Select Page

Το τραγούδι της ζωής

Το τραγούδι της ζωής

 

Ο ήλιος λάμπει από ψηλά, τη θάλασσα ζεσταίνει και με τις ηλιαχτίδες του το μύθο μας υφαίνει!
Σ’ ένα χωριό πολύ μικρό βαθιά στην Πούλια Χώρα,τα παραμύθια φτιάχνονται πολλούς αιώνες τώρα.
Παραμυθάδες διαλεχτοί απ’ όλες τις ηπείρους τα παραμύθια γράφουνε σε μαγικούς παπύρους.
Ύστερα με κλωστή χρυσή τα κάνουν δεματάκια, και με τα ονειροπούλια τους τα στέλνουν στα παιδάκια. Τα ονειροπούλια στων παιδιών τα όνειρα τρυπώνουν και ένα κόσμο μαγικό σε κείνα φανερώνουν. Οι δράκοι και οι μάγισσες, τα ζώα που μιλούνε, νεράιδες μα και ξωτικά στον κόσμο τα γυρνούνε. Τα πλάσματα που κατοικούν σε κάθε παραμύθι δώρα μοιράζουν στα παιδιά μέσα σ΄ ένα ρεβίθι. Αγάπη, ελπίδα, ζεστασιά, γαλήνη, φαντασία και κάτι ακόμα πιο βαθύ αληθινή φιλία. Αντάλλαγμα δε ζήταγαν ποτέ οι παραμυθάδες και νύχτα μέρα έγραφαν για λύκους και κυράδες.

