μεσαίο ήχο των παλιών ηχογραφήσεων, αναμειγμένων με παράσιτα. Ο λαχειοπώλης έσκυψε και χαμήλωσε τη φωνή. Τέρμα το διάλειμμα.

«Λαχεία, Λαϊκό, Κρατικό, εδώ η τύχη σας, πάρε κόσμε Λαχεία»

Ο Μάνθος περπατούσε παράλληλα στην πρώτη γραμμή, άκουσε το λαχειοπώλη κι έκανε αμέσως το συνειρμό. Λαϊκό, Κρατικό… εδώ η τύχη σας…. χαμογέλασε …εκτός από λαχεία ήταν βλέπεις και τα ονόματα δυο μεγάλων Αθηναϊκών νοσοκομείων και σίγουρα η τύχη (…να σου πετύχει) πολλών… Στο Λαϊκό έσβησε ο πατέρας του απ’ την παλιαρρώστια πριν κάνα χρόνο, στο Κρατικό έφυγε ένα χάραμα κι η Μάνα του, τρεις μήνες μετά… βιαζότανε θαρρείς να απαντήσει τον Κύρη της.

Καμιά φορά είναι όπως μάθεις… Μαζί εδώ μαζί κι Εκεί, σκέφτηκε.

Ντυμένος μ ένα μάλλινο γκρι κοστούμι κι ένα βαρύ μαύρο παλτό, σήκωσε τα πέτα του να προφυλάξει το λαιμό του απ τα ξουράφια του Γενάρη… Άναψε τσιγάρο και κοντοστάθηκε… Κόσμος συνέρεε από διάφορες εισόδους με βαλίτσες και μπαγκάζια.

Την περίμενε κανένα τέταρτο. Έκανε δυο τσιγάρα ακόμα και πετούσε τις γόπες ίσα στις γραμμές. Έβανε σημάδι το κενό ανάμεσα στα κάθετα σανίδια τους.

Παρά το χαμηλό φωτισμό και τα ανθρώπινο μελίσσι, την είδε και την αναγνώρισε αμέσως… σα τη μύγα μες στο γάλα.

Πως είναι όταν αγαπάς που όλα παίρνουν ένα χρώμα γκρι, κι εκείνος η εκείνη, το κόκκινο, το άλικο, το ερωτικό… να ξεχωρίζει παντού… εκείνο που το βλέπουν μονάχα οι ερωτευμένοι… και χαμογελούν φανερά και κρυφά; Διότι το ξέρουν κιόλας πως τούτη την παραξενιά μόνο η Αγάπη τη δανείζει.

Η Αναστασία χαμογέλασε και τα κάτασπρα αναιμικά μαγουλά της κοκκίνισαν αμέσως μ εκείνη τη ζέση που ‘ρχεται πάντα από μέσα. Την αγκάλιασε και την έσφιξε πάνω του. Δε φιλήθηκαν... μόνο έμειναν να διαβάζουν αχόρταγα ολόκληρα κατεβατά ο ένας στα μάτια του άλλου.

Εκείνος είχε δυο κόρες και μόλις είχε βγει από ένα γάμο που τον γέρασε πριν την ώρα του. Κουράστηκε πια μ’ εκείνο το χυδαίο που χύνει δηλητήριο - σταγόνα τη σταγόνα - η συνήθεια, στις σχέσεις των ανθρώπων.

Εκείνη ήταν παντρεμένη σ’ ένα γάμο ετών και μάλλον ευτυχισμένη, μ’ ένα γιο δεκάχρονο, παλληκαράκι σωστό. Τι γύρευε;

Γνωρίστηκαν πριν ένα χρόνο μέσα στο τρένο στη διαδρομή Αθήνα - Κατερίνη.

