Στεκόταν και το κοιτούσε σαν υπνωτισμένη. Ούτε και ήξερε πόση ώρα. Τριγύρω ερημιά και απόλυτη ησυχία, αν εξαιρέσεις κάποια μακρινά αλυχτίσματα σκύλων. Το χάλασμα βρισκόταν στην είσοδο του χωριού και οι λιγοστοί του κάτοικοι ήταν σκορπισμένοι στα γύρω χωράφια, μοχθώντας πάνω στη σκληρή γη. Ήταν μόνη, ολομόναχη. Καλύτερα. Ήθελε να είναι μόνη τούτη τη στιγμή. Να μη δει κανείς τα δάκρυα που έτρεχαν ανεξέλεγκτα από τα μάτια της. Να μη διαβάσει κανείς μέσα τους τη συγκίνηση που τρικύμιζε την ψυχή της.

            Ώστε αυτό ήταν. Το πρώτο της σπίτι. Το σπίτι που γεννήθηκε. Απίστευτο... Πόσο πιο μικρό από αυτό που θυμόταν... από αυτό που είχε πλάσει με τη φαντασία της μέσα από τις αφηγήσεις της μάνας της. Αφηγήσεις που ηχούσαν σαν παραμύθια στα παιδικά της αφτιά και που είχαν πάρει με τα χρόνια την πατίνα του μυθικού. Και να την τώρα, μπροστά στο χάλασμα, να προσπαθεί να τοποθετήσει μέσα του πρόσωπα και καταστάσεις που συνωστίζονταν στο μυαλό της και βιάζονταν, λες, να πάνε και να χωθούν πίσω από τους χορταριασμένους τοίχους.

            Εδώ πρέπει να ήταν η κουζίνα. Να, αυτή η τρύπα θα ήταν το ξύλινο παράθυρο που είχε από κάτω τον πέτρινο πάγκο με τον νεροχύτη και το βρυσάκι, που γέμιζε ο πατέρας της με νερό φερμένο με τενεκέδες από την δημοτική βρύση. Αυτό το παράθυρο θα ήταν που πήρε φωτιά όταν έπαθε εμπλοκή η γκαζιέρα και την άρπαξε η μάνα της και βγήκε έξω τρέχοντας και φωνάζοντας -ευτυχώς πρόλαβαν οι γείτονες κι έσβησαν τη φωτιά πριν καταστρέψει ολόκληρο το σπίτι.

            Κι αυτό το άνοιγμα, που έχασκε, θα ήταν η πόρτα. Η είσοδος που σε έβαζε στο χολ με το μονό ντιβάνι και την ξυλόσομπα. Να και το άλλο παράθυρο, δίπλα στην πόρτα. Πίσω από τα δαντελένια κουρτινάκια του θα ήταν που περίμενε η μάνα της τον πατέρα της εκείνο το χιονισμένο βράδυ, όταν είδε τον λύκο να τον παραφυλάει δίπλα στο χαντάκι. Πόσο είχε τρομάξει τότε μέχρι να τον δει να μπαίνει στο σπίτι ασφαλής, αφού είχε διώξει το αγρίμι...

            Δίπλα η κρεβατοκάμαρα. Το διπλό σιδερένιο κρεβάτι. Η κούνια της. Ακόμα ένιωθε να λικνίζεται μέσα της. Ακόμα άκουγε τη φωνή της μάνας της να την νανουρίζει. Ακόμα έβλεπε τον πατέρα της να της δείχνει το φεγγάρι μέσα από το νοτισμένο τζάμι και να της μουρμουρίζει λόγια που δεν καταλάβαινε –και που ωστόσο την καθησύχαζαν τόσο γλυκά.

           Ένα ταπεινό σπιτάκι του ενός δωματίου, με ένα μικρό χολάκι και μια ακόμη πιο μικρή κουζίνα. Η φωλιά της. Ο μικρός της παράδεισος. Εκεί βρισκόταν τώρα η ψυχή της. Αυτό έβλεπε με τα θολωμένα της μάτια. Έβλεπε τις σκιές των αγαπημένων της. Τα πρώτα παιδικά της χρόνια. Τις κοριτσίστικες κοτσίδες της με τα κόκκινα φιογκάκια να ανεμίζουν. Τη μάνα της γερμένη στην πόρτα να της χαμογελά. Τον πατέρα της να της ανοίγει μια αγαπημένη αγκαλιά που χωρούσε όλον τον κόσμο. Τον κόσμο της.

            Αυτά έβλεπε. Κι όχι ένα χάλασμα...

 

_

γράφει η Βάσω Αποστολοπούλου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!