Όμως τώρα τελευταία κάτι άλλαξε πολύ και στο παραμυθοχώρι θλίψη έχει απλωθεί. Τα ονειροπούλια φτάνουν με τα δέματα κλειστά, παραμύθια δεν διαβάζουν τα παιδάκια τώρα πια;
Το μυστήριο μεγάλο τί συμβαίνει στα παιδιά και τα παραμύθια πλέον δεν τους είναι αρεστά;
Συμβούλιο συγκάλεσαν όλοι οι παραμυθάδες και ο γέροντας πρώτος μιλά για τους νέους μπελάδες.
«Τα ονειροπούλια κλαίνε και ένα πράγμα μόνο λένε: Άλλαξαν οι εποχές και τα παραμύθια μοιάζουν σαν τα ξύλινα παιχνίδια, τα παιδιά δε διασκεδάζουν! Τώρα η πείνα και η φτώχια τη ζωή τους κυβερνούν και ο πόλεμος το χρήμα μόνο τους απασχολούν! Οι μεγάλοι δεν αντέχουν να διαβάζουν ιστορίες αφού όλη μέρα τρέχουν κύριοι μα και κυρίες. Τα παιδιά διασκεδάζουν μ’ ένα γκρίζο χαζοκούτι που θολώνει το μυαλό τους όπως το καυτό κουρκούτι! Και δεν φτάνει που τα πάντα τα μαθαίνουν μπερδεμένα, έχουν εντελώς αλλάξει μοιάζουν παραζαλισμένα. Δεν μιλάνε, δε γελάνε, σιωπηλά μόνο κοιτάνε τη ζωή τους να περνάει σαν το γάργαρο νεράκι που και κείνο όπως πάει θα χαθεί το καημενάκι.
Αυτά συμβαίνουν φίλοι μου στα άμοιρα παιδιά και εμείς πρέπει να δώσουμε μια λύση αλλά ποια;»
Τότε, το συναποφασίσανε να φέρουν στο χωριό τον ιατρό, τον Πικιφού, τον ψυχοειδικό!
«Χμ! νομίζω σκέφτηκα εγώ» πετάχτηκε ο Πικιφού ψυχίατρος παραμυθάς από το Ψιχοκουκού!
«Θα πάω ο ίδιος και θα δω τι γίνεται ‘κει κάτω και δεν θα φύγω πριν δοθεί μια λύση στο άνω κάτω!»
Δύσκολη η αποστολή κι ο Πικιφού μικρούλης μα έξυπνος και τολμηρός και αστείος και γλυκούλης.
Ο Πικιφού ταξίδεψε δυο μέρες και δυο βράδια καβάλα πάνω σε χαλί που ‘φτιάξαν δυο λιοντάρια, με νήμα που υφάνθηκε από την Υακύνθη την αραχνούλα που έγνεθε πάνω σε κολοκύθι!
Όταν έφτασε στην πόλη με το όνομα Συρία βρήκε μπόμπιρες με όπλα που θα τρόμαζαν θηρία.
Πλησίασε σιγά σιγά σαν πούπουλο αετού και ρώτησε δειλά δειλά με την καρδιά λαγού: «Γιατί πια δεν διαβάζεται μικρά μου παραμύθια, για χώρες άλλες μακρινές, με νάνους και ποντίκια;» Τότε εκείνα γούρλωσαν τα μάτια και με βία τον Πικιφού πέρα έσπρωξαν, λέγοντας με μανία:
«Ξένε να φύγεις από δω γιατί θα μετανιώσεις, είμαστε όλοι μαχητές και συ δε θα γλυτώσεις. Τα παραμύθια τίποτα δεν έχουν να μας πούνε μονάχα με τα όπλα μας εμείς θε να σωθούμε!»
«Και ο εχθρός που βρίσκεται,κρύβεται δεν τον βλέπω μονάχα εσάς με τ’ όπλα σας βλέπω και δεν αντέχω.»
«Όταν θα έρθει θα τον δεις να φεύγει φοβισμένος και από τις τόσες σφαίρες μας βαριά τραυματισμένος.»
«Μα τόσο κόπο και φωνή για κάτι που θα έρθει, είστε παιδιά ο καιρός περνά κανείς δεν το προσέχει; Κι αν ο εχθρός αυτός δεν έρθει και μακάρι, δεν είναι κρίμα και άδικο τα νιάτα σας να πάρει, ο χρόνος που όλα τα νικά και όλα τα αφανίζει, χωρίς να ταξιδέψετε με ένα παραμύθι;»
«Και τί ταξίδι θα 'ναι αυτό που τάχα ειν’ αρκετό, ν’ αφήσουμε τα όπλα μας για πες το μας αυτό;»
Άλλο που δεν ήθελε ο Πικιφού αρχίζει και απ’ την αρχή σιγά σιγά το μύθο ξεσκονίζει. Μα δε μιλά για δράκοντες, ιππότες,βασιλιάδες, ούτε για μάγους, ξωτικά, γοργόνες και νεράιδες μιλάει για ένα μικρό παιδί που κρυώνει και φοβάται και για τον κόσμο τον κακό που ζει πολύ λυπάται. Μόνη παρέα του μικρού μια μικρή φλογέρα που ο ήχος της τον γλύκαινε και ένιωθε ωραία. Μια μέρα πέρασε από κει ένας μαυροντυμένος, άντρας, μυστήριος, φοβερός πλουσιαναθρεμμένος.
«Σε άκουσα που έπαιζες μια ουράνια μελωδία και έχω μια πρόταση για ‘σε συμφέρουσα και θεία. Ο νέος δεν κατάλαβε τίποτα στην αρχή και τη φλογέρα έπιασε να παίξει μουσική.
Αυτό μονάχα σου ζητώ, να δώσεις τη φλογέρα και θα σου δώσω θησαυρούς και δύναμη κι αέρα.
Ποτέ δεν είχε δει χρυσό θαμπώθηκε ο μικρός και η συμφωνία έκλεισε πλούσιος ο φτωχός. Μα η χαρά δεν κράτησε όπως πάντα συμβαίνει, ο νέος τη φλογέρα του ζητά βαριανασαίνει. Χωρίς πολύ να το σκεφτεί πηγαίνει για την πόλη να βρει τον μαυροκόρακα να τους ακούσουν όλοι! Στο δρόμο που επήγαινε βλέπει τον μαυροντυμένο αυτόν που τον κορόιδεψε τον πλουσιοαναθρεμμένο.
-Δώσε μου τη φλογέρα μου χωρίς αυτή δε ζω.
-Και γω θέλω τα πλούτη μου με θεωρείς κουτό; Η φλογέρα σου είναι άχρηστη δε παίζει ότι κι αν κάνω, στην επιστρέφω το λοιπόν κι άλλο καιρό δεν χάνω.
Δεν πρόλαβε καλά καλά να κάνει βήμα πέρα και μελωδία μαγική βγαίνει από τη φλογέρα
-Πως το κατάφερες αυτό μάγια της έχεις κάνει;
-Όχι απλά την αγαπώ είναι η συντροφιά μου η φίλη και τα όνειρα που έχω στην καρδιά μου. Να άκου τώρα με προσοχή το επόμενο κομμάτι το λέω τραγούδι της ζωής κι ίσως σου μάθει κάτι. Και πράγματι τον μάγεψε το όμορφο τραγούδι και τη ζωή του άλλαξε... τέλος γι αυτόν τα πλούτη...
 Και έζησαν χρόνους πολλούς τόσους και άλλους ακόμα, που θέλω ώρες να μιλώ κι ήρθε κιόλας το γιόμα.»