Από τις πρώτες κουβέντες ένοιωσαν ζεστά, κοντά κι όμορφα… αντάλλαξαν μ ευχαρίστηση τις ιστορίες τους κι έμειναν στο τέλος να γελούν με διάφορες συμπτώσεις σε σκέψεις που γίνονταν φράσεις κι απ’ τους δυο τους την ίδια στιγμή. Είναι φορές που το μυαλό αναρωτιέται από μόνο του… Θα σε Ξαναδώ; Φιλάει ωραία; Πως θα ‘ταν να ήμασταν μαζί; Σκέψεις που αν και γίνονται δεν μοιάζουν αποδεκτές ούτε από τον ίδιο που τις κάνει, για μύριους όσους λόγους.

Και… Ξαναβρεθήκαν και Φίλαγε …Υπέροχα κι είδαν και κάποιες σκόρπιες εικόνες του …Πως θα ‘ταν να ‘τανε μαζί.

Ήταν μαζί μ εκείνο τον παράξενο τρόπο εκείνων, που δεν γίνεται να είναι μαζί συνέχεια… Μόνο λίγο, που φαντάζει πολύ και μόλις περάσει, ξανά μοιάζει πάλι λίγο. Και άγχος για γνωστούς και βλέμματα και ξενοδοχείο, έρωτα αγχωμένο μα γλυκό κι ειλικρινή… και φιλιά καυτά που αφήνουνε σημάδια που δε φαίνονται, κάποτε – κάποτε, βαθιά και μόνιμα.

Κι εκείνη τον πίεσε, με τη μεγάλη παιδική της καρδιά …τον βάρυνε, δεν είχε ξανανιώσει έτσι ποτέ κι αφέθηκε στη γλύκα.

Κι εκείνος σκέφτηκε τον άνδρα της και το παιδί της… μα την ήθελε.

Κι ο έρωτας ο φτερωτός να έρχεται - να φεύγει (μέγα βάσανο).

Μια μαζί μια χώρια, κι εκείνη με τον άντρα της καλά, τι καλά;

Κι εκείνος να περιμένει να μεγαλώσουνε οι κόρες του να ξαναφτιάξει τη Ζωή του… ποια Ζωή του;

Και να θέλονται…

Κι εκείνο το πρωί, απαλλαγμένοι προσωρινά από υποχρεώσεις με …ψέματα, βρέθηκαν να κάνουν πάλι εκείνο το πρώτο τους ταξίδι, Αθήνα - Κατερίνη. Κάπου να νοιώσουν όπως τότε - πράμα αδύνατο γιατί ποτέ δεν είναι το ίδιο – κάπου να βρεθούν, κάπου να κλείσουν την πληγή και να στρέψουν αλλού τη ρότα αυτού που τους συνέβη. Αυτού του υπέροχου δώρου που αισθανόντουσαν να τους έχει χαριστεί. Γιατί έτσι το είδαν από την αρχή και παρά τα σκαμπανεβάσματα στην πορεία έτσι το κράτησαν… Όμορφο κι αληθινό κι όχι πρόστυχο κι ευτελές. Κάτι μικρό ακριβό και Κατάδικό τους.

Με φόντο τον ίδιο σταθμό, το ίδιο τρένο… ένα ίδιο χειμωνιάτικο πρωινό, ανέβηκαν μαζί στο βαγόνι τους κι έκατσαν σε θέσεις διπλανές. Συνέχισαν να κοιτάζονται χαμογελώντας χωρίς τη λογοδιάρροια της πρώτης φοράς για την οποία δεν υπήρχε πια λόγος…

Ήξεραν.

Απ έξω ακούστηκε η σφυρίχτρα του Σταθμάρχη. Η ώρα ήταν οκτώ παρά ένα λεπτό.

Ατμοί τύλιξαν εξωτερικά την αμαξοστοιχία κι έκρυψαν μεταξύ άλλων και τους δύο από τα μάτια των πολλών.

Δεν μάθαμε ποτέ πως εξελίχθηκε αυτός ο Έρωτας. Έσβησε όπως όλα τα όμορφα πράγματα στο τέλος; Κράτησε;

Καλύτερα έτσι.

Τι σημασία θα είχε για όλους εμάς τους απ έξω;

 

_

γράφει ο Δημήτρης Π. Μποσκαΐνος

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!