Αυτά είπε ο Πικιφού και έκανε να φύγει, μα τα παιδιά τον κύκλωσαν και άντε να ξεφύγει. «Τι θέλετε, τελείωσε και αυτό το παραμύθι είπε σαν ξαφνιάστηκε σήκωσε και το φρύδι.» «Τίποτα δεν τελείωσε, άσε τις πονηριές δε θα γλυτώσεις έτσι απλά με τις κατεργαριές. Το τραγουδάκι τηθ δωήθ ποιο είναι θα μαθ πείθ; φώναξε τότε μια μικρή ψευδούλα κι αναιδής.
-Μα το είπα δεν τ’ ακούσατε; είπε ο παραμυθάς με ύφος δήθεν σοβαρό πω, πω τι ψευταράς!
Φωνές, βαβούρα, πανικός έπεσε στην παρέα, τα όπλα τους τα ξέχασαν αλλού ήταν τα σπουδαία.
-Αν θέλετε θα σας το πω ακόμη μια φορά μονάχα να ανοίξετε τα μάτια και τα’ αυτιά. Αυτά είπε και συνέχισε μα ήχος δεν εβγήκε μονάχα ο σκύλος γάβγισε που απ’ το σπίτι βγήκε... -Αυτό ήταν σας άρεσε; ρώτησε τα παιδιά μήπως ήμουν παράφωνος θέλω λίγη δουλειά. Αν θέλετε πείτε το εσείς και ‘γω θα συνοδεύω και θα κρατάω το ρυθμό εσάς δε θα παιδεύω.
-Τίποτα δεν ακούσαμε, μήπως μας κοροϊδεύεις, μήπως το χρόνο χάνουμε, βρε μήπως μας δουλεύεις;
-Τι δεν μπορείτε, φοβερό δεν μου ‘χει ξανατύχει μα… δεν πειράζει… χαιρετώ καλή να έχετε τύχη…
είπε και ευθύς τους γύρισε την πλάτη και τα χείλη τα έσφιξε πολύ πολύ, χάχανο μην ξεφύγει. Ήξερε βλέπετε καλά ο έξυπνος τεχνίτης που βασιλιά σε έχριζε κι ας ήσουνα σπουργίτης πως αν, ΜΗ, ΟΧΙ, ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ, ακούσει το παιδί την πιο μεγάλη σκανταλιά ευθύς θα σκαρφιστεί.
Έτσι και τώρα τα παιδιά δεν ήθελαν να ξέρει, ο Πικιφού πως το τραγούδι της ζωής κανένα τους δεν ξέρει, γι’ αυτό του ζήτησαν καιρό εκείνο να ετοιμάσουν να το προβάρουν αρκετά πριν του το παρουσιάσουν!
Ο Πικιφού καμώθηκε πως πίστεψε εκείνα και σ’ άλλη πόλη θα βρεθεί με τ’ όνομα Αθήνα! Πριν φύγει τους συμβούλεψε να κάνουν πολλές πρόβες και να δουλεύουνε μαζί χωρίς φωνές και κόντρες.
Με το χαλί του βρέθηκε στην πόλη την Αθήνα κι ύστερα μακριά πολύ στην μακρινή την Κίνα. Παντού η ίδια κατάσταση, παιδιά απομονωμένα, παιδιά βουβά, μοναχικά, γέρικα κουρασμένα. Κάποτε ακούγονταν φωνές σε δρόμους και πλατείες, μα τώρα απόλυτη σιωπή στις πολυκατοικίες.
Εκεί που έπαιζαν παιδιά τώρα υπάρχουν δρόμοι και οι αλάνες έγιναν μια plasma στο σαλόνι. Δεν είναι να απορεί κανείς που κλαιν’ τα ονειροπούλια και που τα παραμύθια τους τα’ ακούει μόνο η Πούλια. Οι άνθρωποι έγιναν σκληροί, κομμάτια γκρίζοι βράχοι, που δεν τους μαλακώνουνε ούτε
80 δράκοι. Καθόλου αυτοί δεν νοιάζονται για τα μικρά παιδιά τους μονάχα για τη δύναμη και τα υπάρχοντά τους.
Πήγε κι αλλού είδε πολλά σε πόλεις χωριουδάκια κι είδε παιδιά να τριγυρνούν σε σκοτεινά σοκάκια. Είδε να κλέβουν να πεινούν να κρυώνουν να πονάνε και με τη θλίψη στην καρδιά το αύριο να κοιτάνε.
Ένιωσε τόσο άσχημα ο Πικιφού, γι’ αυτό το σχέδιο του ευχήθηκε να βγει αληθινό. Το ίδιο κόλπο εφάρμοσε σε κάθε του ταξίδι αφού σε όλους έλεγε το ίδιο παραμύθι.
Όλου του κόσμου τα παιδιά ρίχτηκαν με μανία για το τραγούδι της ζωής να βρουν μια μελωδία.
Μα και το στίχο δούλευαν να βρουν κάτι καλό, αφού το άκουσμα αυτό ήταν μοναδικό. Έγραφαν έσβηναν, καιρό ώρες, ημέρες, μήνες, χωρίς καυγάδες και φωνές φίλοι όλοι και φίλες. Και επειδή στις μέρες μας τα νέα ταξιδεύουν και με ένα κλικ και ένα mail στα πέρατα πηγαίνουν, έτσι του κόσμου τα παιδιά έγιναν μια ομάδα και η αποστολή είναι μια Η ΙΔΑΝΙΚΗ ΟΚΤΑΒΑ!
Ο Πικιφού χαιρότανε με όσα είχε πετύχει και ίσως κρυφοκαμάρωνε γι’ αυτό το παραμύθι. Μα το πιο καλό και θαυμαστό κι ίσως το πιο σπουδαίο ήταν πως το αυριανό ταξίδι του ήταν το τελευταίο. Καιρός να μάθω τί έγινε το βρήκαν το τραγούδι που τη ζωή τους θ’ άλλαζε σαν άνοιξης λουλούδι; Έτσι μόλις ολόλαμπρος ο ήλιος φανερώθει και μια μια τις ακτίνες του άπλωσε σαν απόχη ο Πικιφού με το χαλί έφτασε στην Συρία, με αγωνία φοβερή, πώς να ‘ναι η μελωδία;         
Βρήκε στην ίδια γειτονιά παιδιά συγκεντρωμένα κι ήταν πολλά, πάρα πολλά και όλα αλλαγμένα.
-Καλημερούδια σας παιδιά, χαίρομαι που σας βλέπω, βρήκατε το τραγούδι μου πείτε μου δεν αντέχω!
Μίλησε ένα απ’ τα παιδιά ψηλό με αστεία μύτη, τόσο μεγάλη, που θύμιζε γιγάντιο κομήτη!
-Το κόλπο σου δεν έπιασε, θα πρέπει να το ξέρεις πως τα παιδιά δεν ειν’ κουτά, γι’ αυτό θα υποφέρεις.
-Μα τι συμβαίνει πείτε μου ιδέα εγώ δεν έχω και αν κακό σας έκανα ποιο είναι δεν το βλέπω. Αντίθετα βλέπω εδώ, παιδιά συγκεντρωμένα, ήρεμα, χαμογελαστά, μοιάζουν ευτυχισμένα.
-Για μήνες τώρα ψάχνουμε αυτή τη μελωδία που τη ζωή μας θ’ άλλαζε θα έφερνε ευτυχία.
-Και τι έγινε την ξέρετε αυτή την μελωδία, που τη γοργόνα τη Γοργό θα φέρει στη Συρία; Την ποια; Ποια ειν’ αυτή καινούριο σχέδιο σου; Είσαι πανούργος, πονηρός και ‘γω είμαι εχθρός σου!
-Ηρέμησε, χαλάρωσε, Γοργό λένε εκείνη, που την αλήθεια υπηρετεί μαζί και τη γαλήνη. Εκείνη το συνέθεσε αυτό το τραγουδάκι κι εγώ για το χατίρι της ένα παραμυθάκι. Αν τώρα όλοι εσείς σε μένα θα το πείτε, εκείνη θα καλέσετε κι εμπρός σας θα τη δείτε!
Έπεσε απόλυτη σιωπή σε όλη την παρέα, κανένας τους δε μίλησε, όσα άκουσαν σπουδαία!
Μονάχα εκείνη η μικρή, η αναιδής ψευδούλα, μονάχα εκείνη ακούστηκε με τσιριχτή φωνούλα:

-Χα, χα, χα, χο, χο, χο,είμαι ένα παιδί και γω.
Μου αρέθει το παιχνίδι, το τραγούδι, το τακθίδι.
Χα, χα, χα, χο, χο,χο, δε μ’ αρέθει να μιθώ,
δε μ’ αρέθει η φαθαρία των μεγάλων η υθτερία.
Χα, χα, χα, χο, χο, χο, θέλω μόνο να γελώ!
Να αγαπώ, να βοηθώ, έτσι θέλω εγώ να ζω!
Παραμύθι, μουθική και τραγούδι ειν’ η ζωή!
Χα, χα, χα, χο, χο, χο, τηθ ζωήθ το μυθτικό είναι τα μικρά παιδιά
οι αγκαλιές και τα φιλιά!
Να φωνάζεις Σ’ ΑΓΑΠΩ της ζωήθ το γιατρικό.

-Αυτό είναι το τραγούδι θου; Παραμυθάκο πεθ μου;
Ο Πικιφού με δάκρυα, η συγκίνηση μεγάλη, στην πιτσιρίκα έγνεψε σκύβοντας το κεφάλι.
Μπράβο μικρή τραγούδησες καλύτερα από εμένα, καλύτερα απ’ τη Γοργό θαρρώ απ’ τον καθένα.
Αυτό ακριβώς το μυστικό κρύβει το παραμύθι που τα ονειροπούλια μου φέρνουν σ’ ένα ρεβίθι.
Το μαγικό το γιατρικό που όλα τα αλλάζει και την κακία τον όλεθρο στην αποθήκη βάζει, ειν’ η αγάπη, η αληθινή, που βγαίνει απ’ την καρδιά μας και μας χαρίζει ζεστασιά και φως στα όνειρα μας! Μα όπως υποσχέθηκα, ήρθε ώρα μεγάλη τη Γοργό να καλέσουμε να ‘ρθει στο ακρογιάλι. Το τραγούδι της ζωής αν πείτε όλοι μαζί εκείνη θα φανερωθεί και δίπλα σας θα ‘ρθει!
Αυτό αμέσως έκαναν κι ευθύς απ’ το νερό η Γοργό εμφανίσθηκε και γέλαγε θαρρώ.
Από εκείνη την ημέρα τα παιδιά όλης της γης έδιωξαν κάθε είδους έχθρα, χαίρεσαι όταν τους δεις.
Μα και οι παραμυθάδες πιάσανε πάλι δουλειά και με τα ονειροπούλια στέλνουν μύθους στα παιδιά. Κι αν κανείς έχει άλλη γνώμη από τούτη που διαβάζει ας κοιτά το μαξιλάρι κάθε βράδυ που πλαγιάζει... ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ...

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
-Χα, χα, χα, χο, χο, χο,είμαι ένα παιδί και ‘γω.
Μου αρέσει το παιχνίδι, το τραγούδι, το ταξίδι.
Χα, χα, χα, χο, χο,χο, δε μ’ αρέσει να μισώ,
δε μ’ αρέσει η φασαρία των μεγάλων η υστερία.
Χα, χα, χα, χο, χο, χο, θέλω μόνο να γελώ!
Να αγαπώ, να βοηθώ, έτσι θέλω εγώ να ζω!
Παραμύθι, μουσική και τραγούδι ειν’ η ζωή!
Χα, χα, χα, χο, χο, χο, της ζωής το μυστικό είναι τα μικρά παιδιά
οι αγκαλιές και τα φιλιά!
Να φωνάζεις Σ’ ΑΓΑΠΩ της ζωής το γιατρικό!

 

_

γράφει η Έλενα Παπαρίζου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Νίκος Φάκος

Μελισσουργώ, διαβάζω και γράφω. Σ’ αυτά τα τρία αντίβαρα ακροβατώ και ζω στιγμές. Σ’ αυτήν την πορεία βρέθηκα στην όμορφη οικογένεια του δικτυακού τόπου τοβιβλίο.net όπου φιλοξενούνται γραπτά μου. Πιστεύω ότι η δύναμη της γλώσσας έχει μία απειρίζουσα εντροπία και η γραφή είναι ο μοχλός που αποτυπώνει την ύπαρξή μας. Ίσως και τη ματαιοδοξία μας. Ζω στην όμορφη Κύμη και έχω ως το σημείο ισορροπίας μου τις δυο μου κόρες.

6 Σχόλια

  1. Ανωνυμος

    Τρυφερό,δροσερό ,έξυπνο,παιχνιδιάρικο!!!!Μπράβο σας!!!!!!!

    Απάντηση
  2. Σοφία Ντούπη

    Είναι πραγματικά υπέροχο!!! Λάτρεψα κάθε του λέξη! Κάθε του νόημα!… Αύριο θα το διαβάσω στα εγγονάκια μου κι είμαι σίγουρη πως θα το λατρέψουν κι εκείνα. Ευχαριστούμε πολύ που το μοιράστηκες μαζί μας.

    Απάντηση
  3. Ανώνυμος

    Σας ευχαριστώ πολύ όλους!

    Απάντηση
  4. Ανώνυμος

    Πολύ πολύ ωραίο!!!!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Ημερολόγιο 2018

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!